Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [1/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [1/2]

Μετάφραση Γιώργου Βαρθαλίτη

~.~

Τα βιογραφικά στοιχεία του Χριστόφορου Μυτιληναίου αντλούνται από το ίδιο το έργο του. Τα ελάχιστα στοιχεία που συνάγουμε από εκεί φανερώνουν έναν σημαντικό βυζαντινό λόγιο, ο οποίος κατάγεται μάλλον από τη Μυτιλήνη όπως δείχνει και το επίθετό του, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, και έχει σίγουρα λάβει υψηλή μόρφωση. Οι τίτλοι που κατείχε (υπογραφεύς του βασιλέως, πατρίκιος, ανθύπατος κλπ.), όπως παρουσιάζονται στο έργο του, αναδεικνύουν τον Χριστόφορο σε μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της Πόλης στην εποχή του. Το έργο του καλύπτει μία ευρεία κλίμακα ειδών και θεμάτων· από την γραφίδα του προέρχεται ένα μεγάλο μέρος δίστιχων επιγραμμάτων στα Μηναία καθώς και έργα θρησκευτικού περιεχομένου (αφιερωμένα σε εορτές ή βιβλικά πρόσωπα), μα και πολλά ποιήματα που αναφέρονται σε πρόσωπα της οικογένειάς του (ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων αυτά για τον θάνατο του αδελφού του και της μητέρας του), σε ιερωμένους, αξιωματούχους, ή φίλους του αλλά και αρκετά άλλα με σατυρικό περιεχόμενο. Η σημερινή απόδοση του Γιώργου Βαρθαλίτη, που παραθέτουμε, αφορά σε ένα κομψό ποίημά του για την αράχνη, και είχε φιλοξενηθεί για πρώτη φορά στο περιοδικό Παλίμψηστον (τχ. 33, Άνοιξη 2016).

~.~

Χριστόφορου Μυτιληναίου

Ἡ ἀράχνη

Μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα, Ἀδωνάι, ἡ σοφία κι ἡ μαστοριά σου: πῶς ἔφτιαξες τὴν ἀπέραντη κτίση, πῶς ἔφτιαξες κι ἐμένα, καὶ τί ἤμουν πρὶν καὶ τί εἶμαι τώρα, ἐγὼ τὸ χώμα ποὺ πήρα τὴν εἰκόνα σου. Ὅταν λοιπὸν κοιτάζω μὲ τὰ μάτια τοῦ νού μου, καὶ προσέχω καθετὶ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, τότε μὲ πιάνει ἴλιγγος πέρα ἀπὸ κάθε λόγο. Δὲν ἀντέχω ν’ ἀτενίζω τὸν ἥλιο τῆς γνώσης σου καὶ σφαλίζω τὰ βλέφαρα τοῦ νοῦ μου. Μετὰ σπεύδω ν᾽ ἀναμέλψω ὕμνους. Μ᾽ ὅλη τὴ δύναμή μου σ᾽ εὐχαριστὼ γιὰ τὴ δύναμή σου. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ σ’ ἐπαινέσω ἀντάξιά σου ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματά σου. Γι’ αὐτὸ θὰ σ’ ἐπαινέσω ἀπὸ ἕνα πλάσμα ταπεινό. Δὲν εἶναι, βέβαια, ταπεινό, ἂν θελήσεις νὰ τὸ δεῖς καθ’ ἑαυτό. Ἂν ὅμως κοιτάξεις ὅλα τὰ ἄλλα πλάσματα, τότε φαντάζει ἀσήμαντο καὶ ταπεινό. Τώρα θὰ ἀφήσω τὰ ὑπόλοιπα καὶ θὰ μιλήσω μόνο γιὰ ἐκεῖνο. Ἐννοῶ τὴν ἀράχνη. Κοίτα καὶ θαύμασε τὴ σοφία τοῦ δημιουργοῦ, ποὺ χάρισε τέτοια σοφία σὲ ἕνα τόσο δὰ ζωάκι. Δές την πῶς τρέχει καὶ ἀνεβοκατεβαίνει στὸν ἀέρα, δὲς μὲ τί ἐξυπνάδα κι ἐπιδεξιότητα πλέκει τὸν ἱστό της. Πρῶτα τεντώνει δυὸ μακριοὺς στύλους γιὰ νὰ στηρίξει μ’ ἀσφάλεια τὸ δίχτυ της. Μετὰ βάζει μέσα γραμμὲς καὶ κύκλους, κύκλους ἀραιοὺς ποὺ ἔχουν ἕνα κέντρο. Τὸ κέντρο τοῦ μικρότερου κύκλου εἶναι τὸ κέντρο ὅλων τῶν ἄλλων. Τώρα χαράζει ἀνάμεσά τους ὀρθογώνια, μετὰ ἀμβλυγώνια, μετὰ ὀξυγώνια. Ἀνεβαίνει καὶ κατεβαίνει καὶ κάθεται καὶ ἔτσι φτιάχνει κάθε λογῆς σχήματα. Ἂν θὲς νὰ καταλάβεις, θὰ τὴ δεῖς νὰ λύνει ἀλλοῦ τὰ νήματα, ὅπως νομίζει, κι ἀλλοῦ νὰ ὑφαίνει μὲ δεξιοσύνη ἄλλα καὶ νὰ πλέκει μὲ τὰ χείλη της καὶ τὰ πέλματα τῶν ποδιῶν της ἕνα θαυμαστὸ ὑφάδι χωρὶς ἀργαλειό. Κι ἀφοῦ οἱ κλωστὲς εἶναι τόσο λεπτές, μπορεῖς νὰ δεῖς μέσα τους τὸ κυνήγι τῆς ἀράχνης. Ἐκείνη κάθεται στὸ μέσο τῶν κύκλων, σὰν κάποιος ποὺ στήνει κρυμμένος καρτέρι, καὶ πιάνει τίς μύγες ποὺ πέφτουνε στὸ δίχτυ της, ὅπως τὸ γεράκι τὶς πέρδικες. Γελᾶς νὰ τὴ βλέπεις νὰ πιάνει μύγες. Ἄσε ὅμως τὸ θαυμαστὸ κυνήγι της, κι ἂν μπορεῖς, κατάλαβε ἐτοῦτο τὸ παράξενο: πῶς ξαφνικὰ τὸ ὑγρὸ μέσα ἀπ’ τὴν κοιλιὰ τοῦ ζωυφίου πήζει καὶ γίνεται νῆμα καὶ πῶς τὸ νῆμα στέκεται γιὰ τόσο καιρό, μέχρι νὰ τὸ σπάσει κανεὶς εἴτε μὲ τὴ θέλησή του εἴτε ἄθελά του; Πῶς ἡ ἀράχνη φτιάχνει μὲ τέτοια δεξιοτεχνία τόσους κύκλους δίχως διαβήτη; Πῶς τοὺς δένει καὶ πλέκει δίπλα τους καὶ συνάπτει κάθε λογῆς καμπές; Πῶς βγάζει ὅλα ἐκείνα τὰ νήματα; Πῶς ξεχύνει ἀπ’ τὴν κοιλιά της τόσες κλωστές; Ποιούς μεταξοσκώληκες τρέφει στὰ σπλάχνα της; Πῶς φτιάχνει νήματα τόσο λεπτὰ καὶ τόσο ὄμορφα; Πῶς πλέκει τόσο τέλεια τὸ δίχτυ της; Ποῦ καὶ πότε ἔμαθε νὰ πλέκει; Ποιό δάσκαλο βρῆκε γιὰ τὴν τέχνη της; Ποιά σοφὴ καὶ φιλόπονη ἀνυφάντρα; Πῶς φτιάχνει τρύπες δίχως γλυφίδα σιδερένια; Πῶς ξέρει νὰ χαράζει στὸν κύκλο ποὺ περικλείει τοὺς ἄλλους γραμμὲς μὲ ἴσιες διαστάσεις πάνω τους; Πῶς τὰ καταφέρνει, δίχως νὰ τὸ μάθει ἀπ’ τὸν Εὐκλείδη ἢ τὸν Μαμέρτιο ἢ τοὺς Αἰγύπτιους, τοὺς πρώτους γεωμέτρες; Πῶς ἁρμόζει σ’ αὐτὲς τὶς γραμμὲς ρόμβους καὶ σκαληνά, κι ἂς μὴν εἶδε ποτέ της τὸν Ἀρχιμήδη καὶ τὸν Ἀρχύτα, τοὺς σοφοὺς ἐκείνους γεωμέτρες, κι ἂς μὴν μαθήτευσε κοντά τους κι ἂς μὴν ἔμαθε τὴν ἐπιστήμη τῶν σχημάτων, μήτε τὶς ἄνισες καὶ τὶς ἴσιες θέσεις, μήτε τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα τῆς τέχνης; Ποιός Ἐλιὰβ θὰ ἔχτιζε, μὲ τὶς πιὸ λεπτὲς κλωστές, τέτοια οἰκοδομήματα στὸν ἀέρα σὰν αὐτὰ ποὺ φτιάχνει ἡ ἀράχνη; Πῶς δένει ἐτοῦτες τὶς ἀδύναμες κλωστὲς τόσο ἄψογα, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὶς χαλάσουν μήτε οἱ δυνατότεροι ἄνεμοι; Ποιός Βεσελεὴλ θὰ ἔχτιζε καὶ θὰ σμίλευε τέτοιο ἔργο, ὄχι ἀπὸ ξύλα μὰ μοναχὰ ἀπὸ ἴνες; Ποιός θὰ θαυμάσει ὅλα τὰ ὑπόλοιπα τῆς ἀράχνης καὶ θὰ τὰ πεῖ ὅπως τοὺς ἀξίζουν; Ἀδύναμος γιὰ αὐτὸ κι ὁ νοῦς κι ὁ λόγος καὶ ὅλη ἡ δεινότητα τῶν ρητόρων καὶ ὅλη ἡ γλαφυρότητα τῶν σοφιστῶν. Τέτοια, ἀριστοτέχνη Σαβαὼθ παντοκράτορα, εἶναι καὶ τὰ μικρότερα τῶν πλασμάτων σου. Τὰ μέγιστά σου δὲν μπορῶ νὰ τὰ ἀγγίξω. Γι᾽ αὐτό, τολμῶ νὰ σὲ ὑμνήσω, μέγα, ἀπ’ τὰ μικρά.

~·~

Εἰς τὸν <ἀράχνην>   

Ἐκπλήττομαί σου τὴν σοφὴν τεχνουργίαν,
ἀδωναῒ <***>
καὶ τὴν κτίσιν σου πᾶσαν εἰς νοῦν λαμβάνων,
πῆξιν τε<*** *** καὶ πάντων πλέον>
ἐμαυτὸν αὐτόν, πῶς παρῆγμαι καὶ πόθεν
καὶ τί πρὶν ἤμην καὶ <τ>ί νῦν, <ὁπηνίκα>
τῆς γῆς ὁ χοῦς ὑπῆρξα σὴν κατ’ εἰκόνα,
ἁπαξαπλῶς δὲ τῇ νοὸς θ̣<εωρίᾳ>
βλέπων ἕκαστα καὶ κατασκοπῶν ἅμα,
ἄρρητον εἰς ἴλιγγον ἐμπίπ̣<τω λίαν,>

μύω δὲ τὸν νοῦν ὥσπερ οὐκ ἐξισχύων
πρὸς ἥλιον σῆς γνώσεως ἀπ<οβλέπειν.>
ὅθεν πρὸς ὕμνον εὐθέως ἀνατρέχω,
τῇ σῇ πρὸς ἰσχὺν εὐχαριστῶν <δυνάμει,>
ἣν ἐξ ἁπάντων πρὸς μέρος τῶν κτισμάτων
ἔχων ἐπαινεῖν οὐδαμῶς ὥ<ς σοι πρέπει,>
ἐξ εὐτελοῦς γοῦν πλάσματος νῦν αἰνέσω,
οὐκ εὐτελοῦς μὲν οὐδὲ μικροῦ <συνόλως,>
εἴ τις πρὸς αὐτὸ καὶ μόνον βλέπειν θέλοι,
πανευτελοῦς δὲ καὶ χαμαιζήλ<ου πάνυ,>
ἂν πρὸς τὰ λοιπὰ πλάσματα βλέψειέ τις.
πλὴν ἀλλὰ τἄλλα νῦν παραδραμὼν <λέγω·>
ἴδε πρὸς αὐτὴν τὴν ἀράχνου πᾶς φύσιν
καὶ δημιουργοῦ γνῶσιν ἐκπλα<γεὶς νόει,>
τοῦ γνώσεως χάρισμα δόντος πανσόφως
ζῴῳ βραχεῖ τε καὶ πανευτελεστά<τῳ·>
ὅρα γὰρ αὐτόν, πῶς ἐς ἀέρα τρέχει
καὶ πῶς ἀνέρπει καὶ καθέρπει πολ̣<λάκις>
καὶ τοὺς μίτους μὲν εὐφυῶς διαπλέκει,
τὰς συνθέσεις δὲ δεξιῶς διαγράφει

καὶ πρὸς τὸ νήθειν ἐκκενοῖ τὴν φροντίδα.
μακροὺς μὲν οὖν τὸ πρῶτον ἐντείνει στύλους,
ὡς ἂν τὸν ἱστὸν ἀσφαλῶς ἐφεδράσῃ,
αὖθις δὲ γραμμὰς ἐντίθησι καὶ κύκλους,
κύκλους ἀραιούς, κέντρον ἓν κεκτημένους.
τοῦ τῶν ἁπάντων ἥττονος καὶ γὰρ κύκλου
κοινὸν τὸ κέντρον πᾶσι τοῖς ἄλλοις κύκλοις.
καὶ νῦν μὲν ὀρθὰς γωνίας διεκφέρει,
νῦν δ’ ἀμβλυγώνους, ὀξυγώνους δ’ αὖ πάλιν·
ἄνεισι καὶ κάτεισι καὶ συνιζάνει
καὶ σχηματισμοὺς ποικίλους καταγράφει.
ἴδῃς ἐκεῖνον ἀκριβώσας, εἰ θέλεις,
πῇ μὲν χαλῶντα πρὸς τὸ δόξαν τοὺς μίτους,
πῇ δὲ προσυφαίνοντα δεξιωτάτως
καὶ χείλεσι πλέκοντα καὶ ποδῶν βάσει
θαυμαστὸν ἱστὸν κερκίδος πάσης ἄνευ·
ἄγαν δὲ λεπτῶν τῶν μίτων πεφυκότων,
ἔχεις ἐν αὐτοῖς καὶ συνεστῶσαν βλέπειν
θήραν παρ’ αὐτῶν τῶν ἀράχνου δακτύλων·
εἰς γὰρ τὸ κέντρον τῶν κύκλων κεκρυμμένος

δίκην λοχῶντος ἐν τόποις ἀποκρύφοις
μυίας ἐς αὐτοὺς εἰσιούσας τοὺς μίτους
ὡς ἱέραξ τίς πέρδικας συλλαμβάνει
καὶ σφόδρα ταύτας τέρπεται κατεσθίων·
πολλὴν δὲ τοῖς βλέπουσι τὴν θήραν τότε
ὁ μυιαθήρας προξενεῖ θυμηδίαν.
ἀλλ’ ἐξαφεὶς τὸ θαῦμα τῆς θήρας τέως
ἐκεῖνό μοι θαύμαζε κἂν δύνῃ νόει,
ἐκεῖνο φημὶ τὸ ξένον, πῶς ὑγρότης
ἐκ κοιλίας ἰοῦσα τοῦ ζῴου μέσης
εἰς νῆμα λεπτὸν πήγνυται παραυτίκα
καὶ πῶς παγεῖσα μακρὸν ἕστηκε χρόνον,
ἕως τάμῃ τίς εἴθ’ ἑκὼν ἢ μὴ θέλων.
ὢ πῶς ἀράχνης καὶ διαβήτου δίχα
κύκλους τοσούτους εὐτέχνως διαγράφει,
δεσμεῖ δὲ τούτους καὶ παραλλήλως πλέκει,
καμπὰς συνείρων σφόδρα ποικιλωτάτας;
ὢ πῶς ἐκεῖνος τοὺς μίτους ἀναπτύει
καὶ πλῆθος ἐκχεῖ νημάτων ἐκ κοιλίας,
ποίους τρέφων τοὺς σῆρας ἐν τοῖς ἐντέροις;

ὢ πῶς τὸ νῆμα λεπτότατον καλλύνει
καὶ πῶς τὸν ἱστὸν εὐπρεπέστατα πλέκει,
πόθεν τὸ νήθειν ἐκδιδαχθεὶς καὶ πότε,
διδάσκαλον δὲ τῆς τέχνης εὑρὼν τίνα,
ποίαν σοφὴν γυναῖκα τὰς ἱστουργίας,
ποίαν φιλεργὸν καὶ πονεῖν εἰθισμένην;
ὢ πῶς γλυφεῖον οὐδαμῶς κεκτημένος
ὀπὰς τορεύει καὶ σιδηρίου δίχα;
ὢ πῶς χαράττειν οἶδε κύκλῳ τῶν κύκλων
γραμμὰς ἐπ’ αὐτῶν τῶν κύκλων ἐγκειμένας,
ἴσας ἐχούσας πάντοθεν διαστάσεις,
μαθὼν ἐκείνας οὐκ ἀπ’ Εὐκλείδου γράφειν,
εἰδὼς δὲ πάντως καὶ πρὸ τοῦ Μαμουρίου
ἢ μᾶλλον εἰπεῖν καὶ πρὸ τῶν Αἰγυπτίων,
οὓς εὑρετὰς λέγουσι πρώτους τῆς τέχνης;
ὢ πῶς συνάπτει ταῖσδε ταῖς γραμμαῖς ἅμα
καὶ ῥομβοειδὲς καὶ σκαληνὸν εὐτέχνως,
οὐκ Ἀρχιμήδην οὔτε μὴν τὸν Ἀρχύταν
ἑωρακώς που, τοὺς σοφοὺς γεωμέτρας,
οὐ ταῖς ἐκείνων ἐντραφεὶς ὁμιλίαις,

οὐ σχηματισμῶν ἐκμαθὼν πολλοὺς λόγους,
οὐ τὰς ἀνίσους οὐδὲ τὰς ἴσας θέσεις
οὔτ’ ἄλλο μεῖζον ἢ μικρὸν τῶν τῆς τέχνης;
τίς οὖν Ἐλιὰβ ἐξ ὑπερλέπτων μίτων
ἐπ’ ἀέρος τοιούσδε πήξει τοὺς δόμους,
οἵους ἀράχνης δημιουργεῖ καὶ πλέκει,
οὕτως ἄριστα συνδέων μοι τοὺς μίτους,
ὡς μὴ λελύσθαι ταῖς πνοαῖς τῶν ἀνέμων
τὸ σαθρὸν αὐτῶν καὶ διησθενημένον;
Βεσελεὴλ δὲ ποῖος οὐκ ἀπὸ ξύλων,
ἀλλ’ ἐκ μόνων μάλιστα τῶν μηρυμάτων
τοιοῦτον ἔργον τεκτονήσει καὶ ξέσει;
τίς καὶ τὰ λοιπὰ τῶν ἀράχνου θαυμάσει
καὶ τίς τὰ πάντα τοῦδε πρὸς μέρος φθάσει;
ἐξασθενεῖ πρὸς ταῦτα καὶ νοῦς καὶ λόγος
καὶ πᾶσα πάντων δεινότης τῶν ῥητόρων
καὶ πᾶσα πάντων τῶν σοφιστῶν κομψότης.
τοιαῦτα τῶν σῶν καὶ τὰ μικρὰ πλασμάτων,
ἀριστοτέχνα σαβαὼθ παντοκράτορ.
τοῖς οὖν μεγίστοις οὐδὲ προσβαλεῖν σθένων,
ἐκ τῶν μικρῶν ὑμνεῖν σε τολμῶ τὸν μέγαν.

~•~

*

*

~.~ 

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*