*
ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΕΣ
Ήταν δυο φίλες, μια απ’ την Καρδίτσα
κι η άλλη πάλι απ’ το Ανκοράζ,
η φαλαινίτσα κι η σαρδελίτσα,
κι είπαν μια μέρα να παν στην πλαζ.
Είπαν μια μέρα να παν για μπάνιο
έλαμπε ο ήλιος, μούρλια ο καιρός,
είχαν τ’ αγέρι για καπετάνιο,
τα κυματάκια στην άμμο εμπρός.
Πήραν μαζί τους λάδια, παγούρια,
γυαλιά, πετσέτες λογιώ λογιώ
μα η φαλαινίτσα πάνω στη φούρια
πηγαίνει η ξύπνια χωρίς μαγιό.
«Α, μη σε νοιάζει», της λέει η σαρδέλα,
«κι έχω τα πάντα εγώ σκεφτεί.
Μαγιό ’χω κι άλλο, θα σού ’ρθει τρέλα!»
Και της το δίνει να βολευτεί.
– Μπα, δεν σου μπαίνει; – Ναι, με στενεύει…
– Πάχυνες μήπως; – Χμμμ, τι να πω…
– Ρουφήξου λίγο καλέ ν’ ανέβει!
– Μα μου σκαλώνει, δες, στον ποπό!
Κι όλο ρουφιέται, κι όλο ζαρώνει
η φαλαινίτσα καλά καλά,
μα κι αν τραβιέται, μα κι αν ιδρώνει,
το μαγιουδάκι δεν πάει ψηλά.
Γύρω παιδάκια, κάποιος σερφάρει,
τα κυματάκια «πλιτς» κάνουν, «πλατς»,
μα η φάλαινά μας έχει φρακάρει
μέχρι που ακούει ξάφνου ένα… χράαατς!
«Αχ, πάει το μπάνιο! Και τώρα; Πλήξη…»,
λέει με βλέμμα λυπητερό.
Η σαρδελίτσα πάει να βουτήξει
κι εκείνη ψάχνει για παρεό.
~.~
ΔΙΑΚΟΠΕΣ
Το καλοκαιροχείμωνο
κάθε σωστό παπί
φουριόζικο κι επίμονο
ορμάει στην εξοχή.
Πάει στο θαλασσοβούνι του
να μείνει σ’ ένα ιγκλού,
στη ράχη εκεί του ακούνητου
του χιονακρογιαλιού.
Παίρνει πολύ συμπράγαλο,
μάλλινα και λινά,
καλτσάκια ώς τον αστράγαλο
και σκούφους για τ’ αυτιά.
Στην τσάντα ρίχνει ξέχειλα
γάντια, άρβιλλα, ό,τι θες,
και δυο βατραχοπέδιλα
νά ’χει για τις βουτιές.
Πουλόβερ παίρνει άφθονα
στο κρύο να φορά.
παίρνει και για τον καύσωνα
ρούχα βαμβακερά.
Παίρνει βιβλία ανέμελα,
μαγιό, κρέμες, λοσιόν,
και για τα ουρανοθέμελα
σκι παίρνει και μπατόν.
Το καλοκαιροχείμωνο,
τι όμορφη εποχή!
Μα θα ’ρθει η ώρα αλίμονο
κι αυτό «γεια» να μας πει.
Θα μπει ανοιξοφθινόπωρο,
ώρα για τη δουλειά…
Α, είναι ανυπόφορο
αυτό για τα παπιά!
~.~
Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ
Στην Πέτρα του Ληστή
που οι ανέμοι ’ναι χωστοί
και τα νερά είναι κρύα,
δρούσε μια ξακουστή,
τώρα ’χει ξεχαστεί,
χταποδοσυμμορία.
Μ’ ένα σκαρί γοργό
σκίζαν το πέλαγο
κουρσάροι, πολεμάρχοι,
και βγάλαν γι’ αρχηγό
σαν έσκασε απ’ το αυγό
τον Αρχιχταποδάρχη.
Α τον παλληκαρά
που τά ’χε στιβαρά
και τα οχτώ πλοκάμια!
Κυβέρναγε γερά
και πόντο και ξηρά
κι όλα τα υγρά θολάμια.
Γαλότσες παλιακές
φορούσε μάγκικες
σαν τους χταποδοναύτες.
Δεν ήταν ρεμπεσκές,
τρέμαν στις συμπλοκές
εμπρός του οι μυγοχάφτες.
Είχε κι ένα ομπρελί
να μη βραχεί πολύ
σαν έπεφτε ψιχάλα,
κι ένα γαρουφαλί
μαντήλι στο μαλλί
να μη του στάξει στάλα.
Το τσούρμο στις ακτές
ριχνόταν γι’ αρπαχτές,
ρεσάλτα στις αμμούδες,
κραυγάζαν «πειρατές!»
οι παραθεριστές
στις μαύρες μπρος βερμούδες.
Κι αλήθεια σαματάς,
τ’ αφτιά σου να κρατάς.
ήταν οι τζαναμπέτες.
Στην μπάλα σαν μπαλτάς
ή ταν ή επί τας
πέφταν μ’ οχτώ ρακέτες!
Σουφρώναν μουλωχτά
γρανίτες, παγωτά,
κακή ιδιοτροπία…
Κι αραδιαστά μετά
ξαπλώναν αραχτά
για ηλιοθεραπεία.
Μα ωιμέ! Οι βουτηχτές
πλοκαμοπειρατές
αρχίσαν τα ξενύχτια…
Και τότε, ώρες φριχτές,
της πλαζ οι ελεγκτές
τους τύλιξαν στα δίχτυα.
Κάποτε, κάπου αλλού,
στην άκρη ενός γιαλού,
λέει η παλιά ιστορία,
δρούσε μια φωνακλού,
πονήρω, σουρλουλού
χταποδοσυμμορία.
ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ
~.~
*
