*
Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;
~ . ~
Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Για τις δύο πρώτες αναρτήσεις του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.
~.~
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ
ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΖΕΠΕΛΙΝ
Μέρος Δεύτερο
ΠΡΟΣ ΟΔΗΣΣΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ
1.
Το ποδήλατό μου το αγόρασα πριν από δυο εβδομάδες από τον Βόλο, είναι ένα ποδήλατο πόλης, μονοτάχυτο και με νίκελ τιμόνι, λιτό, αέρινο, και με όμορφο ρετρό φανάρι. Ο Κίνναμος έχει το παλιό Raleigh του συγχωρεμένου πατέρα του. Το ποδήλατο ήταν παρατημένο στην αυλή, σκούριαζε, σάπιζε. Μια πρωία ο Κίνναμος αποφάσισε να το αναστήσει Έκανε το εξής: το έδωσε για ανακατασκευή σε έναν άψογο και υπομονετικό μάστορα, ο οποίος γυάλισε τα αλουμίνια, έτριψε τη σέλα και την πότισε χημικά, για να μαλακώσει το δέρμα, έβαλε λαμπερούς καθρέφτες και πέταξε την παλιά σκουριασμένη σχάρα, έβαψε τον σκελετό, τα φτερά και το πηρούνι με μια βαφή στο γκρίζο του ταλαιπωρημένου δολλαρίου, και τέλος έστησε το δημιούργημά του, τον δίτροχο Λάζαρο, δίπλα από την είσοδο σαν κράχτη της μαστοροσύνης του. Φυσικά η συγκίνηση του Κίνναμου, όταν είδε το σαράβαλο αναστημένο, ήταν για τον πατέρα του, που δεν ζει πια: τον φαντάστηκε νέο, ένα ηλιόλουστο πρωί στο κέντρο της Λάρισας, πενήντα χρόνια πριν, να βγαίνει από ένα ποδηλατάδικο που δεν υπάρχει πια, να καβαλάει το Raleigh και να εξαφανίζεται στις γειτονιές της πόλης. Ω, κάνουμε στάση στον ναό του Θαυλίου Διός, έχουμε βγει από το Βελεστίνο. Βγάζω από την τσάντα το θερμός με τον καφέ, σκουπίζω τις πευκοβελόνες από το παγκάκι και το βλέμμα μου χάνεται στα κτήματα, στα ερείπια, στον λόφο Μπακάλη. Ελληνικός χωρίς καϊμάκι δεν πίνεται, το ίδιο πιστεύει και ο Κίνναμος, ποτίζω, αηδιασμένος, τις δάφνες με το νεροζούμι και προτείνω στον φίλο μου αλλαγή πλεύσης: να μεταφέρουμε το στρατηγείο μας στο πλησιέστερο καφενείο: στο αμέσως επόμενο χωριό.
Πότε έγιναν οι ανασκαφές εδώ; ρωτάει ο Κίνναμος, χαϊδεύοντας με το βλέμμα του τα κομμάτια του θριγκού, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, κατά μήκος του διαδρόμου, τα επιβλητικά μέρη του επιστύλιου και τον γκριζωπό σπόνδυλο ενός δωρικού κίονα. Η καημένη αρχαιολογική υπηρεσία μας δεν είχε λεφτά το 1920, απάντησα, μια μίζερη ζητιάνα ήταν, ως εκ τούτου όλα έγιναν με τη βοήθεια των Γάλλων. Α χα, έκανε ο Κίνναμος. Ποιος ξέρει, γύρισα και είπα, ο παππούς μου ήταν παιδί τότε, έντεκα χρονών. Και σκέφτηκα ένα τσούρμο παιδιά, ξυπόλητα, παιδιά του χωριού, αγόρια: Έχουν μαζευτεί μπουλούκι στα υψώματα και χαζεύουν τους θησαυρούς που είχε φέρει στο φως η σκαπάνη: ένα γυάλινο περιδέραιο, ένα μελαμβαφές αγγείο, ενώτια από χρυσό και ασήμι. Ο Κίνναμος έχει κάνει λίγο πιο κει, τι είναι εδώ, λέει, κι άλλος ναός; Κοίτα πίσω σου, είπα, έχει κιόσκι ενημέρωσης. Ο Κίνναμος θέλει να μείνουμε κι άλλο, του αρέσει στον ναό, είναι πολύ όμορφο το σημείο, μέσα στα πεύκα. Αλλά εγώ χρειάζομαι καφέ. Και βγαίνουμε να πάρουμε τα ποδήλατά μας. Η ώρα έχει πάει έντεκα και δέκα.
Μας προσπερνούν δυο αυτοκίνητα, προσπερνάμε ένα τρακτέρ. Προσπερνάμε ένα σκιάχτρο, μας προσπερνούν περιστέρια. Δεξιά οπωροφόρα, αριστερά χωράφια με δημητριακά, αυτά τα χαρωπά παιδιά της θεσσαλικής μάνας-γης και του καρπερού πατέρα-λιπάσματος, που διοχετεύουν με τους ιθμοσωλήνες τους τη δροσιά της ατμόσφαιρας στα τρυφερά τους φυλλαράκια.
«Πολύ ωραία είναι!» φωνάζει ο Κίνναμος.
Όντως, είναι απολαυστικό να κάνεις ποδήλατο υπό αυτές τις συνθήκες. Ο δρόμος δεν έχει ανηφόρες και ο ήλιος δεν σε χτυπά στα μούτρα. Είναι μαλακά τα πετάλια – νιώθεις το ποδήλατο να πετά, να υπερίπταται. Το τιμόνι καμπυλώνει σαν γυναικείο κορμί και ο ήλιος ιερουργεί στα χωράφια, τα σπαρτά και τους λόφους. Αλλά:
Ας μη χάσουμε χρόνο, προτείνω στον Κίνναμο, έχει θολωτούς τάφους λίγο πιο κάτω, δεν αξίζει αν τους δούμε – πάμε για καφέ. Ναι, χέσ’ τους, φωνάζει ο Κίνναμος (με τον αέρα κόντρα αναγκάζεται να φωνάξει δυνατά). Τα πρώτα σπίτια της Χλόης εμφανίζονται στα εκατό μέτρα. Προσπερνώ τον Κίνναμο: στο βενζινάδικο στρίβω αριστερά και του κάνω νόημα να ακολουθήσει. Τα πελώρια δέντρα της πλατείας υπόσχονται δροσιά και ανάπαυση. Αφήνουμε τα ποδήλατά μας και πάμε στο καφενείο. Δεν είναι ο καφετζής όμως εκεί αλλά ένα ωραίο πλατάνι, το οποίο υποκλίνεται και μας καλημερίζει σαν σερβιτόρος σε παλιά ελληνική ταινία. Κι αμέσως στήνει ένα τραπεζάκι και δύο καρέκλες κάτω από τον ίσκιο του.
«Καλημέρα σου πλατάνι» λέει ο Κίνναμος στο δέντρο.
Παραγγέλνουμε ελληνικούς σκέτους και μια κανάτα νερό. Ο Κίνναμος κοιτάει την πλατεία. Και σηκώνει το χέρι.
«Βλέπω καλά εκεί; Πελαργός είναι αυτός;»
Γυρίζω να δω. «Ναι, λελέκι. Έχουν φωλιά στο καμπαναριό».
«Χρόνια έχω να δω λελέκι – πάντως δεν είναι όμορφα πλάσματα. Έχουν πανάσχημα πόδια».
«Άλλα όταν ανοίγουν τα φτερά τους είναι εντυπωσιακά».
«Απ’ όλα τα πετούμενα, μ’ αρέσουν οι πατάτες, που λέει στον Καραγκιόζη ο Μορφονιός», λέει ο Κίνναμος.
Και σηκώνεται από την καρέκλα. «Πού έχει τουαλέτα;»
Του δείχνω. Ο σερβιτόρος έρχεται να αφήσει την παραγγελία μας. Πίνω την πρώτη γουλιά και βγάζω το κινητό. Συνδέομαι στο διαδίκτυο και ξαναδιαβάζω για τη Σκοτούσα.
Η Σκοτούσα του σήμερα: τρία μικρά χωριά (Αγία Τριάδα, Άνω Σκοτούσα, Σκοτούσα. Τα ερείπια, τα αρχαία τείχη, δηλαδή ένα σπιθαμιαίο μέρος τους, βρίσκονται στην Αγία Τριάδα). Μονοκατοικίες, αυλές με γεωργικά μηχανηματα, αυλές με γλάστρες και πλαστικά τραπεζομάντηλα, η πλατεία με την προτομή του Πολυδάμαντα, του αρχαίου ολυμπιονίκη παλαιστή. Μια κακόγουστη προτομή – έστω. Αυτού του θηρίου που λέγανε ότι είχε σκοτώσει λιοντάρι στον Πηνειό, και που δεν έχασε ποτέ στο παγκράτιο. Η Σκοτούσα του χθες: πόλη πλούσια (έκοβε δικά της νομίσματα), με την ιερή της βελανιδιά, μαντείο σημαντικό όσο της Δωδώνης, σιτοβολώνες που ήθελες μέρες να τους διασχίσεις και περίπου τέσσερα χιλιόμετρα ισχυρής οχύρωσης, με πύργους και πύλες, πέντε τον αριθμό, και μια τάφρος, ένας λασπερός χάνδακας, που βάφτηκε στο αίμα όταν το 369 π.Χ. ο τύραννος των Φερών, ο Αλέξανδρος, διέταξε τον στρατό του να σφάξει τον ανδρικό πληθυσμό της Σκοτούσας – τα στρατεύματά του ενδέχεται να πήραν τον ίδιο δρόμο με μας. Ποτάμι το αίμα, οι στρατιώτες πέταξαν τα πτώματα στην τάφρο και μοίρασαν τα γυναικόπαιδα στα σκλαβοπάζαρα. Η πόλη ερήμωσε, δεν κατάφερε να ξαναβρεί την παλιά της Αίγλη, ωστόσο συνέχισε, σκιά του εαυτού της, να ζει: ο Φίλιππος Ε΄ την είχε κάνει ορμητήριο για τον στρατό του. Μάχες, πόλεμοι και τίποτα άλλο. Πελταστές και ακοντιστές. Κι ύστερα η πόλη ερήμωσε. Ωστόσο το σφύριγμα που ακουγόταν στα στενά της δεν ήταν από τον άνεμο. Ήταν οι κραυγές ενός μικρού κοριτσιού-φαντάσματος που έτρεχε, από στέγη σε στέγη, για να κρυφτεί.
Το τοπίο πάντως στη Χλόη είναι ειδυλλιακό και ηλιόλουστο. Ένας παππούς κρατά την εγγονή του από το χεράκι – την πάει στην παιδική χαρά. Είναι κι άλλα παιδάκια εκεί. Με αμάνικα μπουφάν και παπουτσάκια σπορτέξ. Κάνουν τσουλήθρα και γύρω-γύρω όλοι. Ένας αγρότης σταματάει με το αγροτικό δίπλα από ένα σπίτι, μιλάει με ένα φίλο του που πίνει καφέ στην αυλή. Ένας παππούς διαβάζει εφημερίδα κάτω από τα πλατάνια. Παππούδες με γκλίτσες και πρόσωπα που έγιναν σαν σφουγγάρια – αν τα στίψεις θα γεμίσει ο νεροχύτης παρελθόν. Δεκαετίες που τρέχουν σαν το νερό και χάνονται. Και μια όμορφη μυρωδιά του κάμπου κατά το ηλιοβασίλεμα.
Είναι αυτό που λέγαμε τις προάλλες με τον Κίνναμο: κάθε χώρα θέλει να λέει τα δικά της παραμύθια – αυτό, και μόνον αυτό, προσδίδει βάθος στη λογοτεχνία της. Η δεσπόζουσα και ως εκ τούτου βερμπαλιστική Αμερική έχει τους Πύντσον της, η πλατιά Ρωσία τους πλατύστερνους Τολστόι της, ενώ η Γαλλία, από τους λιμπερτίνους και μετά, έχει τους ρεαλιστές της – μέχρι τους λιμπερτίνους έλεγε παραμύθια αλά Γκρέκα. Η Ελλάδα άραγε γιατί πρέπει να λέει τα παραμύθια των άλλων; Και τι τρέλα κι αυτή να θες να γίνεις Προυστ και Τζαίημς Τζόυς ή Ντιντιέ Εριμπόν; Και συμπεράναμε με τον Κίνναμο: φουλ τρέλα θα το πάμε εμείς, άλλωστε τούτη τη χώρα δεν της ταιριάζει η δυστυχία. Δεν είναι δυστυχισμένη χώρα η Ελλάδα. Παρά τα προβλήματά της, κάθε βράδυ στολίζεται και βγαίνει να διασκεδάσει, να το ρίξει έξω, αμέριμνη και σαν να μην τρέχει το παραμικρό. Επιπόλαιη ακόμη και ως προς το ποιος θα την κυβερνήσει. Ωστόσο από την άλλη: η λογοτεχνία της σκάβει να ανακαλύψει κοιτάσματα δυστυχίας – σκάβει σε ένα κορμί που μόνο τρέλα κυλάει στις φλέβες του. Η χώρα μας μόνο αριστοφάνηδες χρειάζεται. Τρελούς που θα της μαυρίζουν τον πωπό με βίτσες. Γέλασα όταν το είπα αυτό ο Κίνναμος. Γέλασα γιατί κι εγώ κατά βάθος σχιζοφρενής είμαι. Όπως κι εκείνος – όπως όλοι μας. Όλη η Ελλάς, από άκρη σε άκρη.
Η Επανάσταση του ’21 ξεκίνησε όταν ο πρώτος Φιλικός όρκισε τον δεύτερο – αυτή τη στιγμή αναβιώνει τώρα. Δυο λογοτέχνες που κρεμούν, σαν σε καλόγερο, τον εγωισμό τους, το συγγραφικό τους μέλλον, για να πλάσουν αγκαζέ ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο ούτε τους ενός ούτε του άλλου (αφού είναι πολύ δύσκολο να πεις, πάνω από μια σύβραση διάφανων υγρών, ποιο στοιχείο ενσωματώθηκε στο άλλο). Το θέμα όμως είναι ότι όσα στοιχεία κι αν μας ενώνουν με τον Ιωάννη Κίνναμο, άλλα τόσα, που δεν εύκολο να γεφυρωθούν, επιμένουν να μας φέρνουν αντιμέτωπους. Και δεν χρειάζεται να είσαι γνώστης βαθύς της πεζογραφίας και των κανόνων της για κοιτάξεις με περιφρόνηση, να αποδοκιμάσεις ή και να χλευάσεις του αγαθούς Κίνναμο και Ακομινάτο για την επιπολαιότητά τους να εργαστούν από κοινού ενάντια στα ήθη ενός χώρου που επιζητεί μονάδες κι όχι ντουέτα, και φυσικά κόντρα σε κάθε εγωισμό και προσωπική τους φιλοδοξία. Ξέρω, το ξέρουμε, το βλέπουμε από την αρχή: τον άνεμο να φυσάει με λύσσα, τα σύννεφα να κρύβουν το φεγγάρι, και τους μπροστάρηδες, δηλαδή τις εμπνεύσεις μας, πότε μέσα από ξέφωτα να μας οδηγούν και πότε μέσα από πουρνάρια, αλλά ουσιαστικά στην εξώμη, στον βράχο ψηλά, να μην φτάνουμε ποτέ. Και αντε μετά να δεις πού βρίσκεσαι. Αλλά ποιος είπε ότι είναι ελεύθερα και ήσυχα και γαλήνια στο έλος της Τέχνης; Ποιος έχει το θράσος να πει κάτι τέτοιο; Μόνο οι νεκροί τα λένε αυτά. Αλλά επειδή δεν τους καίγεται καρφί.
( Συνεχίζεται )
*
*

