*
Την παρατηρώ
Την παρατηρώ
Η αξία της μέσα μου φουντώνει
Μου μιλάει για πράγματα, για ένα σωρό πράγματα
Πράγματα με αξία, πράγματα που δεν ξέρει πως
Πρόλαβα από μια τύχη να τους δώσω πρώτος κι εγώ αξία
Ουφ! Απόγευμα μαζί της και καμία διέξοδος διαφυγής
Θεόκλειστο το κύκλωμα του έρωτα
Ακούω τα τύμπανα, τις υπόγειες εκρήξεις θαυμασμού
Τις αντανακλάσεις που φωταγωγούν
Το δωμάτιο με τους καθρέφτες. Το δωμάτιο στο οποίο προκύπτει η ψυχή.
~.~
Λες και μας αφορά
Μετά από κάποια σκέψη
Αποφάσισα να πειραματιστώ ως εξής με τη ζωή
Αποφάσισα να ξεκόψω όσο μπορώ απ’ τις επαναλήψεις
Απ’ την ίδια κίνηση, την ίδια μικροκίνηση
Να ξεκόψω απ’ αυτό τον άθλιο υποβολέα αιωνιότητας που μ’ ακολουθεί
Τη ρουτίνα – σε μια προσπάθεια να δημιουργήσω χώρο
Μπας και συγγενέψω νοητά για λίγο με τον θάνατο
Μπας κι ανοίξω και δω διάπλατα έτσι, την περιβόητη αυτή ατέλεια της ζωής
Το λαμπερό μισοφέγγαρο των πραγμάτων
Διαπιστευμένη αποτυχία μέχρι στιγμής.
Στην κηδεία χθες με πέτυχα πάλι να χαώνομαι ενώπιον όλων
Είναι χειμώνας. Άλλος ένας χειμώνας
Ακριβώς στην ίδια σειρά, όπως οι υπόλοιποι εκατομμύριοι πριν
Ε ανάθεμα λοιπόν σ’ όποιον πρωτοεντόπισε τις εποχές! αυτό το μοτίβο
– το κάθε μοτίβο
Σ’ όποιον άφησε το δάχτυλο να δείχνει μακριά εκεί τους επουράνιους κύκλους
Τον γιγάντιο ουροβόρο όφι που ίπταται συνεχώς πάνω απ’ τα κεφάλια μας,
λες και μας αφορά·
Τι να σου φταίξει κι εδώ κάτω η ρουτίνα;
Η συμπαρασυρόμενη ρουτίνα της ζωής;
Τη ρουτίνα της φύσης κι αυτή βλέπει και μιμείται.
*
Το κυνηγητό
Μεγαλώνω
Κι όσο μεγαλώνω μαζεύω αθέλητα τον κόσμο
Το βλέπω – μαζεύεται από μόνος του ο κόσμος
Παρά την όση ζωή ακολούθησα ως τώρα
Τα χέρια μου τεντώνουν πάλι νευρικά και δαγκώνουν τις διαγώνιες άκρες,
τυλίγοντάς τον διαρκώς σε μια ατέλειωτη κόλλα χαρτί
Όλους κι όλα τους αυτοστιγμεί – όλα. Εκτός μόνο απ’ τον Έρωτα
Με τον ακούνητο γαλαξία του, τους μύριους ήρωές του
Που κάθε φορά τους βλέπω να ζωντανεύουν παραστατικά μπροστά μου
Κι όσος καιρός κι αν περάσει με κάνουν να ξανακάθομαι οκλαδόν
Να παίρνω τον χρόνο μου και να τους μιλάω, να τους αναλύω, να τους συνδυάζω
Μπερδεύοντας επάνω στις σκέψεις κάθε παρελθόν παρόν και μέλλον,
όπως συμβαίνει στ’ απομακρυσμένα βάθη
Μα πώς γίνεται όλα τ’ άλλα – που με νοιάζουν – εν τέλει να υποχωρούν
Να πέφτουν κάτω, εκτός απ’ τον Έρωτα;
Λες κι εκκρίνεται εκεί μια στωικότητα, ένας φυλαγμένος ορθολογισμός
Ένας διαφωτισμός που ξυπνάει την πιο παράξενη ώρα
Την υπόλοιπη μέρα κυνηγιέμαι γύρω με μια αυθαιρεσία
Που εκεί ως δια μαγείας στέκεται πίσω ήσυχη, σαν παιδί
Σε στάση τιμωρίας
Σε στάση προσοχής.
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΡΗΓΑΣ
*
