
Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
~.~
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ
Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη [2/2]
~.~
Στὸν σαρκικὸ ἔρωτα.
Ὁ τρομερὸς τὸν νοῦ μου ὁ ἔρωτας τυφλώνει
μὰ τὸ σκοτάδι διώχνει ὁ πόθος σου, Χριστέ μου.
~•~
Σὰν νὰ μιλάει κάποιος ποὺ ζήτησε νερὸ ἀπὸ μιὰ κοπέλα καὶ τὴν ἐρωτεύθηκε.
Ὢ τὸ πικρὸ νερὸ ποὺ πάλι ἤπια καὶ πάλι.
Διψῶ ἀκατάπαυστα. Ποιό τὸ νερὸ εἶναι ἐτοῦτο
ποὺ ἀνάβει πυρκαγιὰ καὶ καίει τὴν καρδιά μου;
Κρυβόταν τῶν ἐρώτων ὁ δαυλὸς ἐντός του.
Καὶ τώρα τί νὰ κάνω; Δῶσε μου ὅμως, κόρη,
τὰ χείλη σου νὰ πιῶ· μὰ ἀπὸ μακριὰ μὲ λιώνεις.
Κοντά σου τὴ φωτιὰ τοῦ πάθους πῶς θὰ ἀντέξω;
Μόνο ἕνα φάρμακο γιὰ αὐτὴ τὴ δίψα ξέρω:
τὸν ἔρωτα ἔρωτας πιὸ φλογερὸς τὸν σβήνει,
τὸν πιὸ μεγάλον ἔρωτα ἕνας πιὸ μεγάλος.
Χριστέ μου, ἁρπάζομαι ἀπὸ σένα τώρα, δῶσ᾽ μου
τὸ ζῶν νερό σου, αὐτὸ θὰ σβήσει καὶ τὴ φλόγα.
~•~
Στὸν ἑαυτό μου Α’.
Ἄχ! Ὁ τοξότης τῶν καρδιῶν καὶ τώρα πάλι,
φωτιὰν ἀνάβοντας, μοῦ ρίχνει τὰ πυρφόρα
τὰ βέλη τὰ φριχτὰ κι ἀγαπημένα. Μ᾽ ἔχει
βαριὰ λαβώσει καὶ δὲν θέλω νὰ τὰ βγάλω,
τὸ ξίφος μπήγω ἐντός μου, θέλω νὰ πεθάνω,
ποθῶ νὰ καῶ, νὰ λαβωθῶ καὶ ἄλλο ἀκόμα.
Ὢ συμφορὰ μεγάλη! Ποιό νερὸ τὴ φλόγα
θὰ σβήσει τὴν πικρή; Τὸ βέλος ποιός θὰ βγάλει;
Ὁ λόγος σου, Χριστέ μου, καὶ τὸ ζῶν νερό σου.
Τὰ φάρμακά σου ἀμέσως φέρε, λυτρωτή μου.
~•~
Στὸν ἑαυτό μου Γ΄.
Εἶσαι, Χριστέ μου, γῆ καὶ θάλασσα καὶ πόλος.
Στὴ γῆ βαδίζω ὅπως προστάζεις κάθε μέρα,
μὲ κυβερνᾶς ἐσὺ στὴ θάλασσα σὰν πλέω,
στὸν οὐρανὸ τοῦ νοῦ μου ὑψώνω τὸ κατάρτι.
Βλέπω ὅλο ἀνέμους μανιασμένους τὸ ταξίδι,
φοβᾶμαι ἀκόμα καὶ τὶς ἄγριες καταιγίδες,
τὶς τρικυμίες μὲ φρίκη βλέπω τῶν παθῶν μου
καὶ τρέμω καὶ τὴν ταραχὴ τῶν λογισμῶν μου.
Πῶς νὰ περάσω καὶ τὸν ἀέρα νὰ διασχίσω;
Πῶς νὰ ξεφύγω τόσα ἐμπόδια καὶ παγίδες,
χωρὶς νὰ πέσω καὶ χωρὶς νὰ ναυαγήσω
στῆς γῆς τὰ βάθη καὶ στὰ μύχια τοῦ ταρτάρου;
Μόνο ἂν κρατήσεις σὺ τοῦ πλοίου μου τὸ δοιάκι
κι ἅμα τοῦ πνεύματός σου ὁ ἀέρας τὰ πανιά μου
φουσκώσει τώρα καὶ στὸν θρόνο σου μὲ φέρει.
~•~
Στὴ ζωὴ Β΄.
Γιατί ἀποφεύγεις τὰ καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δὲν θὰ βρεῖς τῆς ἀλυπίας τὴν τέχνη.
Θέσπισε ὁ Πλάστης νά ᾽χει ἀγκάθια ἡ γῆ ἀπὸ κάτω
καὶ μύριες ἔγνοιες ἡ ζωή μας. Βάσταξέ τες.
~•~
Στὸν πυλωρὸ τοῦ πατρικίου Ἠλιού.
Πές, ποιά εἶναι ἡ μάνα σου, ποιός ὁ πατέρας σου εἶναι.
Εἶσαι ἀπ᾽ ἀλάστορες, ἡ μάνα σου Ἐρινύα.
Ὁ Θεὸς νὰ σὲ μισήσει, βδέλυγμα καὶ τέρας,
ἔχιδνα, δράκαινα, πικρὲ σκορπιὲ καὶ φίδι,
θαλασσινὴ τρυγόνα, βδέλλα, γριὰ καὶ σκύλλα,
κι ὅ,τι θηρίο στάζει ἀπὸ φαρμάκι.
~•~
Στὴ Βάπτιση.
Συνάθροισα ὅλο τὸ νερὸ τῶν θαλασσῶν
ἐγὼ κι ὅλα τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου.
Τὸ χέρι τὸ δικό μου πάλι μ᾽ αἷμα
τὸν θόλον ἅπλωσε ψηλὰ τῶν οὐρανῶν.
Βρέχω τὴ γῆ, μὰ ἐδῶ τὴν κεφαλή μου
μὲς στὸ νερὸ βουτάω καὶ βυθίζω
τὴν κεφαλὴ τοῦ δράκοντα μαζί μου.
Ὁ βασιλέας στὸν δοῦλο γέρνω τὸν αὐχένα
καὶ τοὺς θνητοὺς στ᾽ οὐράνια ἀνυψώνω.
~•~
Σὲ κάποιον μουσικό.
Κάποτε ὁ Θάμυρις κι ὁ Ὀρφέας κι ὁ Κινύρας
μὲ τὰ τραγούδια τους μάγευαν δέντρα, πέτρες
καὶ τ᾽ ἄγρια ζῶα. Μὰ οἱ τερπνές σου μελωδίες
τὰ πάντα μάγεψαν: τῆς θάλασσας τοὺς βράχους,
νομίζω, καὶ τὴ θάλασσα τὴν ἄγρια ἀκόμη
τήνε κοιμίζουν καὶ τοὺς δυνατοὺς ἀνέμους.
Κοίτα, σὰν ἄκουσεν ὁ αἰθέρας τὸ τραγούδι
πιὰ τὴν ἀμάχη τῶν ἀγέρηδων τελειώνει
κι ὅλα τὰ γνέφια ποὺ ἀντιστέκονται σκορπίζει.
Δὲς πῶς χαρούμενη χαμογελᾶ ἡ λιακάδα!
Καὶ κάτω ἡ θάλασσα ἡ φουρτουνιασμένη πρῶτα
αἴφνης ἠρέμησε κι ἁπλώθηκε σὰν λάδι,
τὴν ὕβρη πέταξε ὅπως ὁ φονιὰς πετάει
στὴ γῆ τὸ ξίφος, μαλακώνει κι ἡ ἀφορμή του·
ἀπ᾽ τὴ χαρὰ ποὺ μελωδεῖς σοῦ ἀνοίγει δρόμο.
Γλυκὰ ἡ Γαλήνη σὲ κοιτάζει καὶ γελάει.
Σκιρτοῦν τὰ ψάρια κι ἡ φιλόμουση Ἀλκυόνα
μὲ τὸ δικό της σοῦ ἀποκρίνεται τραγούδι.
Γύρω καὶ πλάι στὴ λύρα πλέει τὸ δελφίνι,
κρώζει κι ὁ σκάρος καὶ μπροστὰ χιμᾶ ὁ ναυτίλος,
φτάνει γοργὰ καὶ προβοδᾶ τὸ πλοῖο ὁ πομπίλος.
Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ μαγέψεις τὸ καράβι
καὶ στὸ τραγούδι σου τὸ κάνεις νὰ χορέψει
καὶ τ᾽ ἄνω κάτω τὸ φέρεις μὲ τὴ βία,
ἢ κάνεις νὰ ἀνεβοῦν πουλιά, θεριὰ καὶ ψάρια
στὸ πλοῖο πάνω καὶ στὸν πάτο τὸ τραβήξεις,
ἢ μήπως πέτρες γίνουν αἴφνης ὣς κι οἱ ναῦτες
ἢ καὶ τὰ πάντα, ἂν θὲς νὰ μοιάσεις στὶς Σειρῆνες.
Βλέπεις αὐτὸς κάνει ὣς κι οἱ πέτρες νὰ σαλεύουν,
ζωὴ σὰν νά ᾽χουνε κι αὐτές, κι ἀπὸ τοὺς ζῶντες
μπορεῖ νὰ κάνει πέτρες ὅποιους κι ἂν θελήσεις.
~•~
[Μήτε ζωγράφου χέρια…]
Μήτε ζωγράφου χέρια μήτε λιθοξόου,
μά, δημιουργέ, ἡ δική σου τέχνη καὶ τὰ χέρια
τὴν ὀμορφιὰ τῶν πάντων σ᾽ ἕνα συγκεράζει.
Μὲ φῶς των ἄστρων τῶν πετρῶν ἡ λάμψῃ μοιάζει,
μὲ τὴ λαμπρὴ φωτιὰ τοῦ αἰθέρα ἡ χρυσὴ ἁψίδα,
τὰ μωσαϊκὰ τὰ ἐξαίσια καὶ τὰ χρώματα εἶναι
ζωγραφιστὸς καθὼς λειμώνας ὅλος μ᾽ ἄνθη.
Ἐδῶ κι ἡ τέχνη τῶν μορφῶν νικᾶ τὴ φύση
καὶ ζωγραφίζει σχῆμα, κίνηση καὶ βλέμμα,
θαρρεῖς ἀκόμα καὶ τὸ πνεῦμα παριστάνει.
Βουνὰ κινεῖ κι ἡ πίστη. Πιὰ τὸ βλέπω ἀλήθεια.
Τοῦ λάτρη σου Νικήτα ἡ ἀγάπη μὰ κι ὁ πόθος
σὰν ζωντανὲς νὰ μοιάζουν ἔκαναν οἱ εἰκόνες,
ὣς κι ἀστραπὲς νὰ ρίχνουν ἔπεισαν τὶς πέτρες
κι ὅλα γεμίσαν μὲ τὴ λάμψη σου, Χριστέ μου.
~•~
*
*
[Εἰς σαρκικὸν ἔρωτα.]
Ἔρως ὁ δεινὸς ἐκτυφλοῖ μου τὰς φρένας,
ἀλλ ̓ αἰθριάζει σὸς πόθος με, Χριστέ μου.
~•~
Ὡς ἔκ τινος κόρην αἰτησαμένου ὕδωρ καὶ ἐρασθέντος αὐτῆς.
Ὢ πικρὸν ὕδωρ· δὶς πιὼν καὶ πολλάκις,
ἄπαυστα διψῶ. ποῖον ὕδωρ τοῦτό γε,
ὃ πῦρ ἀνάπτει καὶ φλέγει τὴν καρδίαν;
δαλὸς κέκρυπτο τῶν ἐρώτων· ὢ τάλας,
τί καὶ δράσω νῦν; ἀλλὰ τῶν σῶν χειλέων
πιεῖν, κόρη, δός· ἀλλὰ πόρρωθεν φλέγεις.
πῶς φλογμὸν οἴσω τοῦ πάθους προσεγγίσας;
ἓν εἶδον εὑρεῖν τῆσδε τῆς δίψης ἄκος·
ἔρως ἔρωτι παύεται φλογωτέρῳ·
ἔρως ἔρωτα σβεννύει μείζων μέγαν.
σοῦ, Χριστέ μου, σοῦ δράσσομαι· σύ μοι δίδου
ὕδωρ τὸ σὸν ζῶν, τοῦτο παύσει τὴν φλόγα.
~•~
Εἰς ἑαυτὸν Α´.
Οἴμοι, καθ ̓ ἡμῶν καὶ πάλιν τὰ πυρφόρα
πέμπει φλογίζων καρδιῶν ὁ τοξότης
βέλη τὰ πικρὰ καὶ μέλιτος ἡδίω,
βέλη τὰ δεινὰ καὶ ποθεινά· τῇ νόσῳ
ἕστηκα βληθείς, ἐξερύσαι δ ̓ οὐ θέλω·
ὠθῶ καθ ̓ αὑτοῦ τὸ ξίφος, θανεῖν θέλω·
ποθῶ φλέγεσθαι, τραυματίζεσθαι πλέον.
ὢ δεινὰ δεινῶν, ποῖον ὕδωρ τὴν φλόγα
σβέσει; τὸ πικρὸν ποῖος ἑλκύσει βέλος;
ὕδωρ τὸ σὸν ζῶν, Χριστέ μου, καὶ σὸς λόγος.
χρῆσαι, λυτρωτά, συντόμως τοῖς φαρμάκοις.
~•~
Εἰς ἑαυτὸν Γ´.
Γῆ καὶ θάλασσα καὶ πόλος σύ, Χριστέ μου·
καὶ γῆν πατῶ σοῖς νεύμασι καθ ̓ ἡμέραν
καὶ τὴν θάλασσαν σῇ κυβερνήσει πλέω,
τὸ τοῦ νοὸς δὲ λαῖφος ἱστῶ πρὸς πόλον·
ὁρῶ δὲ τὸν πλοῦν πνευμάτων ἐναντίων
γέμοντα, καὶ δέδοικα τὰς καταιγίδας
καὶ τῶν παθῶν πέφρικα τὰς τρικυμίας
καὶ τῶν λογισμῶν το κλυδώνιον τρέμω.
πῶς οὖν περάσω καὶ τέμω τὸν ἀέρα
καὶ τὰς τοσαύτας ἐνστάσεις διαδράσω,
καὶ μὴ τοσοῦτον ναυαγήσω καὶ πέσω
εἰς ἔσχατον γῆς, εἰς μυχοὺς τοῦ Ταρτάρου,
εἰ μὴ γένοιο χερσὶν οἰακοστρόφος,
εἰ πνεύματός σου τὸ πτερὸν τῶν ἱστίων
πλήσας πρὸς αὐτὸν ἰθύνοις τὸν σὸν θρόνον;
~•~
Εἰς τὸν βίον Β´.
Ψυχή, τί φεύγεις τοὺς καθ ̓ ἡμέραν πόνους;
οὐκ ἔστιν εὑρεῖν τῆς ἀλυπίας τέχνην.
τὴν γῆν ἀκάνθας, τὸν βίον δὲ φροντίδας
φέρειν ὁ πλάστης ἐξεθέσπισεν· φέρε.
~•~
Εἰς πυλωρὸν Ἠλιοὺ πατρικίου.
Τίς σοι πατήρ πέφυκε, τίς μήτηρ, λέγε.
μήτηρ Ἐρινύς, πᾶς ἀλάστορος σπόρος.
θεός σε μισήσει, ἐνάγιον τέρας,
ἔχιδνα καὶ δράκαινα, πικρὲ σκορπίε,
γραῦς, σκύλλα, βδέλλα καὶ τρυγὼν θαλασσία,
πᾶν εἴ τι δεινὸν πλῆρες ἰοῦ θηρίον.
~•~
Eἰς τὴν βάπτισιν.
Ὕδωρ θαλασσῶν, τῆς ἀβύσσου πᾶν βάθος
ἐγὼ συνῆξα, χεὶρ ἐμὴ δ ̓ ἐξ ὑδάτων
τοῖς οὐρανοῖς ὕπερθεν ἥπλωσε στέγην.
κλύζω δὲ τὴν γῆν, ἀλλὰ νῦν βάπτω κάραν
καὶ συμβυθίζω τοῦ δράκοντος τὴν κάραν.
κλίνω δὲ δούλῳ δεσπότης τὸν αὐχένα
καὶ πλάσμα τοὐμὸν ἐξανυψῶ πρὸς πόλον.
~•~
Εἰς τινὰ μουσικόν.
Ὀρφεύς τις ἢ Θάμυρις ἢ καὶ Κινύρας
ἔθελγον ᾠδαῖς δένδρα, θήρας καὶ λίθους,
τῶν σῶν δὲ τερπνῶν ἐμμελῶν λιγυσμάτων
ἄθελκτον οὐδέν, ἀλλὰ καὶ θαλασσίους
πέτρας, δοκῶ μοι, καὶ θάλασσαν ἀγρίαν
αὐτὴν κατευνάζουσι καὶ πνοῶν βίας.
ὁρᾷς γὰρ ὡς ἤκουσεν εὐθὺς τοῦ μέλους,
παύει μὲν αἰθὴρ συστροφὰς ἀντιπνόους,
ῥήσσει δὲ πυκνὰς τῶν νεφῶν ἀντιστάσεις.
ὁρᾷ δὲ φαιδρόν, προσγελᾷ τὴν αἰθρίαν.
κάτω δὲ καὶ θάλασσα κυματουμένη
ἐξυπτιοῦται νῦν κατεστορεσμένη·
τὴν ὕβριν ἐξέπτυσεν, ὡς φονεὺς ξίφος
ἔρριψεν εἰς γῆν, πᾶν κατηύνασε θράσος,
διίσταται χαίρουσα πρὸς τὸ σὸν μέλος·
γελᾷ Γαλήνη, λεῖον ἡδὺ προσβλέπει.
~•~
Oὐ χεὶρ λιθουργός, οὐδὲ χεῖρες ζωγράφου,
σή, δημιουργέ, χεὶρ καὶ σὴ τέχνη
εἰς ἓν τὰ κάλλη τῶν ὅλων κεραννύει.
λίθων μὲν αὐγὴ φῶς δοκεῖ τῶν ἀστέρων,
ἁψὶς δὲ χρυσῆ πῦρ τὸ λαμπρὸν αἰθέρος,
ψηφὶς δὲ τερπνὴ καὶ βαφὴ τῶν χρωμάτων
λειμών τις ἄλλος γραπτὸς ἄνθεσι βρύων.
ἡ τῶν τύπων τέχνη δὲ νικᾷ τὴν φύσιν
καὶ σχῆμα καὶ κίνημα καὶ βλέμμα γράφει
καὶ πνεῦμα μικροῦ, τοῦτο δ ̓ οὐκ ἔχει μόνον.
ὄρη μεθιστᾷ πίστις, ἔργοις νῦν βλέπω·
σοῦ γὰρ λάτρου Νικήτα φίλτρον καὶ πόθος
καὶ τοὺς τύπους ἔδειξεν ὡς ζῶντας βλέπειν
καὶ τοὺς λίθους ἔπεισεν ἀστραπὰς φέρειν,
καὶ πάντα σῆς μετέσχεν αἴγλης, Χριστέ μου.
~.~
Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας
Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό. Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021
*
