Ο Γεράσιμος Βώκος στο «Άστυ»

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

1. Εισαγωγικά. Η δεκαετής συνεργασία του Γεράσιμου Βώκου (Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927), με την εφημερίδα Η Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη (Επιβάτες Σηλυβρίας 1848 – Αθήνα 1920), μολονότι έδωσε άφθονους λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς καρπούς, εντούτοις δεν πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα. Όπως έχουμε πει κι αλλού, το δεύτερο εξάμηνο του 1894 ο Βώκος διέκοψε προσωρινά, για λόγους που δεν μας είναι γνωστοί, τη συνεργασία του με την Ακρόπολι[1], και για τέσσερις μήνες, (από 21 Ιουνίου έως 24 Οκτωβρίου), δούλεψε για την εφημερίδα Το Άστυ, που εκείνο τον καιρό διεύθυνε ο Θέμος Άννινος (Πύργος 1845 – Αθήνα 1916), μοιράζοντας και εδώ τις δραστηριότητές του μεταξύ δημοσιογραφίας και, παράλληλα, λογοτεχνίας.

Στο κομμάτι της δημοσιογραφίας, εκτός από τέσσερα μεμονωμένα άρθρα και τις αποκαλύψεις για τα λημέρια των ληστών της Φθιώτιδας, ο Βώκος δημοσίευσε στο Άστυ μια σειρά ανταποκρίσεων από την Πάτρα, τον Πύργο και το Αίγιο για το ακανθώδες σταφιδικό ζήτημα. Κατόπιν ασχολήθηκε επανειλημμένα με τον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων και τέλος, μέσα από δεκατρία δημοσιεύματα, σαν ένα είδος καμπάνιας, ξενάγησε τους αναγνώστες του Άστεως στις πανεπιστημιακές Σχολές. Ακόμη, στη στήλη «Από ημέρας εις ημέραν», που κρατούσε τακτικά, μεταξύ άλλων, ο Παύλος Νιρβάνας (Μαριανούπολη 1866 – Μαρούσι 1937) δημοσίευσε τρία χρονογραφήματα. Στην ίδια στήλη, μάλλον λόγω χώρου αφού η θέση του είναι στην επιφυλλίδα, και με υπέρτιτλο «Ιστορίαις του δρόμου», δημοσίευσε το διήγημα «Απόπειρα αυτοκτονίας». Το λογοτεχνικό κομμάτι ολοκληρώνεται με τις επιφυλλίδες «Ο τρελλός» και «Το ναυάγιον»[2]. Ο «Τρελλός»  φέρει τον υπέρτιτλο «Ιστορίαις του δρόμου».

 

2.1 Δημοσιογραφία. Στα μεμονωμένα άρθρα γίνεται λόγος: α) για το «μεγαλοπρεπές» μνημόσυνο που τελέσθηκε στην καθολική εκκλησία της Αθήνας για τον δολοφονημένο πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Μαρί Φρανσουά Σαντί Καρνώ (Λιμόζ 1837 – Λυόν 1894), («Το χθεσινόν μνημόσυνον του Καρνώ»). Το Άστυ, όπως όλες οι εφημερίδες, αφιέρωνε καθημερινά πολύ χώρο στη δολοφονία του Καρνό και στο πνεύμα αυτό ο Βώκος περιγράφει την επιμνημόσυνη τελετή, με παρόντες τον βασιλιά, τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη και τους Έλληνες και ξένους επισήμους. Λάτρης της μουσικής ο Βώκος, σχολιάζει συνεπαρμένος: «Ο χορός έμελψεν επανειλημμένως, ηκούσθησαν δε και θαυμάσιαι μονωδίαι ενός μάλιστα βαθυφώνου, ψάλλοντος μετ’ εκτάκτου τέχνης και δεσμεύσαντος όλον εκείνο το πολυπληθές ακροατήριον επί πέντε λεπτά εις τα θέλγητρα της φωνής του»· β) για το πλεόνασμα των άγαμων ανδρών, («Τι τους φυλάτε;»). Στο απολαυστικό αυτό άρθρο, που έχει το ύφος χρονογραφήματος, ο Βώκος, με τη βοήθεια της στατιστικής, διαπιστώνει ότι στα δύο εκατομμύρια του πληθυσμού της χώρας οι άρρενες είναι εκείνοι που περισσεύουν ως ανύμφευτοι, επομένως δεν δικαιολογείται το φαινόμενο της γεροντοκόρης. Η λύση του προβλήματος βρίσκεται στην αλλαγή της στάσης των γυναικών: να μην περιφρονούν το ανδρικό φύλο, αλλά να το ενθαρρύνουν επιλέγοντας για σύζυγο έναν από τους έξι παραπανίσιους που στην καθεμία αναλογεί. Ο Βώκος απευθύνεται στις άτυχες γυναίκες σαν να στήνει πρόταση γάμου: «Μικρό μου συ, που έχεις τόσην χάριν και κομψότητα εις το παράστημά σου και είνε η μέση σου χυτή και το στήθος σου σκληρόν και γραφικώτατα και λαμποκοπούν τα μάτια σου από την υγρότητα διακαούς έρωτος και σφριγώντος παρθενικού πάθους και η κόμη σου η εβενώδης σκορπίζει τόσην καλλονήν και τόσα αρώματα ιμέρων, συ που τόσον επιμόνως θηρεύεις τον εκλεκτόν σου και ακούραστος ψαροπούλα πότε ρίχνεις τα δίχτυα σου πότε εδώ και πότε εκεί, μήπως και πιάσης δι’ αυτών  κανένα και είσαι ικετευτική και φαίνεται η αγωνία σου προς το εκφεύγον ολονέν θήρευμα θα είχες ήδη απαχθή μακράν υπό των εξ εκείνων ρωμαλέων και αν η απαγωγή δεν είχε συντελεσθή, θα ήτο εξ ανδρών, για συλλογίσου, το περίβλεπτον ιδανικόν, που ήρκει εν σου νεύμα, διά να προβεί ο εκλεκτός σου σύζυγος»· γ) για την επιλογή ατόμου που θα καταλάβει τη θέση του δήμιου, («Ένας δήμιος»). Οι υποψήφιοι που έκαναν αιτήσεις είναι είτε φυλακισμένοι από χρόνια είτε ισοβίτες είτε καταδικασμένοι σε θάνατο. Ο Βώκος ελεεινολογεί το επάγγελμα του δήμιου και γενικεύει ότι «εν Ελλάδι είνε εξηκριβωμένον, ότι όλοι επάνω-κάτω είμεθα ερασιτέχναι του αιματηρού εγκλήματος, οι άνθρωποι των πόλεων και οι αγρόται». Πρόκειται περί ενδιαφέροντος άρθρου, με σκέψεις γύρω από το έγκλημα, τους τρόπους εκτέλεσής του και την ψυχολογία του εγκληματία· δ) για τον πνιγμό στο Παλαιό Φάληρο του τελετάρχη της βασιλικής αυλής Σταμάτιου Μπουντούρη, της συζύγου του και δύο ακόμη αξιωματούχων: του γραμματέα του Διαδόχου και του ταμία του Διαδόχου, όταν το μικρό κότερο του Μπουντούρη ανετράπη από σφοδρή ριπή του ανέμου, («Το δράμα του Φαλήρου»). Το άρθρο διαθέτει γλαφυρές στιγμές, ύφος που οι αναγνώστες αναμένουν από τον Βώκο.

Όσον αφορά τη σειρά των πέντε άρθρων για τα «ληστρικά λημέρια» της Φθιώτιδας, ο Βώκος, σαν είδος συναξαριού, σκιαγραφεί τον βίο και την προσωπικότητα του αποθανόντα πλέον και κάποτε πασίγνωστου ληστή, του Αθανάσιου Παπακυριτσόπουλου, τη σχέση του με το οικογενειακό του περιβάλλον και τις δοσοληψίες του με τους άλλες ληστές της περιοχής. Στη διήγηση υπάρχει αφθονία περιστατικών δοσμένα από τον αφηγητή με ζωντάνια και παραστατικότητα.

Στα χρόνια που ο Βώκος εργάσθηκε ως δημοσιογράφος, είτε μέσω των άρθρων του είτε μέσω των ανταποκρίσεών του είτε μέσω των συνεντεύξεων που πήρε, ο ανυστερόβουλος σκοπός του, στο πνεύμα των αντιλήψεών του, παρέμενε ένας και προφανής: αφενός να συμβάλει στην κοινωνική αναβάθμιση, αφετέρου να συνδράμει στην εδραίωση ενός σύγχρονου κράτους. Το αν εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία, πιθανώς, εκτός από προσωπικούς λόγους, να οφείλεται στην απογοήτευση. Η αφύπνιση της κοινωνίας μοιάζει με έναν τοίχο που προσπαθείς για χρόνια να γκρεμίσεις. Όταν κάποια στιγμή καταλάβεις ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, κρεμάς επάνω του ένα χαριτωμένο κάδρο. Εντούτοις, για όσον καιρό διήρκεσε, η δημοσιογραφία του Βώκου υπήρξε σημαντική. Συνεργαζόμενος με το Άστυ, ασχολήθηκε εκ νέου με το σταφιδικό πρόβλημα, όπως είχε κάνει την προηγούμενη χρονιά (1893) στην Ακρόπολι[3], στέλνοντας, στο διάστημα από 3 έως 24 Ιουλίου, ανταποκρίσεις από τις περιοχές της Αχαΐας και της Ηλείας. Συνάμα, τροφοδότησε την εφημερίδα με διάφορα άλλα θέματα τοπικού χαρακτήρα, όπως, για παράδειγμα, για την καθημερινότητα στην πόλη των Πατρών.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, και για το διάστημα από 2 Αυγούστου έως 4 Σεπτεμβρίου, ο Βώκος καταπιάνεται, κάτω από τον γενικό τίτλο «Αγών περί υπάρξεως»[4], με την επιλογή επαγγέλματος στο οποίο ενδείκνυται να σταδιοδρομήσουν οι νέοι. Εδώ, εκτός από τις απόψεις του και τις συνεντεύξεις με καταξιωμένους επαγγελματίες, θίγει τα τρωτά των επαγγελμάτων, όπως, λόγου χάριν, των δικηγόρων, όπου διευκρινίζει «πόσοι καλοζούν» και «πόσοι υποφέρουν». Θέλοντας να δώσει ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη βαρύτητα του θέματος του, ζητεί από τους αναγνώστες του Άστεως τη γνώμη τους, με αποτέλεσμα να δημοσιευτούν κάποιες σχετικές ενυπόγραφες ή ανυπόγραφες απαντήσεις.

Θα επιμείνουμε στα άρθρα αυτά, εξετάζοντας τα όσα έγραψε ο Βώκος για το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Και μόνο η προτροπή στον τίτλο «Νέοι, μακρυά από τον τύπον!» είναι, νομίζουμε, υπεραρκετή[5] για να μάθουμε την άποψή του. Πρόκειται για ισορροπημένο άρθρο στο οποίο διακρίνονται οι άξιοι δημοσιογράφοι από τους διεφθαρμένους. Οι πρώτοι συχνά εργάζονται με κίνδυνο της ζωής τους. Συνήθως είναι πτωχοί βιοπαλαιστές, γεννημένοι γι’ αυτή τη δουλειά: «Νομίζεις, αντί φασκιάς βρέφη περιετυλίχθησαν με εφημερίδας». Αναλώνονται στο εξαντλητικό ωράριό τους, χωρίς ανάπαυση, φτάνοντας καμιά φορά στο σημείο να βλάψουν την υγεία τους: «Σκοτεινιάζει ο εγκέφαλος και παραλύουν τα νεύρα». Τις ίδιες αντιξοότητες είναι αναγκασμένοι να υπομείνουν και οι έντιμοι διευθυντές των εφημερίδων. Μια άλλη κατηγορία αποτελούν οι περιστασιακοί δημοσιογράφοι που αποκλειστικό στόχο έχουν να εκφράσουν τα προσωπικά τους παράπονα, και μια τρίτη είναι οι έκτακτοι συνεργάτες που, κάνοντας διαφορετικό επάγγελμα, γράφουν για προσωπική ευχαρίστηση και συχνά προξενούν ζημιά στην εφημερίδα. Σε κάποιο σημείο του άρθρου ο Βώκος καλεί τους νέους να παρευρεθούν σε μια συνέντευξη, λόγου χάριν από κάποιο πολιτικό πρόσωπο, ώστε να σχηματίσουν μια πρώτη εικόνα του επαγγέλματος, και αναρωτιέται για το δικό του μέλλον στη δημοσιογραφία: «Μη αύριον o άνεμος νέων δυνάμεων ακαταπονήτων με φέρη εις τους δρόμους με το όπλον συντετριμμένον, με την καρδίαν συντετριμμένην, άχρηστον, μηδέν μέχρι τούδε δημιουργήσαντα σύμφωνα προς τους όρους της εξασφαλίσεως ανέτου βίου, όπως τον εννοεί πας άνθρωπος εργαζόμενος, με εν είδος συντάξεως τρόπον τινα εκ των εισοδημάτων, όπως εκείνην, την οποίαν εις αξιωματικός επί παραδείγματι, αφού υπηρέτησε την πατρίδα, δικαιούται να ζητήση παρά του Κράτους». Ως επωδό, ο Βώκος, μολονότι  παραδέχεται ότι ο τύπος έχει πλέον αναπτυχθεί και έχει καταστεί ανεξάρτητος, ότι οι ντόπιοι δημοσιογράφοι δεν διαφέρουν διόλου από τους ευρωπαίους συναδέλφους τους, προτρέπει τη νεολαία να προτιμήσουν να γίνουν σκαφτιάδες, σιδεράδες ή μεταλλωρύχοι και να αποφύγουν το επάγγελμα του δημοσιογράφου ως πιο επικίνδυνο, με ακόμη λιγότερες απολαβές. «Μακράν από τη δουλειά αυτήν, νέοι και ομήλικες!» θα πει συμβουλεύοντάς τους.

Στο άρθρο γίνεται λόγος για την καταστροφή από μέλη της αμφιλεγόμενης «Εθνικής Εταιρείας» των γραφείων της εφημερίδας Ακρόπολις[6]. Θυμίζουμε ότι τις προηγούμενες ημέρες κατώτεροι αξιωματικοί, ύστερα από την άρνηση του Γαβριηλίδη να συμμετάσχει στην «Εθνική Εταιρεία», εισέβαλαν στα γραφεία καταστρέφοντάς τα. Οι υπαίτιοι αθωώθηκαν, εντούτοις δεν κατάφεραν χειραγωγήσουν την εφημερίδα. Ο Βώκος από το Άστυ δεν ξέχασε ούτε τον Γαβριηλίδη ούτε την Ακρόπολι. Γράφει: «Από την ψύχραιμον παρατηρητικότητα κανενός δεν διαφεύγει, όσω και αν είνε ούτως πεπωρωμένος την ψυχήν, όσω και αν καταφωράται ανίσχυρος να συγκρατήση επιφωνήσεις χαιρεκακίας και εκδηλώσεις μίσους, ανεξαρτήτως προσώπων και ιδεών το ό,τι έπαθεν ο κ. Γαβριηλίδης, ως επίσης τι, εάν του ήτο πεπρωμένον, άλλος αντί τούτου ηδύνατο να πάθη ότι το επί της οδού Σοφοκλέους δράμα αποτελεί την αγριωτέραν εκδήλωσιν της πάλης περί την ζωήν και παρέχει εύλογον αφορμήν να εξετασθή και να ερευνηθή και ν’ απεικονισθή η κοινωνική αυτή τάξις των δημοσιογράφων». Και αλλού: «Εν επεισόδιον μόνον εκ της τρικυμιώδους ζωής του κ. Γαβριηλίδου θα ήρκει να προχειρίση πάντα άνθρωπον εις συμπαθή ήρωα αξιούντα μνήμης ιδιαιτέρας εις το μαρτυρολόγιον! Πόση γύμνια, πόση φτώχεια, πόση πείνα έως ότου ανεγερθή το οικοδόμημα, το οποίον η στιγμιαία παραφορά μετέβαλεν εις αμόρφους σωρούς ερειπίων!»

Στην τρίτη σειρά άρθρων με θέμα το πανεπιστήμιο, στο διάστημα από 2 έως 24 Οκτωβρίου, ερευνάται το εκπαιδευτικό σύστημα στην ανώτατη βαθμίδα. Το Φιλολογικό και το Φυσικό και Μαθηματικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής, η Νομική, η Ιατρική και η Θεολογική Σχολή εξετάζονται τόσο από την πλευρά των καθηγητών όσο και των φοιτητών. Για κάποιους από τους πρώτους γίνεται αναφορά στο έργο τους, ενώ παρεμβάλλεται ένα άρθρο για τα γαλλικά πανεπιστήμια πριν την Επανάσταση του 1789 και, αναπόφευκτα, γίνεται σύγκριση με το ελληνικό[7].

 

2.2 Χρονογραφήματα. Τα τρία χρονογραφήματα του Βώκου στο Άστυ είναι: «Ο πλάτανος»[8], «Τα παρασκήνια»[9], «Ο αρειμάνιος»[10]. Το πρώτο έχει λυρική διάθεση, το δεύτερο, κριτική και το τρίτο, μάλλον, εγκωμιαστική. Ο «Πλάτανος» γράφτηκε τις ημέρες που, όπως είδαμε, ο Βώκος έστελνε ανταποκρίσεις για το σταφιδικό ζήτημα και αφορά ένα αιωνόβιο δέντρο του Αιγίου. Στους ντόπιους αρέσει να υποστηρίζουν ότι το συγκεκριμένο δέντρο, με τα πελώρια κλαδιά και τον ανάλογο κορμό, το αναφέρει ο Παυσανίας ως κάτι το αξιοθαύμαστο. (Πιθανώς προεκτείνουν στον πλάτανό τους την αναφορά του Παυσανία στα πλατάνια του ποταμού Πείρου, Αχαϊκά VII.22). Σήμερα, κι ενώ κάτω από τη σκιά του έχει τοποθετήσει τα τραπεζάκια του ένας καφετζής, ο πλάτανος, που παρομοιάζεται με γέροντα που αφήνει τη ζωή. χαροπαλεύει με εμφανή τα σημάδια της φθοράς. «Αν επιτρέπωνται ονειροπολήματα ιδανισμού και φαντασιοπληξίας, δεν ξέρω», γράφει ο Βώκος, «αλλά πιστεύσατέ με το μέσω των φυλλωμάτων του ψιθύρισμα του αέρος, με την τρομώδη κίνησιν των φύλλων, μου εφαίνετο, όταν το πρωί εκαθήμην κάτω, ως αγωνιώδες παράπονον ετοιμοθανάτου μεμψιμοιρούντος διά την ολονέν εκφεύγουσαν ζωήν». Σύμφωνα με την παράδοση, κοντά στον πλάτανο είχε στρατοπεδεύσει ο προεστός του Αιγίου Ανδρέας Λόντος (Αίγιο 1786 – Αθήνα 1845), κηρύσσοντας την Επανάσταση στην περιοχή και είχε μετατρέψει το εσωτερικό του κορμού του σε φυλακή όπου χωρούσαν, όπως λέγεται, μέχρι και τριάντα άνθρωποι. Όμως, εξαιτίας της φωτιάς που άναψαν μιαν ημέρα κάποιοι φυλακισμένοι για να απολυμάνουν τα ρούχα τους, ο κορμός κάηκε κατά τα δύο τρίτα. Ήταν το πάθημα που καθόρισε τη μοίρα του πλάτανου. Ο καφετζής, εξακολουθώντας την προσπάθειά του να τον κρατήσει ζωντανό, «με αληθινήν αγάπη εγγονού προς πάππον», στηρίζει τα πεσμένα κλαδιά του και περιποιείται τον σχισμένο κορμό του. Μάταια: «Ο παππούς δεν παίρνει από τοιαύτα θεραπευτικά μέσα και μοιραίως βαίνει προς την τελικήν πτώσιν, σύμφωνα με τους απαραβάτους νόμους της φθοράς και της εξαντλήσεως όλων των επί της γης όντων».

Τα «Παρασκήνια» έχουν για θέμα τους τα ιδιαίτερα των αθηναϊκών θεάτρων. Εδώ ο Βώκος, με το γνωστό καταγγελτικό ύφος του, κάνει μερικές παρατηρήσεις, γύρω από θεατρικά γεγονότα που, μολονότι κάποια αντανακλώνται στη σκηνή, δεν αντιλαμβάνεται ή δεν γνωρίζει ο θεατής. Το χρονογράφημα ξεκινά με τη διαπίστωση ότι ο λίβας έδιωξε τους θεατές από τα θέατρα και τους έστειλε να δροσιστούν στο Φάληρο, στο Ζάππειο ή στην εξοχή, αναγκάζοντας τους θιάσους να διακόψουν τις παραστάσεις τους. Σε αντικατάσταση του σοβαρού θεάτρου, με έργα όπως ο «Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος» του Γεώργιου Στρατήγη (Σπέτσες 1860 – Πειραιάς 1938), ανέβηκαν ελαφρά έργα, «εξαμβλώματα», που ο Βώκος θεωρεί ότι θα είχαν εξαφανιστεί: «Το ελληνικόν θέατρον ως να ευρίσκεται εις την προ δεκαετίας στείραν και άγονον εποχήν και ω να μη εμεσολάβησαν έτη αναγεννήσεως και προόδου!» Για τον Βώκο, ο χώρος των παρασκηνίων είναι άγριος, εκεί εξεγείρονται τα ανθρώπινα πάθη και αποκαλύπτονται τα ζωώδη ένστικτά του. Ο ένας πρωταγωνιστής υπονομεύει τον άλλον, αντιζηλίες, αποχωρήσεις φημισμένων ηθοποιών από θιάσους και εξωφρενικές απαιτήσεις των νέων ηθοποιών από τον παραγωγό. Στο τέλος, οι σοβαροί θεατρικοί συγγραφείς, τα πραγματικά θύματα του κλίματος των παρασκηνίων, αναγκάζονται να αποσύρουν το έργο τους: «Και κατ’ αναλογίαν το πτωχόν ελληνικόν θέατρον, το οποίον αναξίως βλέπει ημέρας παρακμής, τας ελπίζω παροδικάς, ενώ η αίγλη της δόξης δεν του εφώτισεν ακόμη καλά-καλά την πενιχράν του σκηνήν».

Στον «Αρειμάνιο», ένα είδος επικήδειου, περιγράφεται η ιδιοσυστασία ενός γνωστού τότε τύπου του αθηναϊκού περιθωρίου, του Ιωάννη Γιαννάκου ή Νταϊγιαννάκη ή Αρειμάνιου. Η είδηση του πνιγμού του στη θάλασσα της Βουλιαγμένης είχε ήδη δοθεί από την εφημερίδα Καιροί: «Η Βουλιαγμένη έσχε χθες και άλλο θύμα. Ο γνωστός Αρειμάνιος των Αθηνών ή Νταϊγιαννάκος εύρε χθες οικτρόν θάνατον εν Βουλιαγμένη πνιγής. Εκαυχάτο ότι ήτο κολυμβητής και έπεσεν από τινος βράχου εις το ύδωρ, αλλά προς δυστυχίαν του εξήχθη εκείθεν νεκρός»[11]. Μάλλον υπερβολικά, αν όχι παρορμητικά, ο Βώκος, αφού ψέξει τη στάση των εφημερίδων που αγνόησαν τον πνιγμό του Αρειμάνιου, υποστηρίζει ότι η προσωπικότητά του θα μπορούσε να εμπνεύσει δέκα Έλληνες Θερβάντες. (Αν αυτοί υπήρχαν, σχολιάζει). Ο Αρειμάνιος, κοντός στο ανάστημα, υπήρξε θρασύδειλος, κουτσαβάκης, δηλαδή ψευτοπαλληκαράς, νταής. Αν και είχε πάντοτε μαζί του μαχαίρι και πιστόλι ουδέποτε τα χρησιμοποίησε και στους καβγάδες που εμπλεκόταν τον ξυλοφόρτωναν. Νόμιζε ότι ήταν ο προστάτης των αδυνάτων και για να ζήσει ζητιάνευε, εντούτοις όχι παρακαλώντας, αλλά απαιτώντας. Η συμπεριφορά του προκαλούσε θυμηδία και στο περιβάλλον του και σε άλλους και μάλλον ο πνιγμός του, κατά τον Βώκο, ήταν αποτέλεσμα αυτής της αντιμετώπισης. Οι γύρω του, για να γελάσουν μαζί του, του πρότειναν, μολονότι δεν γνώριζε να κολυμπάει, να βουτήξει στο νερό δαμάζοντάς το. Αλλά η θάλασσα «προδοτική αγνοούσα και με ποίον είχε να κάμη, τον έπνιξε τον δυστυχή, τον πλέον άκακον των ανθρώπων, τον αβλαβέστερον των θνητών!» Ο Βώκος επιμένει στην παρότρυνση του περίγυρου να παλέψει ο Αρειμάνιος με τη θάλασσα και στηλιτεύει το φέρσιμό τους ως αξιοκατάκριτο. Με το πνεύμα του δημοσιογράφου, ο Βώκος, για να δικαιολογήσει την παρουσία του Αρειμάνιου στη Βουλιαγμένη, γράφει ότι είχε πάει, παραπλανημένος, για να προστατεύσει κάποιον φίλο του από εχθρική ενέργεια ενός διαβόητου λήσταρχου. «Αλλ’ όταν ανεγνώρισε την πλάνην του και οι άλλοι του είπαν, ότι ο λήσταρχος δεν είχεν αναφανή, τότε εσκέφθη την θάλασσαν, τι μεγαλείτερον! τι ωραιότερον! και διά να δείξη, ότι δεν την φοβείται ερρίφθη εναντίον της, αλλ’ όχι κατά θαλάσσης γαληνιώσης, κατ’ επάνω εις εξηγριωμένα κύματα αρειμανίως». Ως εκ περισσού, αναφέρουμε ότι περίπου μία δεκαετία μετά ασχολήθηκε με τον Νταϊγιαννάκο και ο Ιωάννης Κονδυλάκης (Βιάννος 1861 – Ηράκλειο Κρήτης 1920), σε ένα από τα χρονογραφήματα που υπέγραψε με το ψευδώνυμο Διαβάτης[12].

 

3. Τα διηγήματα. Το διήγημα «Απόπειρα αυτοκτονίας»[13] περιστρέφεται γύρω από τις ανεπιτυχείς προσπάθειες ενός τριαντάχρονου άντρα να τερματίσει τον βίο του. Η φράση που θα μπορούσε να εστιάσει κανείς περικλείει την ερώτηση του παρ’ ολίγον αυτόχειρα: «Τη ζωή μου δεν την ορίζω;» Μολονότι δεν γνωρίζουμε την επαφή του Βώκου με παρόμοιες φιλοσοφικές θεωρίες, εντούτοις ο αποπειραθείς να αυτοκτονήσει μοιάζει να ανήκει στους απολογητές της αυτοκτονίας, σε εκείνους δηλαδή που την εντάσσουν στο πλαίσιο της προσωπικής ελευθερίας, όπως λόγου χάριν ο Ντέηβιντ Χιουμ (Εδιμβούργο 1711-1776). Στο δοκίμιό του «Η αυτοκτονία», ο Χιουμ κάνει την ερώτηση: «Δεν έχει ο καθένας την ελεύθερη διάθεση της δικής του ζωής;»[14] Αφού προηγουμένως έχει ξεκαθαρίσει το ότι η αυτοκτονία όχι μόνο δεν αποτελεί αμάρτημα, για να απαντήσει στο ερώτημά του ο Χιουμ υποστηρίζει ότι η δύναμη για μια τέτοια πράξη δίνεται στον δυστυχή άνθρωπο από τη θεία Πρόνοια και ότι κανένα ον, με καμιά ενέργειά του, δεν μπορεί να παρέμβει στο έργο του Δημιουργού. Εδώ θα είχε θέση και η παρατήρησή μας ότι ούτε ο Ιησούς Χριστός αρνήθηκε κάποτε τη διέξοδο της αυτοκτονίας[15]. Στο διήγημα που μας απασχολεί, ο αποπειραθείς να αυτοκτονήσει στις γραμμές του τραίνου είναι «κουρελιάρης, ελεεινός, απαίσιος». Αρνείται να αποκαλύψει το όνομά του σε εκείνους που του στέρησαν τον θάνατο και δέχεται αδιαμαρτύρητα την κοροϊδία κάποιων επιβατών για το διάβημά του. Όταν παραδίδεται σε περίπολο τριών αστυφυλάκων, επαναλαμβάνει για δεύτερη φορά: «Την ζωή μου δεν την ορίζω;» Αν και αγνοούμε τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόπειρά του, ωστόσο, σύμφωνα με τον Χιουμ, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο τρόμος που θα ένιωσε μπροστά στον θάνατο, πιθανώς θα τον εμποδίσει να προσπαθήσει ξανά[16]. Παρεμπιπτόντως, το διήγημα περιελήφθη στο συλλογικό έργο Ελληνικά Διηγήματα, που εκδόθηκε στα τέλη του 1895 από τις εκδόσεις της Εστίας[17].

Τα δύο επόμενα διηγήματα του Άστεως, «Ο τρελλός»[18] και «Το ναυάγιον», έχουν για συνδετικό κρίκο την τρέλα. Μολονότι, βέβαια, δεν γίνεται αντιληπτό από τον αναγνώστη, έχουν γραφεί από κάποιον που ήδη έχει εμφανίσει σημάδια ψυχικής πάθησης. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που τέσσερα χρόνια μετά, τέλη του 1898, ευρισκόμενος στο εξωτερικό, θα νοσηλευτεί στην ψυχιατρική κλινική του Ρίχαρντ φον Κραφτ-Έμπινγκ, απ’ όπου θα μεταφερθεί, αρχές του 1899, στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Κέρκυρας[19]. Αν και ο πρόσκαιρος εγκλεισμός του Βώκου δεν θα επηρεάσει τις κατοπινές δραστηριότητές του, ωστόσο θα τον οδηγήσει αργότερα σε αλλεπάλληλες εισαγωγές στο «Δρομοκαΐτειο». Μεταξύ των ετών 1916 και 1920 θα νοσηλευτεί συνολικά για δυόμιση χρόνια λόγω διαλείπουσας ψυχοπάθειας που στη συνέχεια θα μετατραπεί σε χρόνιο εκφυλογενές παραλήρημα[20].

Η συμπάθεια που δείχνει ο Βώκος στους «τρελούς» του, φαίνεται ευθύς εξαρχής τους συμπονά και συμπάσχει. Στις αρχές του 1894 είχε δημοσιεύσει στην Ακρόπολι το χρονογράφημα με τίτλο «Νευροπάθεια»· εκεί περιέγραφε το πώς βιώνει ο νευροπαθής την ασθένειά του και πρότεινε διάφορες λύσεις ώστε να ξεπερνά τις κατά καιρούς κρίσεις του[21]. Τώρα, στο διήγημα «Ο τρελλός», περιγράφει τα βασανιστήρια που υφίσταται ένας άντρας που δεν έχει σώες τις φρένες του και τον εμπαιγμό του από ανθρώπους που γνωρίζουν την κατάστασή του. Είναι μεσημέρι, στην πλατεία Συντάγματος. Λιοπύρι. Είναι «η ώρα της εξαντλήσεως, του μόχθου και της αηδίας». Ο Βώκος, με τη ματιά του ζωγράφου, προσθέτει την πινελιά: Η εκτυφλωτική λευκότητα των κτηρίων ενέχει «κάτι το κτηνώδες και απελπιστικόν». Κάποια στιγμή, μπαίνουν στην πλατεία ένας μεγαλόσωμος αδέσποτος σκύλος και πίσω ο «τρελός» αποκαμωμένος από τη ζέστη, «ξεσκούφωτος και ανυπόδητος», κρατώντας μαγκούρα. Σταματάει στο κιόσκι των εφημερίδων, καθότι ξέρει γράμματα, αντιδρά σε αυτά που διαβάζει και κατόπιν εξακολουθεί τον δρόμο του. Έξω από ένα ξενοδοχείο της πλατείας ένας σταθμευμένος αμαξάς τον χτυπάει, αδικαιολόγητα, με το καμουτσίκι του για να σπάσει πλάκα. «Το Χριστό σου!» του λέει ο «τρελός» και απομακρύνεται. Ο αμαξάς τον ακολουθεί με την άμαξα. «Βλαστημάς, άτιμε!» του λέει και τον ξαναχτυπάει. Ο «τρελός» καταφέρνει να ξεφύγει, αλλά οι μώλωπες τον πονάνε. Κλαίει, οδύρεται και μουγκρίζει σαν ανυπεράσπιστο ζώο. Οι θαμώνες του γειτονικού καφενείου, «αξιωματικοί και άλλοι νέοι» που τον γνωρίζουν, γελάνε ηχηρά. Ο «τρελός» τους βρίζει, βλαστημάει, και κάνει άσεμνες χειρονομίες. Λυσσασμένος, σκίζει το πουκάμισό του και ύστερα δείχνει στους θαμώνες τα οπίσθιά του. Οι θαμώνες, διασκεδάζοντας, τον καλούν κοντά τους, τον ρωτάνε γιατί δεν ανταπέδωσε τα ίσα στον αμαξά και ο «τρελός» απαντά παραπονεμένος ότι από την κοινωνία λείπει η ανθρωπιά. Την ίδια στιγμή ένα γκαρσόνι έρχεται πίσω του κρυφά, τον περιλούζει με κρύο νερό και τρέπεται σε φυγή μπαίνοντας στο καφενείο. Ο «τρελός» τρομάζει, για μια στιγμή του κόβεται η ανάσα, αλλά αμέσως συνέρχεται και παίρνει το γκαρσόνι στο κατόπι. Ωστόσο δεν καταφέρνει να πάρει ικανοποίηση γιατί τα υπόλοιπα γκαρσόνια τον ακινητοποιούν και τον παραδίδουν σε έναν αστυφύλακα. Στον δρόμο για το κρατητήριο ο αστυφύλακας τον χτυπάει άγρια και ο «τρελός» μονολογεί: «Αχ! Δεν υπάρχει δικαιοσύνη! Δεν υπάρχει ανθρωπισμός!»

Το διήγημα «Το ναυάγιον» δημοσιεύτηκε σε εννέα συνέχειες από 7 μέχρι 16 Αυγούστου 1894[22]. Είναι δομημένο σε τέσσερα μέρη και για θέμα του έχει αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος του: το ναυάγιο, ανοιχτά της Βελοπούλας στο Μυρτώο πέλαγος, ενός επιβατηγού πλοίου με προορισμό τα Επτάνησα. Το σημείο όπου συνέβη το ναυάγιο δείχνει ότι η ρότα του πλοίου κάνει τον γύρο της Πελοποννήσου, παρότι η διώρυγα της Κορίνθου λειτουργεί ήδη από το καλοκαίρι του 1893.

Αλλά το ουσιώδες εδώ δεν είναι τα ιστορικά γεγονότα, δεν είναι ούτε το ίδιο το ναυάγιο ως ρεαλιστικό, καταστροφικό γεγονός. Δεν ενδιαφέρουν ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη ούτε οι σκηνές που διαδραματίσθηκαν. Μονάχα λιγοστές αράδες για την ώρα της έκρηξης και δύο για τον καταποντισμό: «Εφάνη η πρύμνα της Ελπίδος ηρέμα βυθιζομένη με τον ιστόν πενθίμως κλίνοντα εκ των πλαγίων». (Αντίθετα, σε άλλο σημείο του διηγήματος, για να εντείνει την αγωνία των αναγνωστών, ο Βώκος περιγράφει εν τάχει ένα υποτιθέμενο ναυάγιο του καραβιού). Το ουσιώδες εδώ, λοιπόν, είναι τα σύμβολα. Έχουμε, δηλαδή, να κάνουμε με ναυαγισμένους ανθρώπους, με ψυχές βασανισμένες. Ακόμη και το ίδιο το όνομα του πλοίου, ένα «περίκομψον και νεότευκτον σκάφος» που μεταφέρει ανθρώπους και εμπορεύματα, η «Ελπίς», μας οδηγεί σε απαισιόδοξα συμπεράσματα. Εμπρώτοις έχουμε τη φιγούρα του πρώτου μηχανικού: Γυρίζοντας από ένα ταξίδι του, έπιασε τη γυναίκα του να τον απατά με τον καλύτερό του φίλο και το έχει ρίξει στο αλκοόλ. Μέχρι και «ο Θεός τον αδίκησε να μη του δώση κουράγιο να τους σφάξη και τους δύο επάνω εις τα άνομα αγκαλιάσματα της απιστίας!» θα ακουστεί το σχόλιο. Αν και θα είναι ο μόνος επιζών από τη βύθιση της «Ελπίδος», δεν μπορεί να πει κανείς ότι στάθηκε τυχερός: «ως εκ θαύματος εσώθη, ίνα είνε δυστυχής καθ’ όλον αυτού τον βίον».

Κατόπιν έχουμε τους θερμαστές που δουλειά τους είναι, κυρίως, να τροφοδοτούν με λιγνίτη τους λέβητες του καραβιού. Ασφαλώς δεν γίνεται λόγος για χαμένες ζωές, ωστόσο οι συνθήκες εργασίας τους στο μηχανοστάσιο δεν παύουν να είναι απάνθρωπες. οι θερμαστές έχουν μετατραπεί σε εξαρτήματα των καζανιών: «Ειργάζοντο αγογγύστως υπό την επήρειαν της έξεως, ως δύο εκεί ζωντανά μηχανήματα, με κανονικόν ρυθμόν μηχανής κινουμένης ασυνειδήτως υπό την ώθησιν σταθεράς δυνάμεως». (Μια σκηνή με το ίδιο σκεπτικό θα δούμε χρόνια μετά στους «Μοντέρνους καιρούς» του Τσάρλι Τσάπλιν, όπου ελέγχεται η περιβόητη γραμμή παραγωγής). Ο μόνος από το πλήρωμα που φαίνεται να καλοπερνάει είναι ο πλοίαρχος, «σπιθαμιαίος κοιλαράς, αγαθώτατος ανήρ, άκακος σαν μικρό παιδί και ναύτης πρώτη τάξεως». Έχει για συντροφιά μια μαϊμού, αλλά δεν δυσκολεύεται διόλου να γνωριστεί με εύκολες ταξιδιώτισσες και να τις φιλοξενήσει, καλή ώρα, στην καμπίνα του, αφήνοντας στη θέση του τον δεύτερο καπετάνιο. Δεν θυσιάζει την απόλαυσή του ακόμη κι όταν το καράβι απαιτεί ιδιαίτερη πλοήγηση. Ένας γέρος υδραίος ναύτης θυμάται: Τις προάλλες «με τις γλυκοκουβένταις του επήγε να μας στείλη να φάμε σταφύλια στ’ Αλιβέρι!»

Από τους επιβάτες, δύο φρενοβλαβείς με τη συνοδεία δυο χωροφυλάκων μεταφέρονται στο φρενοκομείο της Κέρκυρας. Ο ένας, σαραντάρης, παθαίνει κρίσεις μανίας και πριν το πλοίο σαλπάρει επιχειρεί, αν και φοβάται το νερό, να πέσει στη θάλασσα με σκοπό να βγει στη στεριά. Μετά τον απόπλου συνέρχεται, καταφέρνουν να τον ηρεμήσουν δένοντάς τον και το ναυάγιο τον βρίσκει να κοιμάται. Ο άλλος περιγράφεται ως ερωτομανής. Είναι νέος, εύθυμος και συνεχώς βαδίζει μιλώντας στον αέρα. Ακόμη και τη στιγμή του ατυχήματος εκείνος περπατά και σιγοτραγουδά. Αμφότεροι, για ώρα, έχουν γίνει θέαμα: «Ήδη τινές των επιβατών τους περιεκύκλουν και του πρώτου εθεώντο κατάπληκτοι και οιονεί μετά δέους παρίσταντο προ της λυσσώδους αυτής του ανθρώπου παραφοράς, όστις ύβριζε διαρκώς και ήρθρου φρικώδεις αισχρολογίας και εκοπρολόγει άνευ συναισθήσεως και παρηκολούθουν τον άλλον τον αβλαβή και άκακον γελώντας τώρα με την ανθρωπίνην αδυναμίαν, ότι εθεώρει εαυτόν απολύτως ευτυχή ο πανάθλιος εντρυφών εις όνειρα ανυπάρκτου ευτυχίας».

Τέλος, έχουμε το προβληματικό ανδρόγυνο. Ο σύζυγος, γιατρός στο επάγγελμα, τους τελευταίους μήνες πάσχει από πνευματική χαλάρωση και η σύζυγός του πιστεύει ότι η αλλαγή περιβάλλοντος, (πηγαίνουν στη Ζάκυνθο), έστω και πρόσκαιρη, θα τον ωφελήσει. Μετανιωμένη που τον παντρεύτηκε, έχει κουραστεί από την αρρώστια του άντρα της, γι’ αυτό και όταν συναντά τυχαία στο σαλόνι της πρώτης θέσης τον πρώην εραστή της, είκοσι πέντε χρόνων δικηγόρο, η ψυχολογία της αλλάζει. Ο γιατρός, που τον γνωρίζει επειδή κάποτε τους επισκεπτόταν στο σπίτι τους, φοβάται αναζωπύρωση των αισθημάτων της γυναίκας του. Περασμένες δέκα το βράδυ, εκείνη αφήνει τον άντρα της να κοιμάται στην πολυθρόνα και ανεβαίνει με τον πρώην εραστή της στο κατάστρωμα όπου ερωτοτροπούν. Εδώ όχι μόνο επανέρχεται το αγαπημένο μοτίβο του Βώκου, αυτό της άπιστης συζύγου, αλλά προστίθεται και το υπονοούμενο από την ίδια ότι εάν με κάποιον τρόπο γινόταν χήρα τα πράγματα θα ήταν ιδανικά για το παράνομο ζευγάρι. Την ίδια στιγμή γίνεται έκρηξη στο μηχανοστάσιο και το φουγάρο εκτινάσσεται καιόμενο στη θάλασσα. Όλα έχουν τελειώσει. Η «Ελπίς» δεν αργεί να πάρει κλίση και να βρεθεί στον πάτο της θάλασσας. Όλα έχουν χαθεί.

Στον «Ναυάγιον» γίνονται αναφορές στις θορυβώδεις προετοιμασίες του απόπλου που έχει προγραμματιστεί για την ώρα της δύσης του ήλιου, και περιγράφονται ιδιαιτέρως οι εργασίες στο μηχανοστάσιο καθώς και ο κίνδυνος σύγκρουσης με ένα άλλο γρηγορότερο πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά. Ευτυχώς, με τους κατάλληλους χειρισμούς των δύο πλοιάρχων η σύγκρουση αποφεύγεται και η «Ελπίς», σώα, βγαίνει από το λιμάνι βλέποντας το άλλο πλοίο να έχει ήδη αναπτύξει ταχύτητα και να προπορεύεται. Εντούτοις ο Βώκος επιθυμεί να προσθέσει ακόμη μία περιγραφή. Πρόκειται για το επεισόδιο με τον αγγλικό στόλο που αποτελείται από δώδεκα ή δεκατρία θωρηκτά πλοία. Ο τόπος δράσης του διηγήματος του δίνει την ευκαιρία να θίξει την παρουσία των Μεγάλων Δυνάμεων στη χώρα του.

Το επεισόδιο με τον αγγλικό στόλο καταλαμβάνει το ένα πέμπτο  περίπου της συνολικής έκτασης του διηγήματος. Για δεύτερη φορά σε αυτό το ταξίδι της η «Ελπίς» κινδυνεύει να συγκρουσθεί με άλλο πλοίο, όμως τώρα η σύγκρουση είναι πιθανότερη και ο κίνδυνος μεγαλύτερος. Ο στόλος μοιάζει να κινείται καταπάνω της. Η «Ελπίς» αλλάζει ρότα για να τον αποφύγει. Αγωνία επικρατεί ανάμεσα στο πλήρωμα και στους επιβάτες. Ούτως ή άλλως, το θέαμα του στόλου τους προκαλεί δέος: «Βοή μεγάλη ωσεί από ραγδαίας και ορμητικής πτώσεως υδάτων καταρράκτου επλήρου την ατμοσφαίραν, θρους θορυβώδης αφριζόντων νερών ηκούετο συνεχής, επιτεινόμενος εφ’ όσον τα πλοία επλησίαζον και ανθρωπίνη φωνή καμμία εις την ενάλιον αυτήν παρέλασιν μυρίων, όσοι περίπου ηδύναντο να είνε οι εντός των κολοσσών αυτών ναύται. Εχώρουν τα τεράστια σκάφη σιωπηλά αφ’ εαυτών, εγκλείοντα εις τας επάλξεις αυτών και υπό τα πλευρά των επιβλητικήν σιγήν, την οποία διετάρασσον μόνον οι στεναγμοί οι θορυβώδεις της θαλάσσης, ως εάν υπέφερεν, ότι επί των γαληνιαίων κόλπων της των προτεινομένων εις ελαφράν καμπύλην παρθενικού ηβάσκοντος στήθους υπό τα αιθέρια φιλήματα των άστρων, διήλαυνον τοιαύτα άξεστα και βαρέα κατασκευάσματα».

Μπορεί, άραγε, κανείς να μιλήσει για αισθητική στα πολεμικά πλοία; Ο Βώκος, που κάποτε ξεκίνησε να σταδιοδρομεί στο Πολεμικό Ναυτικό[23], με τη ματιά του καλλιτέχνη μιλάει, ανεπιφύλακτα, και γι’ αυτό: «Πολλαπλά σιδηρά τεμάχια στερεώς, αλλ’ ακαλαισθήτως κολλημένα το εν επί του άλλου, με τας καπνοδόχους δυσαναλόγως υψηλάς, τεραστίους μαύρους κυλίνδρους ελαφρώς συμπεπιεσμένους, με τους ιστούς χαμηλούς άνευ εξαρτισμού, αλλά μετά διπλών σιδηρών θωρακίων. Έπειτα ήτο σύγχυσις σχημάτων γεωμετρικών, ακαταλήπτων εις καμπύλας από των διπλών πύργων προς την πρώραν και την πρύμναν, συμφυρομένων με κατακαθέτους γραμμάς από του επιστέγου, άτινα υψούντο περί το μέσον, εις άλλους πύργους επιπροσθέτους, οι οποίοι επρόβαλλον από των πλευρών, με τα άνισα ύψη των ιστών, των τεθωρακισμένων και των άλλων λεπτοτέρων κεραιών, αι οποίαι υψούντο παρά την καπνοδόχον ή όπισθεν από της πρύμνης ως σηματοθέται».

Εντέλει η «Ελπίς», αναπτύσσοντας ταχύτητα, δεν συγκρούεται με κάποιο από τα πλοία του αγγλικού στόλου. Μετά τη θαλασσοταραχή που προξένησαν τα πολεμικά σκάφη, πλέει τώρα σε ήρεμα νερά. Γι’ άλλη μια φορά έχει γλυτώσει. Εντούτοις δεν θα ήταν αυθαίρετο να συμπεράνουμε ότι η έκρηξη στο μηχανοστάσιο που ακολούθησε προκλήθηκε από τις μέχρι τώρα εντατικές προσπάθειές της να σωθεί.

Προτού ολοκληρωθεί η δημοσίευση του διηγήματος στο «Άστυ», ο Ιωάννης Καμπούρογλου, (Κωνσταντινούπολη 1851 – Πόρος 1903), έγραψε στην εφημερίδα του ότι το «Ναυάγιον» είναι πολύ καλό έργο, συγκινητικό, με ζωηρό ενδιαφέρον[24]. Εκλαμβάνοντάς το ως μυθιστόρημα, σχολίασε το παρόν του μυθιστορήματος στην Ελλάδα και προφήτευσε ότι λόγω του περιορισμένου αναγνωστικού κοινού, σε αντίθεση με τους πολυπληθείς αναγνώστες ξένων χωρών, το μέλλον του προβλέπεται δυσοίωνο. Προφανώς ο Καμπούρογλου είχε κατά νου τα ογκώδη ευρωπαϊκά μυθιστορήματα του 19ου αι. χωρίς να υποπτεύεται την εξαφάνισή τους. Με την ευκαιρία να προσθέσουμε ότι την προηγούμενη χρονιά (1893) ο Καμπούρογλου είχε δημοσιεύσει ένα ενθουσιώδες αρθράκι και για τον «Κύριο Πρόεδρο»[25]. Στην αρχή έκανε την παρατήρηση περί πρωτιάς: «Ο κ. Βώκος εστίν ο πρώτος εκ των αποπειραθέντων παρ’ ημίν να υποτυπώση εικόνα αρκούντως ζωηράν και ζωντανήν της πολιτικής μας καταστάσεως», και εν κατακλείδι εκθείασε τη γρήγορη εναλλαγή των επεισοδίων και την ομορφιά της γλώσσας, στοιχεία που καθιστούν το μυθιστόρημα άξιο να διαβαστεί: «Η αλληλοδιάδο[χο]ς έκθεσις των γεγονότων εν γοργότητι και χάριτι γλώσσης, καθιστά το έργον του κ. Βώκου αξιανάγνωστον και ως τοιούτον το συνιστώμεν εις πάντα θέλοντα να σπουδάση την παρ’ ημίν πολιτικήν κατάστασιν, να διίδη δε και την θέσιν, εις ην η πολιτεία περιήγαγε την οικογένειαν και εν γένει την πολιτείαν»[26].

 

4.1 Συμπερασματικά. Παρότι η συνεργασία του Γεράσιμου Βώκου με το Άστυ κράτησε τέσσερις μήνες όλο κι όλο, το αποτέλεσμα την καθιστά επιτυχημένη. Όπως και στην Ακρόπολι, η παρουσία του είναι συνεχής και πολύμορφη. Υποστηρικτής των μεγάλων θεμάτων σε συνέχειες, δίνει στοιχεία για το σταφιδικό ζήτημα και, στο πλαίσιο της επιθυμίας του για κοινωνική αναμόρφωση, απευθύνεται στους νέους κυρίως και στο επάγγελμα που θα ακολουθήσουν. Σαν αναμενόμενη συνέχεια, εξετάζει τη δομή και την κατάσταση των πανεπιστημιακών Σχολών. Πέρα από τη δημοσιογραφία, τα χρονογραφήματά του έχουν πρωτοτυπία, τα θέματά τους τον ενδιαφέρουν τόσο όσο ενδιαφέρουν τους αναγνώστες του Άστεως. Όσο για τα διηγήματα, είναι γραμμένα με το γνωστό ύφος του με τις αλλεπάλληλες περιγραφές. Το θέμα της τρέλας και της διάχυτης απαισιοδοξίας δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν το προβάδισμα στις προτιμήσεις του. Σε άλλο επίπεδο, η στάση που κράτησε στη δοκιμασία της Ακροπόλεως, επιβεβαιώνει την ηθικότητα του χαρακτήρα του.

 

4.2 Συμπληρωματικά. Αν το παρόν άρθρο επέχει θέση συμπληρώματος της εργασίας μας για τον Βώκο, να σημειώσουμε ότι: α) το διήγημά του «Η κληρονομία των δούλων» (1899) δημοσιεύτηκε στο αιγυπτιακό ημερολόγιο του Τάσσου Π. Καζώτου Νυμφαία του 1901, σελ. 46-51[27]· β) για την ομαδική πανθεσσαλική έκθεση ζωγραφικής που έγινε στον Βόλο, στην οποία ο Βώκος συμμετείχε με πίνακές του, σημειωτέον η έκθεση διοργανώθηκε ύστερα από πρότασή του καθώς την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει μιαν ατομική έκθεση[28], η εφημερίδα Η Θεσσαλία έγραψε: «Ούτω ο Βόλος με την εν λόγω θεσσαλικήν έκθεσιν παρουσιάζεται η πρώτη επαρχιακή πόλις της Ελλάδος με τόσον έντονον καλλιτεχνικήν ζωήν». Η έκθεση διοργανώθηκε από τον «Σύλλογο των Ερασιτεχνών» στην αίθουσα της Λέσχης Φερεντίνου και διήρκεσε από 16 Ιανουαρίου 1922 και για μία εβδομάδα. Οι επισκέπτες είχαν τη δυνατότητα αγοράς ενώ παρατηρήθηκε κοσμοσυρροή. Στο πλαίσιο της έκθεσης, ο Βώκος έδωσε διάλεξη για το έργο των συμμετεχόντων καλλιτεχνών, («πλην του ιδικού του»), και από τους πίνακές του πουλήθηκε το έργο «Μιμόζες»· γ) η Θεσσαλία έγραψε και για την έκθεση της επόμενης χρονιάς, που πλέον είχε γίνει πανελλήνια, και στην οποία συμμετείχε και πάλι ο Βώκος[29].

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΤΖΑΝΟΣ

~.~
[1] Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Γεράσιμος Βώκος. Η ζωή και το έργο του. Η βιβλιογραφία του (1886-2020), εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2021, [=Τζάνος 2021], σελ. 39.
[2] Τη δημοσίευση του «Ναυαγίου» στο Άστυ μας την υπέδειξε ο κ. Λάμπρος Βαρελάς αφού διάβασε το βιβλίο (υποσημ. 1) για τον Βώκο. Η υπόδειξή του έγινε η αφορμή να ερευνηθεί διεξοδικότερα το Άστυ των ημερών εκείνων και η αιτία του παρόντος άρθρου.
[3] Τζάνος 2021, σελ. 202-203.
[4] Ο «Αγών περί υπάρξεως» αναγγέλθηκε από το Άστυ στο φ. 1325: «Από αύριον εις το Άστυ. Μέγα κοινωνικόν ζήτημα. «Ο αγών της ζωής». Προωρισμένον να συγκινήση όλην την κοινήν γνώμην».
[5] Γ[εράσιμος] Β[ώκος], «Αγών περί υπάρξεως. Οι δημοσιογράφοι. Τι είμεθα. Πώς ζώμεν. Νέοι, μακρυά από τον τύπον!», εφημ. Το Άστυ, φ. 1349, Πέμπτη, 25 Αυγούστου 1894, σελ. 1ε,στ – 2α.
[6] Τζάνος 2021, σελ. 41.
[7] Γ[εράσιμος] Β[ώκος], «Το Πανεπιστήμιον. Η σπουδάζουσα νεότης. Ιστορική παρέκβασις. Τα Πανεπιστήμια προ της Γαλλικής Επαναστάσεως. Μία σύγκρισις με το ιδικόν μας», εφημ. Το Άστυ, φ. 1392, Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 1894, σελ. 1δ-στ.
[8] Γ[εράσιμος] Β[ώκος], «Ο πλάτανος», εφημ. Το Άστυ, φ. 1305, Τρίτη, 12 Ιουλίου 1894, σελ. 1ε-στ, στη στήλη «Από ημέρας εις ημέραν».
[9] Γ[εράσιμος] Β[ώκος], «Τα παρασκήνια», εφημ. Το Άστυ, φ. 1311, Δευτέρα, 18 Ιουλίου 1894, σελ. 1γ-δ, στη στήλη «Από ημέρας εις ημέραν».
[10] Γ[εράσιμος] Β[ώκος], «Ο αρειμάνιος», εφημ. Το Άστυ, φ. 1313, Τετάρτη, 20 Ιουλίου 1894, σελ. 1ε-στ, στη στήλη «Από ημέρας εις ημέραν».
[11] Ανυπόγραφο, «Πνιγμός εν Βουλιαγμένη», εφημ. Καιροί, φ. 2003, Σάββατον, 16 Ιουλίου 1894, σελ. 3β.
[12] Διαβάτης, [=Ιωάννης Κονδυλάκης], «Ο Νταής», εφημ. Εμπρός, φ. 2275, Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 1903, σελ. 1α-β, στη στήλη «Χρονογραφήματα».
[13] Γ[εράσιμος] Β[ώκος], «Απόπειρα αυτοκτονίας», εφημ. Το Άστυ, φ. 1285, Τετάρτη, 22 Ιουνίου 1894, σελ. 1γ-ε, με υπέρτιτλο «Ιστορίαις του δρόμου», στη στήλη «Από ημέρας εις ημέραν».
[14] David Hume. Δοκίμια. Φιλολογικά, Ηθικά, Πολιτικά, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ευάγγελος Π. Παπανούτσος, εκδ. Εστία, Αθήνα χ.χ., σελ. 224.
[15] Μτ 18:6 και Λκ 17:1-2.
[16] David Hume. Δοκίμια. Φιλολογικά, Ηθικά, Πολιτικά, ό. π., σελ. 220.
[17] Τζάνος 2021, σελ. 39, 40, 165-166.
[18] Γ[εράσιμος] Β[ώκος], «Ο τρελλός», εφημ. Το Άστυ, φ. 1295, Σάββατον, 2 Ιουλίου 1894, σελ. 1α-στ, με υπέρτιτλο «Ιστορίαις του δρόμου», στο εξάστηλο «Επιφυλλίς του Άστεως».
[19] Τζάνος 2021, σελ. 45.
[20] Τζάνος 2021, σελ. 124-125.
[21] Τζάνος 2021, σελ. 126-127.
[22] Προαναγγέλθηκε από το Άστυ ως ακολούθως: Στο φ. 1310, σελ. 2α: «ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟΝ διήγημα του συνεργάτου μας κ. Γερ. Βώκου, αναπαριστών σκηνάς της θαλάσσης συγκινητικάς. Θάλασσα και βουνά θα κάμουν ούτω σύγχρονον παρέλασιν διά των στηλών μας, με την ποίησιν, τα θέλγητρα, τας συγκινήσεις, τα δράματά των». «Μετά το τέλος της επιφυλλίδος μας Επί του Αίνου, δραματικώτατον διήγημα ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟΝ του συνεργάτου μας κ. ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΒΩΚΟΥ», (φ. 1320, σελ. 1ε, φ. 1322, σελ. 1γ και φ. 1323, σελ. 1β). Στο φ. 1330, σελ. 1ε: «Από την προσεχή Κυριακήν Νέα Επιφυλλίς ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟΝ δραματικώτατον διήγημα υπό ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΒΩΚΟΥ».
[23] Τζάνος 2021, σελ. 33-36.
[24] Ανυπόγραφο, [=Ιωάννης Καμπούρογλου], «[Άτιτλο»]», εφημ. Νέα Εφημερίς, έτος ΙΓ, φ. 226, Κυριακή, 14 Αυγούστου 1894, σελ. 5α-β, στη στήλη «Διάφορα κοινωνικά».
[25] Ανυπόγραφο, [=Ιωάννης Καμπούρογλου], «Ο Κύριος Πρόεδρος», εφημ. Νέα Εφημερίς, έτος ΙΒ, φ. 343, Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 1893, σελ. 7α, με τον υπέρτιτλο «Βιβλιογραφία».
[26] Για τον «Κύριο Πρόεδρο» βλ. Τζάνος 2021, σελ. 46-68.
[27] Τον συγκεκριμένο Βώκο μνημονεύει ο Στρατής Τσίρκας στο Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1958, σελ. 262, υποσημ. 1.
[28] Τζάνος 2021, σελ. 135.
[29] Τζάνος 2021, σελ. 135.

*

*

*