ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Τρίπολη, 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928
~.~
του Δ. Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ
Στο παραλιακό καφενείο του Νιόνιου του Καλλίνικου ο «Ουράνιος Κήπος» το ρολόι έδειχνε 2 μ.μ.
«Καλώς τον κύριο Κώστα!» αναφώνησε ο καταστηματάρχης, βλέποντας τον νεαρό υπάλληλο της νομαρχίας που έμπαινε στο μαγαζί του.
Εκείνος αντιχαιρέτησε. Μα μην έχοντας διάθεση για κουβέντα, παρήγγειλε μια βυσσινάδα και βγήκε στο προαύλιο να καθίσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι. Ο Καλλίνικος, ετοιμάζοντας την παραγγελία, σιγοκουβέντιαζε με τον Λισάτο – τον πορθμέα του τόπου εκείνου. Αυτός, σαν άλλος Χάροντας, πέρναγε απέναντι με την βάρκα του όσους πήγαιναν απ’ την Βρυσούλα στον Άγιο Σπυρίδωνα κι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Βρυσούλα.
Ο Λισάτος είχε κορμί τετράγωνο, γεροδεμένο κι ολόστητο, κεφάλι στρογγυλό και βαθιά κουρεμένο, στέρεη ματιά και ντόμπρα κουβέντα:
«Τι ’ναι τούτος, μωρέ Νιόνιο;» ρώτησε τον καφετζή, που εκείνη την ώρα έβαζε την βυσσινάδα στον δίσκο.
«Ο κύριος Κώστας;» είπε ο Καλλίνικος. «Εξαίρετος κύριος! Θα ’χει κάνα μήνα που ήρθε στην Πρέβεζα με το βαπόρι. Απ’ ό,τι λένε, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Ο κουρέας, όμως, μου είπε προχτές πως είναι υπάλληλος της νομαρχίας. Κι ο Αναγνωστόπουλος – ξέρεις, αυτός με το οπλοπωλείο – άκουσε πως πριν έρθει εδώ είχε πάει για διακοπές στο Παρίσι… Ακούς, Λισάτο; Στο Παρίσι!»
Ο πορθμέας έξυσε με θαυμασμό την κεφάλα του.
«Στο Παρίσι, ε;» ψέλλισε. «Μα φαίνεται ο άνθρωπος, δεν φαίνεται; Κοίτα το κουστούμι του, φίνο πράμα! Γραβάτα, ψαθάκι, τι να λέμε τώρα… Πρωτευουσιάνος και γραμματιζούμενος, Νιόνιο! Θα κάτσει λίγο καιρό ’δω πέρα κι ύστερα θα τραβήξει μια μεταθεσούλα και τσουπ! στην Αθήνα πάλι. Αυτή είναι τύχη, ενώ εμάς θα μας φάνε οι ζέστες, οι υγρασίες κι οι πυρετοί!»
Ο Νιόνιος συμφώνησε, αναστενάζοντας βαθιά, και βγήκε στο προαύλιο για να σερβίρει τον πελάτη.
«Κύριε Καλλίνικε, μπορώ να έχω λίγο χαρτί κι ένα μολύβι;» είπε ο υπάλληλος της νομαρχίας, αφού ήπιε μια γουλιά απ’ την δροσερή βυσσινάδα που μόλις έφτασε.
«Άκου λέει, αμέσως κύριε Κώστα!» προθυμοποιήθηκε ο καφετζής.
Και πριν στρίψει να φύγει, ρώτησε διστακτικά:
«Θέλετε κάτι άλλο;»
«Αν σας βρίσκονται και τίποτα τσιγάρα…» είπε με κάποιο ύφος ενοχής ο νεαρός υπάλληλος.
*
Πέντε το απόγευμα. Κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα κόσμος αρκετός είναι μαζεμένος. Να, φτάνει τώρα κι η Χωροφυλακή. Φωτογραφίζουν τον νεκρό. Πάνω στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς, έχει έναν ματωμένο λεκέ – σαν παράσημο.
Ο Λισάτος παραμερίζει το πλήθος. Πλησιάζει το πτώμα δαγκώνοντας τα χείλη του.
«Ο κύριος Κώστας!» ψιθυρίζει έκπληκτος. «Τι του ήρθε του βλογημένου να σκοτωθεί! Κι ήτανε τόσο νέος, ο άμοιρος…»
Ένας χαμάλης φορτώνει το κουφάρι πάνω στο καρότσι του, λες κι είναι τσουβάλι. Ο κόσμος διαλύεται σιγά-σιγά. Φυσάει ελαφρά, κι οι ευκάλυπτοι γέρνουν τις κορφές τους σαν κεφάλια, λες και θέλουνε ν’ αφουγκραστούν τις κουβέντες των χωροφυλάκων.
«Το πιστόλι της αυτοκτονίας, το πήρες Καραγιώργη;»
«Μάλιστα, κύριε υπενωμοτάρχα!»
«Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του αυτόχειρος ποιος το έχει;»
«Εγώ, κύριε υπενωμοτάρχα!» απαντάει ένας καχεκτικός δόκιμος χωροφύλακας.
«Για φέρτο ’δω, Λιάπη!»
«Αμέσως, κύριε υπενωμοτάρχα!» τσακίζεται να του το δώσει ο δόκιμος.
Ο κύριος υπενωμοτάρχης ακουμπά στον ευκάλυπτο και ξεδιπλώνει το χαρτί.
Συνοφρυωμένος διαβάζει, ακόμα μια φορά, το τελευταίο σημείωμα του Κωνσταντίνου Γεωργίου Καρυωτάκη:
Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγῳδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι᾿ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.
Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ᾿ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι.
Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές!!! εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.
Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέσῃ τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδὸς Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας.
Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν᾿ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὠρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.
«Τα Νέα της Λευκάδας» (απόσπασμα) α.φ. 361, 17.6.2003, σ. 8, 9
~.~
ΕΠΕΤΕΙΟΣ Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
Σαν σήμερα στην Πρέβεζα, 21 Ιουλίου,
κάτω απ’ τον ευκάλυπτο και δίπλ’ από τον δρόμο
άφησες το κουφάρι σου του κόσμου του γελοίου
και βάρυνε πρώτη φορά σε τέσσερων τον ώμο.
Τρομάξαν απ’ την πιστολιά οι κάργες και χτυπήσαν
σε μαύρους τοίχους και παλιών σπιτιών τα κεραμίδια.
Γυναίκες που αγάπησες – κι αυτές δεν σ’ αγαπήσαν –
δάκρυσαν καθαρίζοντας στην πόρτα τους κρεμμύδια.
Και στην κηδεία σου παρών ήταν ο αστυνόμος,
ο δάσκαλος κι άρτι αφιχθείς ο κύριος νομάρχης –
θα έδινες να έλειπαν ως και δραχμές τριάντα.
Από αηδία δεν πέθανε κανένας, Κώστα, όμως,
όπως εσύ, που αηδίαζες έστω και να υπάρχεις.
Κι αν σε κηδέψαν Κυριακή, θα έπαιξε κι η μπάντα.
~.~
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
Μαρία, πες ότι σου γράφω απ’ τον τάφο –
έτσι κι αλλιώς πιο ζωντανός είμαι εδώ πέρα:
την καταξίωση, που τώρα μου είναι αδιάφο-
ρη, επέσπευσε λίγο αίμα και μια σφαίρα.
Ας υποθέσουμε πως δεν είχα πεθάνει
και διασκεδάζαμε στων άλλων την κηδεία.
Του «περιβάλλοντος», της «εποχής» ρουφιάνοι
θα μ’ είχαν κάνει να πεθάνω από αηδία!
Έμποροι γύρω μου, κονσόρτσια κι εβραίοι
θα σέρνανε την Λευτεριά δούλη στρατώνος.
Πολλές του αιώνος οι αμαρτίες. Και τα χρέη
θα ’ταν αβάσταχτα. Κι αβάσταχτα εγώ μόνος.
Ηχώ στο χάος όσα ζήσαμε, Μαρία,
μέσα σε δάσος σκοτεινό τρίλλιες που σβήνουν.
Ο έρωτας μία παλιά, ξένη ιστορία
και κάποιο αόριστο συναίσθημα κινδύνου.
Όχι το πάθος, όχι! Το ίνδαλμά του μόνον
γύρεψα, με μία βαθιά λύπη στο σώμα.
Κι ο Μιχαλιός, μέσα στο γέλιο των αιώνων,
για το κομμένο του ποδάρι ψάχνει ακόμα.
Δώσε πολλούς χαιρετισμούς στον Μαλακάση
και πες του πως εδώ στον Άδη – τι ειρωνεία! –
μ’ ένα monocle ο διάβολος θα του διαβάσει
εις Άλφα Μείζον την Μικρή Ασυμφωνία.
Η κάθε Πρέβεζα έχει τον αυτόχειρά της
κι όπου μυρίσουν πτώμα οι κάργες θα πετούνε.
Πάντα θα υπάρχει ένας κύριος Νομάρχης
και μια μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι.
Υ. Γ.
Είναι κι άλλα πολλά που δεν τα ξέρεις,
μα θα στα πω σαν φτάσεις εδώ κάτου.
Και θα ’ρθεις γρήγορα, Μαρία – μην υποφέρεις!
Το σπλαχνικό το χέρι του θανάτου
με νεκρολούλουδα θα στρώσει το σοκάκι,
Κι απ’ όλες τις ποιήτριες, εσύ πρώτη
μαζί μου θα δεθείς στην αιωνιότη
με μαύρα στέφανα στου Χάρου το κονάκι.
Στέφεται η δούλη των Μουσών, Μαρία Πολυδούρη,
εις μνήμη αιώνια, τον Κώστα Καρυωτάκη!
~.~
ΡΕΚΛΑΜΑ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΗΣ
Λευκάδα-Πρέβεζα μισή ώρα με τ’ αμάξι
κι απ’ την γραφή σου στην γραφή μου ένας αιώνας,
μα ίδιες κάργες μ’ έχουνε κατασπαράξει
και του ευκαλύπτου η σκιά της Μαραγαρώνας
πέφτει στο μέλλον το δυσοίωνο, που φτάνει
στην προκυμαία σαν βαπόρι του Νομάρχη
και με κοιτά όπως περίστροφου η κάνη
ενώ υπάρχω στο παρόν που δεν υπάρχει.
Κώστα, ελεγείο της ζωής μας και καράβι
αλαργινό μες στην νυχτιά πόνου απείρου,
ποια μοχθηρή μοίρα το σάβανο να ράβει
που πάνω δάκρυ θα χυθεί μ’ άρωμα μύρου;
Κώστα, στερνό μας οχυρό, σαρκαστικό μας
γέλιο και μαύρη σάτιρά μας έως θανάτου,
ιδανικό τέλος σε κάθε ιδανικό μας
για να κατέβουμε την σκάλα τούτη ως κάτου.
Κώστα, ρεκλάμα στης Πρεβέζης την βιτρίνα
και τον Ιούλιο στο ραδιόφωνο σποτάκι.
Κεφάλια θα ’ρθουνε μεγάλα απ’ την Αθήνα
για την επέτειο του χαμού σου, Καρυωτάκη.
Κώστα, του Ζήρα, του Μπουκάλα, του Φωστιέρη
και της Ντουνιά – πλήρης δικαίωση στα πάθια
ή μην καλύτερα στο στόμα τους πιπέρι
κι ως πρώτα να ’μενε η δικαίωση στ’ αγκάθια;
Κώστα, αφιέρωμα του κύκλου και της κλίκας,
παφ, παφ, του Άλφα και του Βήτα και του Γάμμα.
Κώστα, της σύφιλης, ρομάντζο της Μαρίκας,
του «ήμουν άρρωστος» στο τελευταίο σου γράμμα.
«Υπήρχε ή όχι, τάχα, Εξηκονταρχία;»
Στοιχεία διάφορα κι αδιάφορα ομάδι.
Τον τότε, βρήκαν, πώς τον λεν, σε κάτι αρχεία,
νομάρχη της Πρεβέζης «Γεωργιάδη».
Κώστα, αναπάντητη απορία κι εξισώσεις
αλγεβρικές τα βήματά σου στα γραπτά τους:
σχόλια φιλολογικά και διαγνώσεις
ιατρικές – θάνατος μέσα στους θανάτους.
Εκεί που έτρωγες μονάχος στην ταβέρνα,
στην μία και μόνη, μόνο μια μισή μερίδα,
που τηνε ζύγισε ο αστυνόμος, ενώ επέρνα
απ’ έξω ο δάσκαλος με την εφημερίδα,
εκεί που κάθε απόγευμα επιδιδόσουν
σε λυσσαλέο περίπατο στην προκυμαία,
ενδελεχείς τώρα αναλύσεις θ’ αναγνώσουν –
παλαιά κρασιά χυμένα σε ποτήρια νέα.
Θα διασκεδάσουν, θα γελάσουν, τόση ευδία
κλεμμένη όλη απ’ την λάμψη του αίματός σου.
Και θα ξερνούν απ’ το φαΐ – όχι απ’ αηδία
για την δικαίωση ενός στίχου ποιήματός σου.
* * *
Μα η δροσούλα σαν θα πέφτει στην Βρυσούλα
και θα πεθαίνουν τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
απ’ τον μαντρότοιχο κοντά στην εκκλησούλα
θα ξεκορμίσει μια σκιά προς τ’ άστρα – μόνη.
~.~
ΧΑΡΤΟΚΟΛΛΗΔΕΣ
Βγήκαν οι χαρτοκόλληδες τους ποιητές να κρίνουν.
Κι είπαν: «Όσοι αυτοκτόνησαν ήταν ψυχωτικοί».
Μα έχω κι εγώ μιαν άποψη επιστημονική:
βιβλία για διάσημους νεκρούς, κέρδη ουκ ολίγα αφήνουν.
Τα κέρδη όμως παρέρχονται, οι ποιητές θα μείνουν –
το αίμα τους ατίμητο βιβλιάριο τραπέζης.
Όσο εκπίπτουν οι καιροί κι όσο οι Αξίες φθίνουν,
τον θάνατο να σέβεσαι και την ζωή να εμπαίζεις.
Τ’ άλλα, φτηνές πολιτικές που με τον χρόνο σβήνουν…
(Ποιος ήταν το ’28 νομάρχης της Πρεβέζης;)
~.~
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΝΔΟΞΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ
Από θεούς κι ανθρώπους ευνοημένοι
σαν μάστορες του λόγου φοβεροί,
στα ύψη ανεβαίνουν οι σκυμμένοι
κι οι άνθρακες που γίναν θησαυροί –
μέγιστοι στον καιρό μας οι μικροί
κι όσοι ακαταλαβίστικα μιλούνε.
Να γράψω, πένα, σ’ έκανα κεντρί
μπαλάντα στους ποιητές ένδοξοι που ’ναι.
Πότε περιοδικάρχες φαντασμένοι
και πότε αρθρογράφοι οχληροί,
ζούνε στην χάρτινή τους οικουμένη
που για την οικουμένη αδιαφορεί.
Κρυφά ο καθείς καθένας λοιδορεί
μ’ αλλήλους ολοφάνερα εξυμνούνε.
Σαν χάδι μοιάζει μπρος τους η αιχμηρή
μπαλάντα στους ποιητές ένδοξοι που ’ναι.
Στενόψυχοι, κενόδοξοι, επηρμένοι,
χυδαίοι, επιλήσμονες, φαιδροί:
«Όλοι οι παλιοί ποιητές ξεπερασμένοι,
τεχνοτροπία η ρίμα πενιχρή» –
κι η άμετρη αρλούμπα τους λαμπρή
στην αιωνιότητα να εκτοξευθούνε.
Πιο θλιβεροί κι από την θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές ένδοξοι που ’ναι.
Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος καρυωτακικός ποιητής» θα πούνε
«την έγραψε μια τόσο φθονερή
μπαλάντα στους ποιητές ένδοξοι που ’ναι;»
«Ποιητής και Μαραθωνοδρόμος», 2018
~.~
PIEPER BAYARD – 219283
Ο αριθμός του πιστολιού
που ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε
γράφει την ημερομηνία
θανάτου, λες και το κανόνισε
χέρι αόρατο της μοίρας.
2 και 1 προπορεύονται:
21 Ιουλίου
πέθανε – οι θεοί αστειεύονται;
Αν πει κι αφήσουμε το 2
απ’ έξω, τότε κοίτα αυτό:
θανάτου η χρονολογία –
1928.
Μα περισσεύει ένα 3
στο τέλος, τάχατε γιατί;
3 η τριπλή μας η λα-τρεία
που έχουμε στον ποιητή;
Ή μην η σάτιρα η στερνή του
μες στον στερνό τον αριθμό;
Ότι τα γράφει όλα στα 3,
στα 3 του; Μάλλον χλωμό.
Τίποτα ίσως δεν σημαίνει.
Μα ο ποιητής αυτός σταθμός,
τέτοιος, που γρίφος του να γένει
του πιστολιού ο αριθμός.
~.~
ΣΕ ΠΑΛΙΟ ΣΥΜΠΟΙΗΤΗ
Στον Ιωάννη Ν. Κυριαζή
Φίλε, η μπογιά μας τώρα σαν να επέρασε.
Οι κλίκες κυβερνάνε της Αθήνας.
Η ποίηση μας έφαγε, μας ξέρασε,
και τα όνειρά μας πέθαναν της πείνας.
Κι αν γύρισα και πάλι στην πατρίδα μου,
πατρίδα δεν γνωρίζει η ματαιότης.
Επαρχιώτισσα έγινε η ελπίδα μου
κι ο πόθος μου χωριάτης Δον Κιχώτης.
Αν δεν έχεις, εδώ, ψηλά την μύτη σου
κι αν ίδιος με τα μούτρα τους δεν γίνεις,
με τέσσερις μιλάς – τοίχους στο σπίτι σου –
μέχρι τεσσάρων ώμους να βαρύνεις.
Το καφενείο πλέον είναι αλλιώτικο
και τι να πω και τι να συζητήσω;
Κανάγιες με κοιτούν μ’ ύφος προδότικο –
πρόδωσα την ζωή μου πριν την ζήσω.
Μόνος βαδίζω στίχους ψιθυρίζοντας,
δικούς μου και δικούς σου, φίλε, αντάμα.
Σαν αίμα στο βασίλεμα ο ορίζοντας
και τελευταίο σημείωμα το γράμμα.
~.~
ΜΟΝΟ
«Μόνο γιατί σ’ αγάπησα»,
γι’ αυτό έχω τραγουδήσει,
μου έκανες τον θάνατο
πιο εύκολο απ’ την ζήση.
Αχ, όλα έπρεπε να ’ρθουν καθώς ήρθαν!
Να φτάσουν οι άλλοι δίχως να κινήσουν
κι εγώ να μείνω εδώ κι ας τρέχω χρόνια
και πίσω να μ’ αφήσουν.
Έτσι όπως τσακωνόμαστε τα βράδια,
να πάνε στα τσακίδια τόσοι φίλοι.
Στον τόπο να γυρίσω που παιδάκι
τον άφησα ένα δείλι.
Τα ωραία κι απλά κορίτσια – ω Ρωσιδούλες! –
να φύγουν, και να μείνει ο πόθος στείρος.
Ακόμη ο στίχος, άλλοτε που ευώδα,
άοσμος να ’ναι πλήρως.
Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύστα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ’ναι,
να γράφω ολονυχτίς, να ’μαι κομμάτια
και στην δουλειά πώς πάνε;
~.~
ΠΡΕΒΕΖΑ
(ξέχεζα)
Θάνατος οι ποιήτριες που πηδιούνται
να πάρουν κριτικές για τα σκουπίδια.
Θάνατος οι ποιητές που εκποιούνται
γιατί τους λείπουν τάλαντο κι αρχίδια.
Θάνατος όσοι έχουν για όλα γνώμη
αρκεί να φαίνονται τα ονόματά τους,
κι αθανασία διεκδικούν ακόμη
κι απ’ τα ψοφίμια, που ’ναι τα γραπτά τους.
Θάνατος ο εκδότης που τσεπώνει
φράγκα χοντρά από κάθε μια σελίδα,
θάνατος και το ψώνιο που πληρώνει
για συλλογή, με ποίηση που δεν είδα.
Μην γράφεις πια. Πιο ωραία να τον παίζεις,
την μέρα μέχρι και φορές τριάντα.
Αυτόχειρ της δικής σου της Πρεβέζης –
μια μαλακία εξάλλου είναι τα πάντα.
Κρατώντας την ψωλή σου για σημαία,
των αρχιδιών σου γίνεσαι Νομάρχης.
Ο κώλος σου όλος μία προκυμαία,
που υπάρχει σαν σκατό για να υπάρχεις!
Αν, τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
υπήρχε του Καρυωτάκη η αηδία,
δεν θα διασκέδαζα με τέτοιους τρόπους:
την Πρέβεζα να κάνω παρωδία.
~.~
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΙΔΙΑΜΑ
«Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!!»
είμ’ έτοιμος κι εγώ τώρα για έναν
θάνατο ατιμωτικό, για δες,
φίλε μου, Καρυωτάκη, σαν εσέναν.
Τον κίνδυνο με πρόθυμη καρδιά
τον δέχομαι. Καθώς εσύ, πληρώνω
για όσους εγεράσανε παιδιά,
των δισταγμών τους έρμαια και μόνο.
Που δεν είχαν κανένα ιδανικό,
παιχνίδι άνευ ουσίας η ύπαρξή τους,
με αναπόφευκτο, μα φυσικό
τέλος, την τραγική κατάληξή τους.
Έφυγες με το μέτωπο ψηλά
και φεύγω εγώ με την ουρά στα σκέλια.
Εσύ ήσουν άρρωστος κι εγώ καλά.
Εσύ για κλάματα κι εγώ για γέλια.
Υ.Γ.
Εσύ ήσουν ποιητής κι αρχίδια εγώ,
να γράψω αφού δεν μπόρεσα ποτέ μου
– μες στα σκατά του κόσμου πριν πνιγώ –
τις εντυπώσεις, έστω, ενός πνιγμένου.
«ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ της σύγχρονης ελληνικής ποίησης», 2021
~.~
ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ
Το 2003, η Λευκαδίτισσα στην καταγωγή, ενενηντάχρονη κόρη της σπιτονοικοκυράς του Καρυωτάκη, (δεκατεσσάρων χρονών τότε) κ. Πόπη Λυγκούρη, παραχώρησε στον Δ. Ε. Σολδάτο το τραπέζι που έγραψε τα τελευταία του ποιήματα ο τραγικός αυτόχειρ της Πρεβέζης. Ο Δ.Ε.Σ., αφού το επισκεύασε και το συντήρησε, το δώρισε στην Δημόσια Βιβλιοθήκη Λευκάδας, όπου και εκτίθεται μέχρι σήμερα. Σε αυτόν τον σύνδεσμο, απ’ το προσωπικό του ιστολόγιο, μπορείτε να διαβάσετε την ιστορία αυτή, συνέντευξη της κυρίας Πόπης, να δείτε φωτογραφίες και σχετικά βίντεο.
Δ. Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
~.~
*
