Πεζολογική αμεσότητα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Θανάσης Τριαρίδης,
Για τους άγνωστους σφαγμένους,
“Ποιήματα” 2020-2022, Gutenberg, 2022

Ο Τριαρίδης, πολυσχιδής και πολυγραφότατος συγγραφέας, ασχολείται με ποικίλα είδη λόγου, πρόζα, θέατρο, ποίηση, αν και στην περίπτωσή του οι κατατάξεις μοιάζουν αμήχανες δεδομένης της υβριδικής φόρμας σε αρκετά κείμενά του. Κείμενα που έχουν πάντα μια σαφή πολιτική θέση που δεν είναι άλλη από το να παίρνεις θέση στη διαχρονική επανεμφάνιση του κακού: θρησκευτική ιδεοληψία, πνευματικοί ολοκληρωτισμοί, ναζιστική τερατωδία, φασιστικές μεταλλάξεις του σύγχρονου βίου με κοινή συνιστώσα τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς που δημιουργούν ψυχικούς πειθαναγκασμούς στο άτομο και παχύδερμα ανακλαστικά στις κοινωνίες, με αποτέλεσμα να καθίστανται εφεκτικές αλλά και συνένοχες στην επέλαση του κακού. Πρόκληση, ακτιβισμός, γκροτέσκο, μανιφέστο, αλληγορία, εξπρεσιονισμός, πειραματικές φόρμες επιστρατεύονται για να υπηρετήσουν μια γραφή εξεγερμένη και απερίφραστη στις θέσεις της. Αρκετά από αυτά τα γνωρίσματα βλέπουμε και στο συγκεκριμένο βιβλίο.

Ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, «Για τους άγνωστους σφαγμένους», ο αναγνώστης όχι μόνο αντιλαμβάνεται το θέμα αλλά και την οπτική του γράφοντος, καθώς η γυμνή λέξη «σφαγμένους» προοιωνίζεται μια γραφή που δεν την ενδιαφέρει η καλλιέπεια και η υποδηλωτική καταγγελία, αλλά θα μετέλθει μια έξω απ’ τα δόντια κυριολεξία για να καταδείξει, να καταγγείλει, να υπονομεύσει, να παρωδήσει, να σαρκάσει, εντέλει να τοιχοκολλήσει μια διαμαρτυρία που δεν στοχεύει σε αισθητικό ραφινάρισμα αλλά σε τσεκουράτες καταγγελίες και ποθούμενες συνεγέρσεις. Ιδού ένα δείγμα:

Το πιο τρομακτικό

Το πιο τρομακτικό με τους ανθρώπους
δεν είναι ότι γεννούν δολοφόνους,
χασάπηδες στρατηλάτες, στρατιώτες εκτελεστικών αποσπασμάτων,
πιλότους βομβαρδιστικών,
δεσμοφύλακες θαλάμων αερίων,
άντρες που μπήκανε στην πόλη των εχθρών
κι έλειωσαν τα κεφάλια των μωρών στον τοίχο.
Το πιο τρομακτικό είναι που συνηθίσαμε
τα αγάλματα των χασάπηδων στρατηλατών,
τις παρελάσεις των δολοφόνων στρατιωτών,
τις γιορτές που ονομάζουν ήρωες
εκείνους που έλειωσαν τα κεφάλια των μωρών
στον τοίχο.

Το πιο τρομακτικό είναι που συνηθίσαμε
κι εσύ κι εγώ.

Η γλώσσα καθημερινή, συχνά σε β΄ ενικό ή σε α΄ πληθυντικό, με μια κουβεντιαστή προφορικότητα, κρατά ανοιχτό ένα διάλογο που εμπλέκει όλα τα πρόσωπα του λόγου: τον συγγραφέα ως φορέα του λόγου και ως δρων κοινωνικό υποκείμενο (καταγγέλλοντα και αυτοκαταγγελλόμενο), τα ποικίλα ενδοκειμενικά πρόσωπα, τον αναγνώστη, αλλά και κάθε δυνητικό αποδέκτη του λόγου που είναι συνδιαμορφωτής της παθογόνας κοινωνικής συνθήκης:

Η μηχανή της προόδου

“Γράφεις, γράφεις,
μιλάς και ξαναμιλάς,
αλλά τίποτε δεν κατάλαβες.
Έτσι είναι, φιλαράκο, η ανθρωπότητα:
μαζεύονται στρατιώτες στην Αυλίδα,
σκοτώνουν ένα κορίτσι και ξεκινούν.
[…]
Οπότε, παρά τον Διαφωτισμό σου
και κάτι πασιφιστές φλώρους
και τα Imagine – άκου Imagine…-
στο τέλος της ημέρας εις οιωνός άριστος:
Οι άνθρωποι να ζουν κρατώντας μαχαίρια
και ρίχνοντας βόμβες”.

Η προφορικότητα, η νευρώδης προσγειωμένη γλώσσα, η σωρευτική ρητορική της απεύθυνσης σε β΄ πρόσωπο δίνουν στα κείμενα το χαρακτήρα όχι μιας ποιητικής επεξεργασίας αλλά μιας τρέχουσας ομιλητικής πρόζας όπως αυτή που βρίσκουμε στον δια ζώσης λόγο, σε αποσπάσματα ημερολογίου ή αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Κάποια συνοδεύονται από φωτογραφίες, πραγματικές φωτογραφίες των προσώπων για τα οποία γίνεται λόγος (π.χ. στο κείμενο “Δίστομο, Αβάπτιστο παιδί οικογένειας Παναγιώτη Μπάρλου”), ή αυτοβιογραφικά τεκμήρια. Παράγεται έτσι ένα υλικό ποικίλο με την άνεση που του εξασφαλίζει η αντίληψη μιας συμπεριληπτικής φόρμας που ενσωματώνει την καθημερινή κουβέντα, την μπαφιασμένη απερίφραστη θυμωμένη προφορικότητα, ελευθερόστιχη πρόζα, έμμετρα κείμενα. Αυτό που κυριαρχεί όμως είναι η πεζολογική αμεσότητα. Σαν να πιστεύει ο δημιουργός τους ότι όταν θίγονται ζητήματα τόσο σοβαρά, πρέπει και η γλώσσα να τεθεί επί τον τύπον των ήλων με ανάλογη αιχμηρότητα, όπως στην ακόλουθη ονομαστική καταγγελία: “Για φαντάσου/ να ξυπνήσεις ένα πρωί/ και αντί για τον Γκέοργκ Σάμσα/ να είσαι ο ελεεινός Μηταράκης,/ Υπουργός Μετανάστευσης ενός κράτους δολοφόνων […]”.

Το αποτέλεσμα ευκολοδιάβαστα κείμενα, βατά, αλλά πολλά από αυτά χωρίς ιδιαίτερη αισθητική επεξεργασία. Σαν να βγαίνουν από μια περίσσεια πάθους για τα ανθρώπινα που επειδή επείγεται να δηλώσει το παρών της δημοσιοποιεί χρονολογικά. Ο υπότιτλος “ποιήματα” εντός εισαγωγικών στις σειρές “ποιημάτων” που έχει εκδώσει έως τώρα δείχνει την επίγνωση και τη δήλωση του συγγραφέα ότι δεν μιλάμε για ποιήματα με την παλαιόθεν παραδεδεγμένη σημασία του όρου. Δεν φαίνεται άλλωστε να είναι αυτός ο σκοπός του.

Ουσιαστικά πρόκειται για ένα συνεχές perpetuum, ένα κειμενικό συνεχές που μορφοποιείται σε διάφορες φόρμες, θέατρο, διήγημα, “ποίημα” όπου η προσωπική και κοινωνική περιπέτεια, η σύγχρονη και η παλαιότερη ιστορία αποτελούν φάσεις και εκφάνσεις ενός αενάως επαναλαμβανόμενου μοτίβου που είναι η θηριώδης φύση της ανθρώπινης κατάστασης και κοινωνικής συνύπαρξης. Μιας συνύπαρξης που όλους μας έχει εμπλέξει στη φάρσα των ιδεολογικοποιημένων εγκλημάτων κατά του ανθρώπου και του κόσμου. Ενδεικτικό ότι εδώ επανέρχεται αρκετές φορές η αναφορά στα λειωμένα κεφάλια των μωρών από τους εκάστοτε στρατιώτες της ιστορίας, μοτίβο που πρόχειρα μπορώ να εντοπίσω και στα “Μελένια λεμόνια”, αν δεν απατώμαι. Ή στο κείμενο “Ποίημα που όποιος το διαβάζει μπορεί, ανάλογα με την περίσταση, να αλλάζει την ημερομηνία, τον τόπο και τα ονόματα των δολοφόνων και των δολοφονημένων – αρκεί να μιλάει καθαρά και να λέει ονόματα” συναντάμε το ίδιο εύρημα όπως και στο παλαιότερο έργο του “Κόψε, κόψε”. Πράγμα που δείχνει ότι επανέρχεται σε ανοιχτές φόρμουλες-καλούπια επικαιροποιώντας κάθε φορά το περιεχόμενό τους με το νέο υλικό που προσφέρει η τόσο πλούσια σε απανθρωπιά ιστορία και επικαιρότητα.. Ένα ιδιότυπο almanak της φρίκης: τα εγκληματα των Ναζί ή του βασιλιά Λεοπόλδου του Βελγίου κατά των ιθαγενών του Κονγκό για το καουτσούκ, γυναίκες θύματα της έμφυλης βίας, ο σχολικός εκφοβισμός, τα παιδιά των φαναριών, οι επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο κ.ο.κ.

Αυτά για την πρώτη ενότητα του βιβλίου. Στο δεύτερο και τρίτο μέρος,, αισθητά πιο μικρά, το ύφος αλλάζει. Το δεύτερο μέρος (“Στο βάθος το λεωφορείο έρχεται”) περιλαμβάνει κείμενα εμπνευσμένα από την οικογενειακή και προσωπική ιστορία του Τριαρίδη. Η αφήγηση σημαδιακών περιστατικών του προσωπικού βίου αποδίδεται με ένα ήμερο και εξομολογητικό ύφος που αισθητικά ισορροπεί πιο αρμονικά από ό,τι στο πρώτο μέρος και παράγει τα πιο άρτια κείμενα της συλλογής. Εδώ λανθάνει η κρυμμένη συγκίνηση για την ιερότητα του παρελθόντος, των γονιών, των φίλων, της μεγάλης ιστορίας των “ανωνύμων” που ζητούν ορατότητα από τους επόμενους και μνήμη από τους οικείους. Αυτή την ορατότητα θέλει να την εξασφαλίσει με ένα αναλυτικό αφηγηματικό λόγο και να την επαυξήσει ακόμα και με φωτογραφίες (π.χ. των φίλων του Χρήστου Διαμαντή και Δημήτρη Παπαδούλη). Αυτή η επιμονή στα καθέκαστα της προσωπικής ιστορίας των ανθρώπων δείχνει ένα μόνιμο πόλο ενδιαφέροντος στο βιβλίο, να αναδυθεί η ιερότητα του μοναδικού ανθρώπινου προσώπου κόντρα στην επίσημη ιστορία του επώνυμου θύτη και της ανώνυμης μάζας.

Στο τρίτο μέρος “Σε κάποιο μέλλον που ο ίδιος δεν θα γνωρίσει” ως αντιστάθμισμα της βαρβαρότητας προτείνεται η ανθρώπινη πνευματική περιουσία, η χαμένη “δόξα των ανθρώπων”, όπως αυτή υποσχετικά θυλακώνεται στη νέα γενιά, στην ομορφιά της τέχνης, στη σιωπηλή χειρονομία της ευγένειας:

Πόσο πολύ λείπουν

Ξέρεις, πολύ με συγκινεί
που τα παλιά χρόνια
κάποιοι, συνήθως για να τιμήσουνε τη μνήμη ενός δικού τους
έφτιαχναν σε μέρη παράταιρα,
μέσα στο πουθενά,
μια βρύση για να πίνουνε νερό οι περαστικοί
ή μια πεζούλα για να ξαποσταίνουν.

Μέσα στους καιρούς των δολοφόνων
των βομβαρδιστικών και των περιφραγμένων συνόρων
μέσα στα πτώματα και τα αγάλματα των φονιάδων
πόσο πολύ λείπουν
όλοι εκείνοι οι ανώνυμοι
που λαχτάρησαν κάποτε να φτιάξουνε μια βρύση·
πόσο λείπουν
όλοι αυτοί που κάποτε θέλησαν
να φτιάξουνε ένα πεζούλι.

Κάποτε έχουμε εναλλακτικές φόρμες του ίδιου θέματος όπως για το φίλο Χρήστο Διαμαντή όπου το ελευθερόστιχο πρώτο ποίημα το ακολουθεί το έμμετρο “Στο Χρήστο ξανά”. Την έμμετρη φόρμα δοκιμάζει και σε άλλα κείμενα του βιβλίου, κυρίως εκεί όπου σε συνδυασμό με μια πιο παραδοσιακή γλώσσα εκτονώνει πιο εσωτερικά τη σκέψη ή το συναίσθημα. Αυτή τη εσωτερικότητα είναι διακριτή στο β΄και γ΄μέρος του βιβλίου όπου ακούμε τον ημερωμένο στοχασμό για το χρόνο που περνά ανάμεσα σε εμάς και τους ανθρώπους που συνοδοιπόρησαν μαζί μας.

Ένα ερώτημα που εγείρει το βιβλίο είναι πώς διαβάζει κάποιος σήμερα ποίηση. Οι προσωπικές προσλαμβάνουσες, οι αισθητικές και εκδοτικές συμβάσεις, η αναγνωρισιμότητα ή όχι του δημιουργού καθορίζουν συχνά τις παραδοσιακές αναγνωστικές προσδοκίες. Προσωπικά, διήλθα τη συλλογή με ενδιαφέρον, νιώθοντας ότι δεν διαβάζω “ποίηση” αλλά κείμενα ανταποκρινόμενα σε ένα επείγον παρόν. Φαίνεται ότι δεν είναι στη μέριμνα του συγγραφέα μια καθορισμένη συνθήκη αναγνωστικής πρόσληψης αλλά να κινηθεί ελεύθερα σε μια εξωστρεφή, μη ραφιναρισμένη καταγραφή του πραγματικού. Γι’αυτό και εμμένει συχνά στην ανθρώπινη περίπτωση με “ονοματεπώνυμο”, όπως η σφαγή στο Χορτιάτη και οι καμένοι στο φούρνο του Γκουραμάνη κατά την Κατοχή, τα σκοτωμένα κορίτσια της έμφυλης βίας, γιατί το βιβλίο θέλει αυτούς τους άγνωστους σφαγμένους, ει δυνατόν, να τους ονοματίσει όπως και να ονοματίσει το κακό, συχνά με την ωμή γλωσσική ύλη του ακατέργαστου λόγου. Μια οφειλή εντέλει στα πρόσωπα που η ιστορία αποσιωπά ως ανώνυμα καθιστώντας τα έτσι ανώδυνα θύματα στους ευφημισμούς της ιστορικής λήθης. Ένα βιβλίο που κεντρίζει το ενδιαφέρον όχι για την αισθητική του αρτιότητα αλλά για την απερίφραστη στόχευση του δημιουργού του στο κακό εδώ και τώρα που αλλόκοτα αναπαράγεται ες αεί.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

*