Tο ξήλωμα της γλώσσας

*

της ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Νίκη Χαλκιαδάκη,
μικρές κανίβαλες
Μανδραγόρας, 2022

Στην Ανάσκελη με πυρετό (Μανδραγόρας, 2012), η Νίκη Χαλκιαδάκη αρχίζει την ποιητική της αφήγηση παρουσιάζοντας την κόρη να καθαρίζει το κρανίο του πατέρα της χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Η σκοτεινή αυτή τελετή αποτελούσε την εναρκτήρια παράσταση μιας επιμνημόσυνης ποιητικής γραφής, που δεν επιτελούσε την πατροκτονία αλλά την αναδιήγηση της σχέσης κόρης και πατέρα, με τη συνδρομή της παιδικής κατανόησης και φαντασίας.

Στις μικρές κανίβαλες (Μανδραγόρας, 2022), ποιητική συλλογή η οποία εκδίδεται δέκα χρόνια μετά την Ανάσκελη με πυρετό, πρωταγωνιστεί ίσως το ίδιο εκείνο κορίτσι σε διαφορετικές ηλικίες, ή περισσότερα κορίτσια με κοινές εμπειρίες, που συγκροτούν μια συλλογική έμφυλη φωνή. Κοινή εμπειρία φαίνεται να είναι εκείνη της μονογονεϊκής οικογένειας, αποτελούμενης μόνο από γυναίκες/θηλυκότητες. Σύμφωνα με τα λεγόμενα στο εναρκτήριο ποίημα, η μητέρα «φοβάται μην έρθει [ο πατέρας] πίσω γεμάτος σκουλήκια». Στις μικρές κανίβαλες βλέπουμε τα αποτελέσματα μιας υποχρεωτικής ή μη, φυσικής ή και συμβολικής, απουσίας του άνδρα μέσα στον οίκο, με στόχο, υποθετικά πάντα, την επιβίωση.

Η Χαλκιαδάκη σκηνοθετεί, εν είδει πειράματος, το δίπολο μέσα στο οποίο ανατραφήκαμε ή μέσα στο οποίο εξακολουθούμε με διάφορους τρόπους να ζούμε, εκείνο της αντινομίας μητριαρχίας και πατριαρχίας, ή, αν θέλουμε να αφαιρέσουμε από το ίδιο το φύλο εξουσιαστικές τάσεις, τον κοινωνικό ανταγωνισμό μεταξύ μητρογραμμικής και πατρογραμμικής καταγωγής, και για να μιλήσουμε με πιο σύγχρονους όρους, το αντιληπτικό σχήμα εκείνο του νοσηρού δυϊστικού μοντέλου ζωής του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η κοινωνία χωρίζεται σε αρσενικά και θηλυκά που φέρουν ή πρέπει να φέρουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά με βάση το βιολογικό τους φύλο και να επωμίζονται αντίστοιχους ρόλους, τις πιο πολλές φορές ιεραρχικά διευθετημένους εις βάρος της γυναίκας.

Οι αφηγήτριες μοιάζουν να στέκονται ανάμεσα σε ορατά και αόρατα αντίπαλα πυρά, πληγωμένες αλλά και σκληραγωγημένες. Δύναμή τους είναι ο λόγος (discourse). Για να χτίσει τους λόγους τους, η Χαλκιαδάκη επιστρατεύει τη συμβολική μονάδα της έμφυλης καθυπόταξης, τη «γλώσσα». Στο γλωσσικό σύστημα κρύβονται οι βαθιές αντιλήψεις μας, αυτό χρησιμοποιούμε για να συνεννοηθούμε. Με αυτό το συνονθύλευμα παλεύουμε συχνά για να δώσουμε μάχες νοήματος. Οι αφηγήτριες στις μικρές κανίβαλες απαντούν στη βία που τους ασκείται αθόρυβα και συστηματικά από τρίτους αποκαλύπτοντας, κρίνοντας, αναστατώνοντας την τάξη του κοινόχρηστου «λόγου», ο οποίος, λόγω της τριβής και της επανάληψης, τείνει να θεωρείται φυσικός και φυσιολογικός. Η Χαλκιαδάκη εστιάζει περισσότερο στην ιδεολογική βία που ο Μπουρντιέ ονομάζει «συμβολική βία»: «[…] μια βία ήπια, ανεπαίσθητη, αόρατη, ακόμα και για τα ίδια τα θύματά της, η οποία στην ουσία της ασκείται μέσω των καθαρά συμβολικών οδών της επικοινωνίας και της γνώσης, ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, της παραγνώρισης, της αναγνώρισης ή, οριακά, του συναισθήματος».[1]

Οι αφηγήτριες αντιστέκονται στον πολύ ανδρικό κόσμο της έμφυλης βίας, του σεξισμού και της καταπίεσης ήδη από τις πρώτες τάξεις του σχολείου και αποδομούν αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες η γυναίκα οφείλει να είναι αμόλυντη και αγία. Ασκούν κριτική, σχεδόν ενστικτωδώς, σε παγιωμένες αναλυτικές κατηγορίες που ορίζουν εκ των προτέρων το αδιαμόρφωτο και εύπλαστο ακόμα είναι τους, που γενικεύουν τόσο ολοποιητικά, είτε από την πλευρά της γυναίκας είτε του άντρα, ώστε να παράγονται ψεύδη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τόσο η καταπίεση της γυναίκας όσο και η αγιοποίησή της εκπορεύονται από το ίδιο πατριαρχικό μοντέλο που ρυθμίζει τους θεσμούς.

Στην περίπτωση του βιβλίου της Χαλκιαδάκη, ορατή είναι και η πατριαρχία του καπιταλισμού. Στα ποιήματα παρελαύνουν τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας (η πέπα πιγκ που χαρακτηρίζεται ως «ροζ βρόμα» [«Θαμμένος θησαυρός – ένα παιχνίδι για όλη την οικογένεια», σ. 35], ο Γιου Τιουμπ («Η στικτή – γνωστή ως γελαστή», σ. 28), το νέτφλιξ («Συνδρομητικές σχέσεις», σ. 37), τα ευπώλητα πια παραδοσιακά παραμύθια που ανακυκλώνονται με σύγχρονο περιτύλιγμα (όπως η Κοκκινοσκουφίτσα στο ποίημα «Μύθοι», σ. 18), τα τρυφερά παιδικά τραγούδια, τα βρεφικά πλαστικά λαμπάκια με πράσινο φως και σχήμα τουλίπας, τα φρου φρου και τα σοκολατάκια. Όλα αυτά τα ονειρικά προϊόντα απομυθοποιούνται ή ενσωματώνονται κριτικά στη γλώσσα των κοριτσιών παρότι αποτελούν αναπόφευκτα και το «φυσικό» περιβάλλον τους.

Οι αφηγήτριες διαθέτουν γλωσσική οξύνοια. Ταυτοποιούν ως αφύσικη ή μη λογική την ανισότητα που κυβερνά τη ζωή τους και διασκευάζουν τη γλώσσα επικοινωνίας. Ενώ δηλαδή τα παιδιά αυτά καταναλώνουν έτοιμα προϊόντα-αντιλήψεις-διδαχές-σχήματα λόγου υψηλής επικινδυνότητας για την ευτυχία τους, τα μεταβολίζουν ανατρεπτικά ώστε να καταφέρνουν να λένε την αλήθεια ή να ξεσκεπάζουν τα ψέματα. Ακόμη και η ειρωνική στάση συνιστά κέρδος στην ποιητική γραφή αφήνοντας τα νοήματα να αιωρούνται τεταμένα στην ατμόσφαιρα του ποιήματος. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Τρυφερότης» (σ. 16), η αφηγήτρια κοιτώντας μια φωτογραφία του εαυτού της ως βρέφους μέσα στην αγκαλιά της μητέρας της σχολιάζει ότι είναι «σαν αυτές τις ζωγραφιές στην εκκλησία», διευκρινίζοντας: «όχι σαν όλες, αλλά σαν αυτές τις Χριστοπαναγίες». Μέσα σε μία παρομοίωση, στην ουσία μία λέξη, κρύβεται η πολιτισμική αποκαθήλωση της θρησκείας, της ιερής μητρότητας αλλά και η αίσθηση του κοριτσιού, που επαληθεύεται και αλλού (σ. 25, 26), ότι είναι (άρα υποφέρει) σαν τον Εσταυρωμένο.

Κομβικό σημείο αποτελεί το γεγονός ότι οι αφηγήτριες δεν έχουν πρόθεση αποδόμησης, δεν κάνουν κοινωνική θεωρία. Είναι κυρίως παιδιά. Η Χαλκιαδάκη επιστρατεύει το υποτιθέμενο «λάθος» (error) της παιδικής αντίληψης για να διαταράξει απονεκρωμένους τύπους, με φράσεις όπως «συνέλευση γονέων και άλλων δαιμόνων» («Κυρία Χόλγκερσον», σελ. 19) και ανορθογραφίες όπως τα «καταληκτικά δύστιχα» («Ευ-θανασία», σ. 27). Στην ποιητική συλλογή γίνεται μια εξαιρετικά κρίσιμη αποσύνδεση της γλώσσας από την υφιστάμενη συνεκτική ιδεολογία της. Αίτημα πρώτα, η αποσύνδεση από τη γλώσσα της έμφυλης ανισότητας, τόσο ως αίσθημα κατωτερότητας, ενοχής και ντροπής όσο και ως πρακτική καθυπόταξης και φίμωσης. Αλλιώς πώς μπορεί να ζήσει ένα κορίτσι την παιδική του ηλικία χωρίς να υποφέρει από την υπόθεση του φύλου του και τις πολιτισμικές διαφορές που του έχουν κληροδοτηθεί σαν μεταφυσική δυναστεία δίχως να το αφορούν;

Η διαδικασία του ξηλώματος[2] (χωρίς την πρόθεση του ξηλώματος) προϋποθέτει θανάτους, αυθάδεια, βία, ωμότητα, ανατροπές, ασκήσεις ύφους. Με τις εκλάμψεις της τυχαιότητας, του παιχνιδιού, του πειραματισμού, της οπτικοποίησης της γλώσσας («στους τοίχους γράφει πάντα καργιόλα, με γάμα»), τις μετωνυμίες άγριων ζώων, την αδιαφορία για το πολιτικώς ορθό, οι αφηγήτριες δοκιμάζουν μέχρι πού μπορεί να φτάσει η γλώσσα ώστε να γίνει αυθεντική. Την απείθειά τους, βέβαια, ακολουθεί η τιμωρία: «Όταν φτάσαμε στο βου και ήρθε η σειρά μου είπα βάλανος / με χαστούκισες γιατί ήσουν δάσκαλος». Την τιμωρία συνοδεύει όμως και η λεκτική ανατροπή/ανασκευή: «Πόσο να κρατηθώ και εγώ από λέξεις που δεν με κινδυνεύουν» («Ξύλο που δεν σαπίζει», σ. 23). Όπως σημειώνει η Μπάτλερ, το «υποκείμενο εξαναγκάζεται να επαναλαμβάνει τους κανόνες από τους οποίους παράγεται, αλλά τούτη η επανάληψη παράγει μια περιοχή κινδύνου».[3]

Δεν είναι τυχαίο που η προμετωπίδα του βιβλίου λειτουργεί προειδοποιητικά: «Μην ξεσκεπάζεις τίποτα, γιατί μπορεί να μην υπάρχει τίποτα. / Και το τίποτα δε σκεπάζεται πάλι» (Αντόνιο Πόρτσια, μτφ. Ε.Χ. Γονατάς).  Η Χαλκιαδάκη κάνει το αντίθετο. Ξεσκεπάζει λογοθετικά –μέσω της επιτελεστικής διαδικασίας της γλώσσας–[4] τους κινδύνους που διατρέχει η ζωή κοριτσιών χωρίς πατέρα ή χωρίς πατέρα πρότυπο, αλλά και των κοριτσιών που δεν ενσωματώνονται. Ξεσκεπάζει την πρόωρα ωριμασμένη ή λυπημένη παιδική ηλικία, την τραυματισμένη και ενίοτε αποσταθεροποιητική μητρότητα, κυρίως όμως το απροσπέλαστο ναρκοπέδιο των κοινωνικών δομών, που εξωθούν σε στερεοτυπικές ταυτότητες και συνήθειες, σε κουρασμένους ρόλους, στην οργανωμένη λήθη των επιθυμιών. Τα ποιήματα φέρνουν στην επιφάνεια την ελπιδοφόρα εκείνη πράξη να παλεύεις με τα υλικά που έχεις στη διάθεσή σου παράγοντας κριτική στο μηχανισμό συναρμολόγησής τους. Τα ποιήματα συνιστούν, ανάμεσα σε άλλα, κειμενικές πρακτικές επαναχρησιμοποίησης του λόγου. Ξεκινώντας από το οργανωμένο σύστημα της ελληνικής γλώσσας, τη γραμματική και το συντακτικό της, τις έτοιμες μεταφορές της, ασκούν ουσιαστική κριτική στο ρυθμιστικό μοντέλο της οικογένειας, της θρησκείας, του σχολείου και των βεβαιοτήτων που παράγει. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό ποίημα:

Αυτή είναι βιωματική εκπαίδευση
Τούτο εστί το σώμα μου. Τι είναι το τούτο με ρώτησες
Το τούτο θα έλεγα κυρία ότι ανήκει στις ηχομιμητικές λέξεις
μάλλον κάπως έτσι θα έκανε ο Χριστός πριν τον φάνε
και μπράβο του που είπε λάβετε φάγετε στους πεινασμένους από κάτι
βέβαια εμείς τη σήμερον δεν κάνουμε τούτο όταν πονάμε
κάνουμε άλλους ήχους πιο βάρβαρους
Η δασκάλα είπε ότι δεν τρώγομαι με τίποτα
μεταφορικά θα το είπε, θα κατάλαβε ότι ήμουν αδιάβαστη
αλλά το πιστεύω ότι κάποια θηλαστικά αν δεν τα βράσεις για ώρες
έχουν πολύ σκληρό κρέας
Εγώ θα είμαι ένα από αυτά
Για να τελειώνουμε μου είπε να γράψω ότι το εστί είναι ρήμα συνδετικόν
μετά ζήτησε να έρθουν στο σχολείο οι κηδεμόνες μου
Μας έμεινε να αναγνωρίσουμε συντακτικά το σώμα μου
χωρίς να τεμαχίσουμε το σώμα από το μου
έτσι ολόκληρο
να δεις που αυτό θα είναι το κατηγορούμενο
το πιο κατηγορούμενο απ’ όλα

(σ. 25)

Στο παραπάνω ποίημα, η συντακτική ανάλυση πρότασης από το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, αποκομμένη από τα κειμενικά και πολιτισμικά της συμφραζόμενα, δημιουργεί νοηματικές/εννοιολογικές παρενέργειες, μετατρέποντας τις μεταφορές ή τους συμβολισμούς (τον άρτο ως σώμα του Χριστού) σε κανονικές κυριολεξίες (το ανθρώπινο σώμα ως γεύμα). Η βίαια απόσπαση κειμένου από το υπόλοιπο σώμα του, εκπαιδευτική πρακτική, λειτουργεί ως αλληγορία της βίας. Η μαθήτρια, μέσα από ελεύθερους συνειρμούς γύρω από το σώμα και τη βρώση του, μετατοπίζει τη συζήτηση από τη θεολογία στο χειροπιαστό και οικείο βίωμα της έμφυλης και σεξουαλικής καταπίεσης/βίας που συνιστά είδος ανθρωποφαγίας.

Η απόπειρα οικειοποίησης της αρσενικής γλώσσας, η ανάγκη προσαρμογής της στο έμφυλο βίωμα είναι επιτακτική. Ο λόγος των κοριτσιών στο βιβλίο της Χαλκιαδάκη δεν είναι ναΐφ, ούτε φανταστικός, με την έννοια ότι οι αφηγήτριες επιδιώκουν τη φυγή, ούτε ταυτίζεται με τον παλαιότερης κοπής λόγο της μητέρας, παρότι μητρογραμμικός και, λόγω ηλικίας, μιμητικός (όπως στο ποίημα «Μπουφ», σ. 12). Θηλυκή/γυναικεία δεν είναι επομένως η ταυτότητα, αλλά ο κίνδυνος που διατρέχουν τα ομιλούντα έμφυλα υποκείμενα. Όσο μιλάς κινδυνεύεις. Χρειάζεται μέσα σε επισφαλείς συνθήκες να γίνουν, όπως έγινε ή δεν έγινε η μητέρα τους, ο εαυτός τους χωρίς να βρίσκονται διαρκώς στο στόχαστρο. Χρειάζεται να είναι αποδεκτές χωρίς να υποδύονται ρόλους.

Με τι γλώσσα γίνεται κάποια ο εαυτός της; Στο ποίημα «Πάει αυτοί πέταξαν» (σ. 22) αποτυπώνεται συγκινητικά η επώδυνη ασυμβατότητα μεταξύ της γραμματικής του έμφυλου εαυτού, των βιωμάτων της μαθήτριας δηλαδή, και της διδακτέας γλώσσας: «Και μένα μου τυχαίνουν όλο κάτι λέξεις που επιμένετε ότι είναι αρσενικές / πελαργός, πατέρας, ποιητής / πώς να τις κλίνω όρθια στον πίνακα χωρίς να κλαίω / χωρίς να θέλω να τις πιάσω». Κατ’ επέκταση, πώς γίνεται κάποια ποιήτρια;

Στις μικρές κανίβαλες υπάρχουν πολλά παραδείγματα για το πώς ο ποιητικός λόγος, αφηγηματικός και προφορικός στη δομή του, αλλά με συνειρμικές παρεκβάσεις, ελλειπτική σύνταξη, φέρνει δομική «αναταραχή»[5] μέχρι να γίνει «τεχνολογία»[6] συγκρότησης του έμφυλου εαυτού. Τα έμφυλα υποκείμενα χρειάζεται πρώτα να τεμαχίσουν για να κατανοήσουν, να φτάσουν τη γλώσσα ώς το κόκαλο και να τη συναρμολογήσουν εκ νέου, να την τοποθετήσουν έπειτα σε άλλη δομή αισθήματος, σε άλλο ψυχισμό, σε άλλη ανάγκη και σώμα. Χρειάζεται, με λίγα λόγια, η ρηματική χάραξη μιας γραμμής ασυνέχειας και «υγιούς έλλειψης σεβασμού»[7] απέναντι στις διπολικές γενεαλογίες σύμφωνης με την αλήθεια του βιώματός τους. Κάτι που προαπαιτεί γενναία όπλιση απέναντι σε όσους άντρες ή πατριαρχικά συστήματα τις κυνηγούν αναγκάζοντάς τες να προστατευθούν, να συνασπιστούν μεταξύ τους μέσα στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού, επαληθεύοντας την εσωστρέφεια που η κοινωνία τους επιφυλάσσει ως προορισμό (βλ. ποίημα «Στο πατρικό μου», σ. 30).

Στις μικρές κανίβαλες είναι ορατή η ανάγκη απάλειψης της δομούσας αντίληψης συγκρότησης του κόσμου από «δίπολες αντιθέσεις» (opposés binaires/binary oppositions) όχι με την απάλειψη του ενός πόλου (π.χ.  του άντρα ως συμβόλου/αναλυτικής κατηγορίας/φυσικής παρουσίας) αλλά με την απάλειψη της γενικής, με βάση το βιολογικό φύλο, πόλωσης. Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται με  τις αφόρητες εντάσεις μεταξύ βιολογικού, σεξουαλικού και κοινωνικού φύλου κατά τρόπο που το τι σημαίνει «γυναίκα» ή «άντρας», «κορίτσι» ή «αγόρι» να παραμένει αναπάντητο ή και αδιάφορο. Ειδικά το ερώτημα «Ήμουν από μικρή κορίτσι ή έγινα μετά;» («Τρυφερότης», σ. 16), που απευθύνει η αφηγήτρια στη μητέρα της, επαναφέρει την επιστημονική συζήτηση για το αν το βιολογικό φύλο (sex) προηγείται του κοινωνικού (gender).[8] Η Χαλκιαδάκη όμως δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται να κατασκευάσει ορισμούς και ταυτότητες όσο να αποδώσει λογοθετικά τα εύθραυστα όρια μεταξύ κυριολεξίας και μεταφοράς (για παράδειγμα στο ποίημα «Γεμιστά», σ. 14), εφόσον η γλώσσα συνιστά κατασκευή. Οι πληγές είναι επομένως χρήσιμες όταν μετατοπίζουν και τα σύνορα της όρασής μας.

Ο έμφυλος ποιητικός λόγος της Νίκης Χαλκιαδάκη μάς βοηθά πράγματι να δούμε την πραγματικότητα ως «κανονιστική μυθοπλασία»[9], σύμφωνα με την Μπάτλερ, μεταβιβάζοντας έτσι νέα γνώση. Στο ποίημα «Θαμμένος θησαυρός – ένα παιχνίδι για όλη την οικογένεια» (σ. 35), η αφηγήτρια μας ωθεί να ξαναδούμε με άλλο βλέμμα τη ζωή και το θάνατο, τους κρυμμένους ή φανερούς ανθρώπους μας, καθιστώντας από τη μία ορατό τον νεκρό πατέρα, που κατά τα άλλα βρίσκεται «πάντα πιο βαθιά» στο χώμα, και από την άλλη θάβοντας τα ζωντανά μέλη της οικογένειας σαν παιχνίδι θησαυρού. Όπως σημειώνει η Μαστοράκη, ο συγγραφέας «θάβει: καλύπτει αδιάκοπα τα ίχνη του με επάλληλες επιχωματώσεις. Κυρίως όμως ξεθάβει: ανασύρει από το χώμα απομεινάρια, θησαυρίζει τιμαλφή και σκουριασμένα κρικάκια, αναγνωρίζει τους νεκρούς του, συμφιλιώνεται, μαθαίνει, εν τέλει, να τους αγαπά».[10] Η ποίηση της Χαλκιαδάκη ξεσκεπάζει και ξεθάβει, αποκαλύπτει και αντιστρέφει, αρνείται κατάφωρα τα πολωτικά όρια ακόμη και μεταξύ ζωής και θανάτου, με όχημα, συμβολικά και εξελικτικά, την ομιλία, τη γλώσσα, το λόγο, την αφήγηση.

Ο τίτλος «μικρές κανίβαλες» –τυπωμένος μάλιστα με ανάγλυφα γράμματα σε εξώφυλλο ροζ χρώματος–μας κατευθύνει προς υβριδικές μορφές αντίληψης και λιγότερο προς στενά και στυγνά δυϊστικά σχήματα. Η ποίηση της Χαλκιαδάκη ενδιαφέρεται για το ξήλωμα κοινωνικών απάνθρωπων αντιλήψεων όχι με όρους παραβατικούς αλλά με όρους δημιουργικούς. (Δεν ενδιαφέρεται μόνο για την αποδόμηση αλλά και για τη μεταδόμηση.) Τα κορίτσια ανήκουν μεν στις «μικρές» αλλά και τις «άτακτες» αυτού του κόσμου σε βαθμό κακουργήματος εφόσον δεν ανταποκρίνονται σε κανένα ιδεώδες γονέα: καταπατούν τους ηθικούς κανόνες της σεμνότητας, της καθαρότητας, της υπακοής και γιατί όχι και της αριστείας. Στα μάτια των μεγάλων ίσως είναι πράγματι ανθρωποφάγοι. Είναι όμως ιδιαίτερα μαχητικές και γενναίες.

Η ποίηση δεν φαίνεται να συμμερίζεται την κυριολεκτική σημασία του κανιβαλισμού. Στα δύο προτελευταία ποιήματα («Ζιζανιοκτόνο», «Χρησμός») αλλάζει ορατά η οπτική γωνία και ακούμε τη φωνή της μητέρας. Τι φοβάται, λοιπόν, η μητέρα; Μη γίνει το παιδί της σαν αυτήν. Φοβάται το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Τι είναι η ίδια; Άνθρωπος. Είναι αυτό κάτι θετικό; Στο ποίημα «Χρησμός» λέει χαρακτηριστικά η μητέρα: «Δεν την ταΐζω από το στήθος μου μη δοκιμάσει άνθρωπο / και αρχίσει να γράφει τίποτα ποιήματα». Η Χαλκιαδάκη, με τη γνωστή ειρωνική της στάση, μας κλείνει το μάτι. Ξέρουμε ήδη ότι το κορίτσι-αφηγήτρια έγινε ποιήτρια. Είναι παιδί ή μητέρα; Έγραψε ένα βιβλίο ποίησης που δεν είναι απλώς σύγχρονο. Είναι ένα βιβλίο ποίησης που έχουμε ανάγκη.

ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

*


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Pierre Bourdieu & Terry Eagleton, «Δόξα και κοινή ζωή», Ουτοπία, τχ. 9, 1994, σ. 117-118 και 127. Βλ., επίσης, Pierre Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, πρόλ. Νίκος Παναγιωτόπουλος, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, Πατάκης, Αθήνα 2007, σ. 79 και εξής, ειδικά σ. 92: «Η συμβολική βία δεν ασκείται παρά μόνο μέσω μιας πράξης γνώσης και πρακτικής παραγνώρισης που επιτελείται πέραν της συνείδησης και της βούλησης και η οποία προσδίδει την “υπνωτιστική εξουσία” της σε όλες τις εκδηλώσεις, προσταγές, προτροπές, δελεασμούς, απειλές, μομφές, διαταγές ή ανακλήσεις στην τάξη».
[2] Η Ελένη Βαρίκα στο βιβλίο της Για μια πολιτική γραμματική του φύλου, μτφ. Πελαγία Μαρκέτου, Πλέθρον, Αθήνα 2009, στρέφει το ενδιαφέρον στις διαδικασίες κατασκευής της ίδιας της «διαφοράς» και την αναζήτηση ενός δρόμου όπου το φύλο θα αποτελεί οργανωτική αρχή του πολιτικού. Και η Μπάτλερ συζητά για διαδικασίες να «ξεγίνεται» κανείς το φύλο του, στο Judith Butler, Undoing Gender, Routledge, Νέα Υόρκη 2004.
[3] Judith Butler, Η ψυχική ζωή της εξουσίας. Θεωρίες καθυπόταξης, μτφ. Τάσος Μπέτζελος, Πλέθρον, Αθήνα 2009, σ. 43.
[4] Η επιτελεστικότητα, γράφει η Μπάτλερ, πρέπει να εννοηθεί ως «πρακτική της επανάληψης και της παράθεσης με την οποία ο λόγος παράγει τα αποτελέσματα που ονομάζει». Βλ. Τζούντιθ Μπάτλερ, Σώματα με σημασία. Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, μτφ. Πελαγία Μαρκέτου, εισ.-επιστ. επιμ. Αθηνά Αθανασίου, Εκκρεμές, Αθήνα 2008, σ. 42.
[5] Δανείζομαι τον τίτλο βιβλίου της Τζούντιθ Μπάτλερ όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά (Judith Butler, Αναταραχή φύλου [Gender Trouble], μτφ. Γιώργος Καράμπελας, επιμ. Βενετία Καντσά, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009).
[6] «technology of the self», στο Michel Foucault, «About the Beginning of the Hermeneutics of the Self: Two Lectures at Darmouth», Political Theory, τχ. 21, αρ. 2, Μάιος 1993, σ. 203.
[7] Rosi Braidotti, «Ενσώματη ταυτότητα, έμφυλη διαφορά», στο Αθηνά Αθανασίου (εισ.-επιμ.), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική, μτφ. Πελαγία Μαρκέτου, Μαργαρίτα Μηλιώρη, Αιμίλιος Τσεκένης, νήσος, Αθήνα 2006, σ. 191.
[8] Η κοινωνιολόγος Christine Delphy («Rethinking Sex and Gender», μτφ. Diana Leonard, Women’s Studies International Forum, τόμ. 16, τχ 1, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1993, σ. 1-9) σχολιάζει ότι η διάκριση σε βιολογικό και κοινωνικό φύλο παράγει την έμφυλη ιεραρχία και κατ’ επέκταση την έμφυλη διαφορά. Αρχίζει το άρθρο της λέγοντας πως ενώ είναι αναπόδεικτο πως το βιολογικό φύλο (sex) προηγείται του κοινωνικού (gender) οι περισσότερες μελέτες για το φύλο, συμπεριλαμβανομένων και των φεμινιστικών, θεωρούν μια τέτοια υπόθεση αυτονόητη.
[9] Αθηνά Αθανασίου, «Gender Trouble. Η φεμινιστική θεωρία και πολιτική μετά την αποδόμηση της ταυτότητας», Σύγχρονα Θέματα, τχ. 94, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2006, σ. 67.
[10] Τζένη Μαστοράκη, «Πού κατοικεί ο συγγραφέας» [Μισέλ Φάις, Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου], Ο πολίτης, τχ. 13, Οκτώβριος 1995.

 

*

*