Ο Ριμαχό στον Εικοστό Πρώτο αιώνα

*

της ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο κύριος με το παράξενο όνομα Ριμαχό είναι ποιητής, φιλόλογος και κριτικός. Γεννιέται μέσα στο ποίημα, γέννημα-θρέμμα του άδολου έρωτα για τις λέξεις. Πρόσωπο πρωτεϊκό, με έκδηλη τη φιλοσοφική διάθεση, έχει το χάρισμα να μεταμορφώνεται, να κινείται στον χώρο και στον χρόνο, να παρατηρεί και να σχολιάζει τα ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα, άλλοτε αθέατος κι άλλοτε να παίρνει τη μορφή γνωστών ποιητών της Κύπρου, να ζει στιγμές του βίου τους και να συνομιλεί με τους οικείους και τους φίλους τους. Ο Ριμαχό λατρεύει την πατρίδα του, την Κύπρο, αναστοχάζεται την ιστορία της,  ταυτίζεται και βιώνει μαζί της όλες τις επώδυνες περιπέτειες του βίου της, εκφράζει ελεύθερα και με θάρρος τη γνώμη του, αναλαμβάνει την ευθύνη και τις συνέπειες των λόγων του. Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, μετά από έξι ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές στο βιογραφικό του, από το 2009 μέχρι σήμερα και ένα ήδη διακριτό κριτικό έργο, στο νέο του ποιητικό βιβλίο μπαίνει στο ρόλο του επιμελητή έκδοσης και μας συστήνει τον Ριμαχό, μεριμνώντας, όπως ισχυρίζεται, να γίνει γνωστό στο αναγνωστικό κοινό αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, που περιλαμβάνει ημερολογιακές καταγραφές, μαρτυρίες, αδημοσίευτα ποιήματα και επιστολές του Ριμαχό. Ο ποιητής αυτός, παλαιός γνώριμος δημοφιλών ομοτέχνων του, όπως ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο Παντελής Μηχανικός και ο Κώστας Βασιλείου φαίνεται πως υπήρξε μια προσωπικότητα με σημαντικό αλλά όχι προβεβλημένο έργο και μελετητές, όπως ο ποιητής και φιλόλογος Σάββας Παύλου, έγραψαν ότι ο Ριμαχό «αποδείχτηκε persona grata στη λογοτεχνία του νησιού».

Πάνω σ’ αυτό το τέχνασμα ο Παναγιώτης Νικολαΐδης χτίζει τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο Ριμαχό, συνεχίζοντας να δίνει ζωή, ιδιότητα και νέο ρόλο  σ’ ένα προσωπείο, μια φασματική μορφή, ένα alter ego, που δημιούργησε στο ποιητικό του εργαστήρι ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης το 1972 και το φανέρωσε την επόμενη χρονιά στην ποιητική του συλλογή Το αγγείο με τα σχήματα. Σε πέντε ποιήματα της συλλογής ο Ριμάκο, όπως ονομάζεται εκεί, παρατηρεί στοχαστικά την ανθρώπινη ζωή, αναδεικνύει υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από τις συμπεριφορές και τις πράξεις των ανθρώπων, με φανερή την πίκρα, τον πόνο και το αίτημα της λύτρωσης. Μιλά με παραβολές, απηχεί τον μπρεχτικό κ. Κόινερ. Ο Γ. Π. Σαββίδης, εξαρχής εστίασε την προσοχή του σ’ αυτή τη μορφή και διείδε ότι εδώ ο Χαραλαμπίδης αποπειράται να διαπλάσει ένα νεωτερικό μυθολογικό πρόσωπο, ανανεώνοντας την ποιητική του και πιθανολογεί ότι δεν αποκλείεται αυτό το πρόσωπο να επανεμφανιστεί στο έργο του δημιουργού του, όπερ και εγένετο το 1977 στην ποιητική συλλογή Αχαιών Ακτή και το 1982 στη συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα. Τώρα ο Ριμάκο με έκδηλους χριστικούς απόηχους πραγματεύεται το θέμα της Κυπριακής τραγωδίας. Το ενδιαφέρον με αυτό το ποιητικό πρόσωπο είναι ότι δεν περιορίζεται μόνο στο έργο του Χαραλαμπίδη, αλλά εμφανίζεται και στην ποίηση του Μηχανικού, το 1975 και του Βασιλείου, το 1978 και το 1983. Έχουμε, λοιπόν, εδώ ένα ποιητικό πρόσωπο, που ξεκινά μια ανεξάρτητη πορεία από το δημιουργό του, εισέρχεται στο έργο άλλων δημιουργών, ανοίγει μαζί τους άτυπο διάλογο και εμπνέει παραλλαγές του προσώπου του. Πυκνώνει τις εμφανίσεις του στο έργο σημαντικών Κυπρίων ποιητών, μετά την τραγωδία του 1974, όπου τότε παίρνει δραστικά άλλοτε τη φωνή του ποιητή, του πατριώτη-αγωνιστή, άλλοτε του θυμόσοφου, αλλάζει ριζικά κάθε φορά το ύφος του, προκειμένου να μιλήσει για αυτή τη μεγάλη ανατροπή στη ζωή του τόπου, εμπλέκεται στα πολιτικά πράγματα και προκαλεί ιδεολογικές διαμάχες. Πλάι στον Ριμάκο, που έχει γίνει Ριμαχό, για να ηχεί πιο αιχμηρά και δραστικά το όνομά του, όπως ισχυρίζεται ο Κώστας Βασιλείου, γεννιέται από τον ίδιο τον Βασιλείου και μια γυναικεία μορφή, μητρική, ερωτική και δραστική, η Ριμαχόνα.

Για σχεδόν σαράντα χρόνια το πρόσωπο αυτό έμεινε στη σκιά, μέχρι που ο Παναγιώτης Νικολαΐδης αποφάσισε να το ξαναφέρει στο φως, να του χαρίσει ζωή στον καινούριο αιώνα, να του δώσει τη δυνατότητα να βιώσει τις εμπειρίες του προηγμένου τεχνολογικού κόσμου, την απειλή της φυσικής καταστροφής και του covid 19, να του γνωρίσει τους δικούς του φίλους ποιητές, να τον αφήσει να περιδιαβαίνει στο γενέθλιο τόπο του, την ακρωτηριασμένη Κύπρο, βιώνοντας με τα σημερινά δεδομένα το πολιτικό αδιέξοδο που διαιωνίζεται. Κεντρίζει τη μνήμη του, πυροδοτεί την απελπισία και την οργή του, του δίνει καινούριες λέξεις πλάι στις οικείες και γνώριμες, υποχωρεί και του επιτρέπει να μιλήσει αντ’ αυτού. Ο Ριμαχό είναι ένα ποίημα, ένα δημιούργημα, γέννημα της ποίησης, μια ψυχή που παίρνει σάρκα και οστά μέσω των λέξεων, με την αποστολή να υπερασπιστεί την αλήθεια, την ανθρωπιά, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Καθώς ενδύεται την ανθρώπινη υπόσταση, υπόκειται στη σκληρότητα του κόσμου, στην αδικία και στο θάνατο. Ανησυχεί, προσεύχεται με το δικό του τρόπο, διαμαρτύρεται, πικραίνεται και φοβάται το αναπόφευκτο, όπως κάθε άνθρωπος με σάρκα και οστά.

Λόγχη
εκεντήθη
Ο υιός της Παρθένου
Πιστεύω σ’ ένα ποίημα.

Ο Νικολαΐδης αξιοποιεί αυτό το πρόσωπο της μοντέρνας κυπριακής μυθολογίας στη δική του πολιτική ποίηση, αρχής γενομένης με το ίδιο το σημαίνον Ριμάχο. Αναζητώντας την ετυμολογία του ονόματος, μπορούμε να εκλάβουμε τη λέξη ρίμα ως μετωνυμία της ποίησης, ενώ το δεύτερο συνθετικό της λέξης αναπόφευκτα μας οδηγεί στη λέξη μάχη και στο ρήμα μάχομαι. Ο λόγος του ποιητή δεν αρκείται στη συναισθηματική πραγμάτευση των συνεπειών που υφίστανται οι ζωές των ανθρώπων, όταν γίνονται παίγνια της Ιστορίας. Αναζητά ευθύνες, και απαντήσεις. Απ’ όλο το έργο του Νικολαΐδη, ποιητικό, κριτικό και διδακτικό, εφόσον είναι μεταξύ άλλων και μάχιμος εκπαιδευτικός, είναι φανερό πως έχει ο ίδιος αναθέσει στον εαυτό του μια αποστολή: να μάχεται τη λήθη. Η κυπριακή τραγωδία είναι ένα ιστορικά κληροδοτημένο τραύμα, το οποίο εκείνος το ενστερνίστηκε μέσω των γονέων και των παππούδων, το οικειοποιήθηκε και το ενσωμάτωσε.  Η απώλεια του προγονικού τόπου βιώθηκε τρόπον τινά ως εκδίωξη από τον Παράδεισο και ως βίαιη κατάληψη του ψυχικού τοπίου, γεγονός  που προκαλεί εσωτερικό ρήγμα και εγείρει το υπαρξιακό αίτημα για την αποκατάσταση της χαμένης ενότητας. Αναπόφευκτα το πολιτικό και το υπαρξιακό αίτημα γίνονται ένα. Η εσωτερίκευση του τόπου περιλαμβάνει αισθήσεις (εικόνες, ήχους, μυρωδιές και γεύσεις), λέξεις, ανθρώπους, μοίρασμα ζωής, μια παλέτα έντονων συγκινήσεων και αισθημάτων που έχουν καταγραφεί στο ασυνείδητο. Η ποίηση υπάρχει, μεταξύ άλλων και για να τα κρατά τη μνήμη σε εγρήγορση: «Το κάθε ποίημα είναι ένας Ιούλης /γαζωμένος με σφαίρες / που κρύβει το τραύμα / σε κοινή θέα / σαν εκπαιδευτική προσομοίωση». Ο Ριμαχό αρνείται να δεχτεί  την προδοσία, τη συμφεροντολογικά κατασκευασμένη πολιτική ορθότητα του παρόντος και τολμά να στείλει γράμματα της καρδιάς, να εκφράσει μετά λόγου γνώσεως τη διαμαρτυρία, το παράπονο στη δική του Ριμαχόνα. που παίρνει σε κάποια ποιήματα και τη μορφή της Ελλάδας.

Αγαπημένη,
Σου γράφω σήμερα
Από την Πράσινη Γραμμή
Καθώς τα τούρκικα μαχητικά
Σκίζουν με θορυβώδη έπαρση
Τον ουρανό μου.
Ξέρω πως είσαι μακριά
(μου το ‘χεις ξαναπεί).
Μέχρι να φτάσει στα χεράκια σου
Το ταλαιπωρημένο γράμμα μου
Θα είναι αργά
Κι εδώ
Θα έχει πια νυχτώσει.
[….]
Αγαπημένη,
Γράφοντας γράμμα σ’ εσένα
Γράφω σ’ εμένα
Κι εύχομαι ν’ απευθύνω λόγο
Χρόνια μακριά.
Αν δε μ’ αγαπάς αληθινά
Ως μέσα στο κύτταρο

Δεν είσαι μάνα.

Τα Γράμματα στη Ριμαχόνα είναι δώδεκα ποιήματα του β΄ μέρους της συλλογής, γραμμένα με μορφή επιστολής και τις περισσότερες φορές με σημαίνουσα ημερολογιακή ένδειξη. Η θηλυκή φιγούρα, παραλήπτρια των ανεπίδοτων επιστολών, παίρνει άλλοτε την μορφή της μητέρας Ελλάδας, της Κύπρου, της ποίησης ή της αγαπημένης. Η συνομιλία αυτή, δηλωτική της βασανιστικής αμφιθυμίας και της εξάρτησης του  ποιητικού υποκειμένου από την αγέρωχη, ενίοτε σκληρή αλλά και βάναυσα τραυματισμένη γυναικεία μορφή, άλλοτε σε τρυφερή κι άλλοτε σε γλώσσα αιχμηρή, τροφοδοτεί τη σκέψη με πολλά καίρια και επίμονα ερωτήματα για το πώς συνεχίζει να υπάρχει ένα άτομο πολλαπλά διαιρεμένο στο ιστορικό παρόν ενός τόπου, σε μια συνθήκη διαρκούς ατελέσφορου πολέμου, που αναπόφευκτα έχει εσωτερικευθεί με όλες τις συνέπειές του. Τα ποιήματα αυτής της ενότητας πιστοποιούν την υπαρξιακά πολιτική ποίηση του Παναγιώτη Νικολαΐδη.

Ο νέος Ριμαχό, ως σύγχρονος δημιουργός ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, ευαισθητοποιείται από τα προβλήματα του καιρού μας. Περιφέρεται στη Λευκωσία του 21ου αιώνα, βλέπει τα σκοτωμένα αιωνόβια δέντρα, τρομάζει από την καταστροφική μανία του ανθρώπου, την απειλητική ανισορροπία στο γήινο πεδίο, βιώνει τον τρόμο του αιφνίδιου θανάτου «πως θα πεθάνουμε /από κάτι τόσο απλό/ενώ δαμάσαμε/όλα τα είδη στον πλανήτη», που κυριάρχησε δεσποτικά την εποχή του covid 19, αναρωτιέται αν και πώς θα γίνουμε πάλι άνθρωποι, συνομιλεί με αγαπημένους νεκρούς ως μια απόπειρα να κατανοήσει το μέγα μυστήριον του θανάτου και να αποδεχτεί την απώλεια. Οι τωρινές σχέσεις των ανθρώπων αποστειρωμένες «μια επαφή χωρίς αφή», ο φόβος μετατρέπει τον διπλανό σε δήμιο, ζούμε περιορισμένοι στον κόσμο των μεγάλων ανισοτήτων, των μοντέρνων τρόπων ανελευθερίας και ελέγχου. Υψώνει φωνή διαμαρτυρίας για το άγαλμα της Ελευθερίας που χτυπήθηκε τη μέρα του πραξικοπήματος, στις 15 Ιουλίου 1974, για το θάνατο της δικηγόρου αγωνίστριας Εμπρού Τιμτίκ, ειρωνεύεται τον δημιουργό που δεν αποτρέπει το άδικο και αναδεικνύει πάντα νικητή το θάνατο.

Τώρα τι θέλεις να σου πω;
Ότι τα πάντα εν σοφία εποίησας;
Έστρωσες τόσο γαλάζιο
Κι όμως ο θάνατος σκοράρει πάντα στην ίδια εστία
αμαρκάριστος

Το θέμα του χρόνου και το πότε και πώς αυτός τελειώνει απασχολεί έντονα τον Ριμαχό και προσπαθεί να το κατανοήσει. «Είμαστε βλέπεις μία ροπή / Πήλινα φύλλα / Που πέφτουνε στη γη // Πάντα ονείρων απατηλότερα». Το δικό του όπλο, η ποίηση αποδεικνύεται ανεπαρκές και αδύναμο. «Ο θάνατος δεν πείθεται / Κανένα ποίημα / Δεν είναι τόσο δυνατό», «ξέρω / κανένας στίχος / δεν αγιάζει / τον φονιά χρόνο». Η ποίηση καταλήγει ο Ριμαχό είναι «χημική επεξεργασία του πόνου, ταυτολογία του ανέφικτου».

Άραγε ο ποιητής Ριμαχό του Νικολαΐδη, αυτός ο υπέρμαχος της ζωής, της ανθρωπιάς, της ελευθερίας και της πατρίδας με τη μελωδική του γλώσσα, ένα ισορροπημένο μείγμα της κυπριακής διαλέκτου με την κοινή ελληνική, με μια γλώσσα άλλοτε λυρική κι άλλοτε ρεαλιστική και ελεγχόμενα τολμηρή θα παραμείνει στην ποίηση του; Θα συνεχίσει να συναναστρέφεται τους φίλους του ποιητές Γιώργο Χριστοδουλίδη, Μιχάλη Παπαδόπουλο και Γιώργο Καλοζώη και να τους αφιερώνει ποιήματα; Θα εισχωρήσει και στην ποίηση άλλων Κύπριων ποιητών; Είτε συμβεί αυτό είτε όχι, η αιφνίδια επιστροφή του Ριμαχό άνοιξε μια άλλη δίοδο στην ποιητική πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη, μέσω της γόνιμης διακειμενικής συνομιλίας με ποιητές της παλαιότερης γενιάς, καθώς επικαιροποίησε με μια γραφή νεωτερική κείμενα παλαιότερα, τα οποία διαβάζει με σεβασμό, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί μαζί τους. Του επιτρέπουν ν’ ανοίξει με αρετή και τόλμη έναν ουσιαστικό διάλογο, επί των τύπων των ήλων για το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, παράλληλα με την  κριτική ανάγνωση του ιστορικού παρελθόντος, χωρίς εμπάθεια, αγκυλώσεις και υπεκφυγές. Οι μαλακές αρμονικές γραμμές της ποιητικής φωνής του Νικολαΐδη μας οδηγούν ν’ αναζητούμε τα ίχνη του χρόνου που πέρασε στον τόπο και τις ανθρώπινες συνειδήσεις, ο λόγος του κεντρίζει τις αισθήσεις μας να εστιάζουν στην ομορφιά, να την ανακαλύπτουν όπου υπάρχει γύρω μας, δίνει αξία στις απλές καθημερινές στιγμές, τις μοναδικές και ανεπανάληπτες, αυτές που καταφάσκουν τη νίκη της ζωής.

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

*