Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Δεύτερη ευκαιρία

Κρυονέρι, Ευθύμιος Φυτόπουλος, Drone Photos

*

Τα Λευκαδίτικα διηγήματα (Fagotto books, 2016 και εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017) είναι το μοναδικό βιβλίο με διηγήματα του Δημήτρη Ε. Σολδάτου ανάμεσα στις δεκαεπτά ποιητικές συλλογές που εξέδωσε στην διάρκεια σαράντα χρόνων. Η συνεργασία με το Νέο Πλανόδιον στην στήλη αυτή θα ξεκινήσει με κάποια από τα εκδομένα του διηγήματα (επιμελημένα εκ νέου) και θα συνεχιστεί με ανέκδοτο υλικό. Ο τίτλος της στήλης είναι παρμένος από μια κριτική του συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου για τα Λευκαδίτικα διηγήματα στις 28.6.2016 στον ιστοχώρο Bookpress (https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/6619-lekfaditikadiigimata-soldatos): «Ένα πνεύμα νοσταλγικό, παλιομοδίτικο ίσως, μα γνήσιο κι ανυπόκριτο, περασμένο στο χαρτί με ελληνικά που η ομορφιά και η καθαρότητά τους σπανίζουν πλέον».

~.~

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.
Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις «ημέρες», μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003

Όταν πέθανα, πήγα κατευθείαν στον ουρανό. Δεν το περίμενα! Εξάλλου δεν πίστευα στην άλλη ζωή. Καθισμένος σ’ ένα απαλότατο σύννεφο κοίταζα από ψηλά τον κόσμο, λες και βρισκόμουν σ’ αεροπλάνο. Να οι Μύλοι, να η Γύρα, να το ξωκκλήσι τ’ Αϊ-Γιάννη τoυ Αντζούση, να το Κρυονέρι ή Αγιονέρι: μάτια γοργόνας γαλαζοπράσινα, που έχει στήθος βράχια και μαλλιά πευκοβελόνες! Πώς να μην γίνεις ποιητής σ’ έναν τέτοιον τόπο; Αν κάποιος έφερνε τον ουρανό κάτω και πάνω την Λευκάδα, άνετα θα μπορούσε να είναι ο παράδεισος! Κι εγώ αυτόν τον παράδεισο τον είχα μόλις χάσει.

Ευτυχώς μπορούσα να βλέπω κι από κοντά, λες κι είχα στα μάτια κιάλια. Με το πέρασμα της ώρας όμως – αν μπορούμε να ισχυριστούμε πως υπήρχε χρόνος σ’ έναν τέτοιο χώρο – συνειδητοποίησα ότι το σκηνικό λειτουργούσε αλλιώς. Δηλαδή όλα αυτά ήταν μέσα στον νου μου. Έφτανε να σκεφτώ το σπίτι μου και το έβλεπα. Το ίδιο αν ήθελα να δω έναν φίλο μου ή μια γυναίκα, ας πούμε.

Εντάξει, είχε την πλάκα του το πράγμα βέβαια! Αλλά ούτε άγγελοι, ούτε διαβατήρια, ούτε Άγιος Πέτρος. Μόνον μια απέραντη συννεφένια έρημος ως εκεί που φτάνει το μάτι. Και δεν έκανε ούτε ζέστη ούτε κρύο. Ούτε το κορμί μου ήταν ακριβώς κορμί, ούτε εγώ ήμουν ακριβώς εγώ, μα μπορούσα συγχρόνως να είμαι και να μην είμαι.

Περίεργα πράγματα! Αλλά είχα την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα ’παιρνα κάποιο μήνυμα, μια εντολή κάτι να κάνω ή θα ερχόταν κάποιος να με προϋπαντήσει. Δεν ήταν δυνατόν να βγάλω έτσι ολόκληρη αιωνιότητα, καθισμένος σ’ ένα απαλότατο σύννεφο και κοιτάζοντας σαν χαζός τους άλλους να ζούνε…

Αλλά, θα μου πείτε, κάπως έτσι δεν την έβγαζα και στην ζωή μου; Καθισμένος σ’ ένα γραφειάκι να δουλεύω ολημερίς σαν σκλάβος – με αόρατες αλυσίδες οκταώρου και βουρδουλιές υπερωριών, όπως θα έγραφαν οι παλαιότεροι πεζογράφοι μας – την ίδια ώρα που τ’ αφεντικό μου χαριεντίζονταν με την καρακουκλάρα των δημοσίων σχέσεων στην γραφειάρα του – όπως γράφουν οι καινούργιοι μας. Καθισμένος σ’ έναν καναπέ να βλέπω τηλεόραση – κομπάρσος της ζωής μου, χαζεύοντας την πρωταγωνίστρια – την ίδια ώρα που κάποιος άλλος κάθονταν απέναντι απ’ την γυναίκα των ονείρων του και την φλέρταρε. Μήπως δεν μου φαίνονταν μια αιωνιότητα μέχρι να πληρωθώ; Μέχρι να περάσει η νύχτα ή εκείνο το ατελείωτο δευτερόλεπτο μέχρι ν’ απαντήσει ένα κορίτσι το αναμενόμενο «όχι» στην ερώτηση «μ’ αγαπάς;»

«Ε, ναι, ποιος μ’ αγαπούσε εμένα;» φώναξα δυνατά. «Ας μου πει κάποιος ποιος μ’ αγαπούσε εμένα!»
«Ο Θεός σ’ αγαπούσε εσένα!» άκουσα δίπλα μου μια φωνή, που μου έκοψε την χολή, αν υποθέσουμε πως είχε κάτι τέτοιο αυτό το σώμα και μη σώμα που διέθετα.
«Διάολε, ποιος μίλησε;» ρώτησα τρομαγμένος.
«Εγώ!» είπε η ίδια φωνή.
«Εσύ; Ποιος εσύ; Γιατί δεν σε βλέπω;»
«Δεν μπορείς να δεις τα ουράνια πλάσματα. Θα μείνεις καιρό εδώ εωσότου να είσαι έτοιμος!»
«Καιρό; Και τι θα κάνω; Πώς θα περνά η ώρα; Τι θα τρώω;»
«Είδες; Σκέφτεσαι ακόμα σαν άνθρωπος!»
«Ε, φυσικά, σκέφτομαι σαν άνθρωπος! Αν είχα φτερούγες, θα σκεφτόμουν σαν άγγελος. Κι αν είχα μόνον φωνή, θα σκεφτόμουν σαν κι εσένα».
«Χα, χα, χα!» Ο Ύψιστος θα εκτιμήσει πολύ την αίσθηση του χιούμορ σου».
«Τι μου λες τώρα; Εκτιμάει τέτοια πράγματα ο Θεός;»
«Βεβαιότατα! Αν δεν είχε χιούμορ ο Μεγαλοδύναμος, θα υπήρχε κόσμος;»
«Εννοείς πως έφτιαξε τον κόσμο για να γελάει;»
«Εννοώ πως μόνον αν πάρεις σαν πλάκα αυτά που γίνονται στον κόσμο μπορείς να τον ανεχτείς».
«Ε, τότε, γιατί δεν κάνει κάτι ο Ύψιστος για να τον αλλάξει;»
«Εσύ γιατί δεν έκανες κάτι ν’ αλλάξεις την ζωή σου όσο ζούσες;»
«Μα, σοβαρά τώρα; Νομίζεις πως ήταν στο χέρι μου;»
«Και σε ποιανού το χέρι ήταν;»
«Ξέρω ’γω; Στο χέρι του Θεού;»
«Άμρι α Μούγκου, δηλαδή;»
«Μπαρντόν!»
«Καραγάτσης! Δεν διάβαζες Καραγάτση;»
«Πώς, ναι… Δηλαδή… Μα… Τι λες τώρα; Είναι γνωστός εδώ πάνω ο Καραγάτσης;»
«Με τέτοια ουράνια γραφή, λογικό δεν είναι;»
«Ναι, βέβαια, αλλά πάλι… Πού βρίσκομαι; Στην… Πολιτεία;»
«Στην πολιτεία!»
«Στο βιβλιοπωλείο;»
«Στην ουράνια πολιτεία, χριστιανέ μου!»
«Άγγελε, μ’ έχεις καταμπερδέψει!»
«Ε, τότε, πάμε απ’ την αρχή!»
«Ποια αρχή; Πριν πεθάνω;»
«Πριν πεθάνεις εμένα, άνθρωπε! Λοιπόν, σε ξαναρωτάω: Γιατί δεν έκανες κάτι ν’ αλλάξεις την ζωή σου όσο ζούσες;»
«Η αλήθεια είναι πως φοβόμουν! Ο Θεός, όμως, τι φοβάται και δεν αλλάζει τον κόσμο;»
«Ίσως φοβάται πως αν τον αλλάξει, ο κόσμος θ’ αλλάξει και πάλι. Αν, τώρα, ο κόσμος δεν μπορούσε ν’ αλλάζει από μόνος του, θα τον έλεγες κόσμο ή βιντεοπαιχνίδι;»
«Πώς; Ξέρετε κι απ’ αυτά εδώ πάνω;»
«Εδώ εσείς, εκεί κάτω, ξέρετε πως δεν υπάρχει Θεός, χωρίς να είστε καν βέβαιοι πως υπάρχετε οι ίδιοι».
«Μωρέ, για άγγελος καλά τα λες! Για γίνε άνθρωπος και τα λέμε!»
«Οι άνθρωποι είναι ανώτεροι απ’ τους αγγέλους, φίλε μου, μα το μαθαίνουν όταν γίνονται άγγελοι!»
«Μπα! Και πώς το ξέρεις αυτό;»
«Εξ ιδίας πείρας, βεβαίως!»
«Σαν να λέμε, εγώ είμαι… ανώτερος από σένα τώρα;»
«Μα εσύ δεν είσαι πλέον άνθρωπος;»
«Και τι είμαι, δηλαδή;»
«Είσαι ενδιάμεσος!»
«Και θα ’μαι για πολύ;»
«Από σένα εξαρτάται!»
«Τι πάει να πει αυτό;»
«Θέλεις να γίνεις άγγελος ή να…»
«Ή να;…»
«Ή να ξαναγίνεις… άνθρωπος!»
«Να ξαναγίνω άνθρωπος στον παράδεισο;»
«Στην Γη, όπως ήσουν πριν».
«Πλάκα μου κάνεις, άγγελε ή ό,τι άλλο είσαι τέλος πάντων;»
«Όχι, βέβαια!»
«Μα, γίνονται τέτοια πράγματα;»
«Φυσικά!»
«Τι λες τώρα! Θα ξαναγίνω και νέος όπως ο Φάουστ του Γκαίτε; Όπως ο Χορν στο Αλίμονο στους Νέους;»
«Διάβαζες Γκαίτε; Σ’ αρέσει ο Χορν;»
«Διάβαζα πολύ, αλλά ζούσα λίγο! Όσο για τον Χορν, θα μπορούσε να ήμουν εγώ! Κάλπικη λίρα η ζωή μου, άγγελε, σαν την ταινία».
«Όλες οι λίρες κάλπικες είναι, όπως ο χρυσός, όπως το χρήμα».
«Ναι, την θυμάμαι την ατάκα! Ταινιάρα, ε;»
«Ναι, αλίμονο!»
«Αλίμονο στους νέους;»
«Αλίμονο στους νέους σκηνοθέτες, φίλε μου! Αλίμονο στους νέους συγγραφείς! Θα περάσουν χρόνια να ξαναβγεί ένας Σακελλάριος!»
«Και Το Ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο; Ταινιάρα κι αυτή, ε;»
«Μόνον που στην Γη πάει να καταργηθεί, μαθαίνω!»
«Είναι αντιπαιδαγωγικό μέτρο, άγγελε!»
«Μέτρον άριστον, φίλε μου, όχι μέτρον άχρηστον!»
«Μα σίγουρα είσαι άγγελος; Σαν να μιλώ με τον Σωκράτη αισθάνομαι!»
«Η αλήθεια είναι παντού ίδια, σε Γη και ουρανό!»
«Α! Ο Σωκράτης βρίσκεται, λοιπόν, στον ουρανό;»
«Όπου και να βρισκόταν, θα ήταν ο Σωκράτης».
«Τουτέστιν;»
«Τουτέστιν πάντα δίκαιος!»
«Καλά, με ζάλισες με τις φιλοσοφίες σου! Να κάνουμε και λίγο κουσκουσάκι τώρα;»
«Κουτσομπολιό, δηλαδή;»
«Ε, ναι, μωρέ! Μιας και λέγαμε για τις ταινίες, ήθελα να μάθω αν η Λαμπέτη είναι στον παράδεισο».
«Η Λαμπέτη ε ί ν α ι ο παράδεισος!»
«Δηλαδή βρίσκεται εδώ; Μαζί με τον Χορν; Μπορώ να τους δω;»
«Θες περισσότερο να τους δεις ή να ζήσεις ακόμα μια φορά;»
«Ε, αν πρέπει οπωσδήποτε να διαλέξω, να ζήσω εννοείται! Αλλά πώς θα γίνει; Όπως με τον Φωτόπουλο στον Ουρανοκατέβατο;»
«Α, σ’ αρέσει κι ο Φωτόπουλος;»
«Πολύ! Μαγκάκι ο Μίμης!»
«Στις ταινίες. Στο βάθος του ήταν ποιητής».
«Ποιητής;»
«Βεβαίως! Κυκλοφόρησε και μία συλλογή».
«Όταν ζούσε;»
«Όχι, την έβγαλε εδώ, όταν πέθανε!»
«Χα, χα, χα! Τελικά έχετε πολλή πλάκα εσείς οι άγγελοι!»
«Ενώ εσάς εκεί κάτω σας έφαγε η πολλή σοβαρότητα, ε;»
«Τώρα, στα σοβαρά ή στ’ αστεία θα μ’ αφήσεις να ξαναζήσω;»
«Στα σοβαρά!»
«Αστειεύεσαι;»
«Όχι! Αρκεί να το θες».
«Αν το θέλω λέει; Ποιος στραβός δεν θέλει το φως του;»
«Το φως σου ήταν η ζωή που ζούσες;»
«Κοίτα, έχει την γλύκα της η ζωή! Μ’ αν ξαναζούσα, θα τ’ άλλαζα όλα!»
«Δηλαδή;»
«Ε, να, θα έκανα πράγματα που πριν δεν τολμούσα».
«Όπως;»
«Όπως… το να σπάσω τα μούτρα του αφεντικού μου!»
«Θα τράβηξες πολλά, ε;»
«Και λίγα λες!»
«Τι άλλο θα έκανες εκτός από φασαρία, χριστιανέ μου;»
«Θα έβρισκα την αλαζονική Μαρία, που τινάζει τα μαύρα μαλλιά της και σκοτεινιάζει ο παράδεισος…»
«Ε, ε! Σώπαινε, αθεόφοβε, μην λες τέτοια πράγματα εδώ μέσα!»
«Καλά, καλά! Το παίρνω αλλιώς. Θα την έβρισκα, που λες, και θα της διάβαζα τον εξάψαλμο!»
«Έτσι μπράβο! Τέτοια να λες».
«Μωρέ, θα της άλλαζα τον αδόξαστο!»
«Ε, ε! Πάλι τα ίδια;»
«Εντάξει, εντάξει, το παίρνω πίσω. Αλλά μιλάς σοβαρά τώρα; Μπορώ να ξαναζήσω; Μπορώ να ξαναγίνω και νέος;»
«Κοίτα, είχαμε κάποιες περικοπές προνομίων τελευταία».
«Τι; Έχει κι εδώ περικοπές; Σαν να λέμε κρίση;»
«Όχι, η κρίση θα γίνει την Δευτέρα Παρουσία».
«Α, εσύ με δουλεύεις!»
«Υπάρχει πολλή δουλειά εδώ πέρα».
«Δούλεμα δηλαδή;»
«Υπάρχει πολλή δουλειά πίσω απ’ το συγκεκριμένο πρότζεκτ, αυτό εννοούσα. Αλλά, είπαμε, δεν θα διαλέξεις ηλικία».
«Καλά, δεν με πειράζει αυτό. Έτσι κι αλλιώς δεν είμαι και γέρος. Απλώς, ένας καλοστεκούμενος πενηντάρης».
«Καλοστεκούμενος, αλλά σ’ έφαγε το εμφραγματάκι, έτσι;»
«Οι γυναίκες μ’ έφαγαν, άγγελε, οι γυναίκες…»
«Εμ, δεν το ξέρω; Εδώ μία και μπορεί να σε κάνει μαντάρα!»
«Για την Εύα λες;»
«Μηηη! Μην λες τέτοια ονόματα εδώ μέσα, χριστιανέ μου!»
«Εντάξει, εντάξει! Πες μου τώρα για την δεύτερη ευκαιρία».
«Κοίτα, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα! Αν τελικά επιτρέψει ο Μεγαλοδύναμος να κατέβεις, πρέπει να κινηθείς μόνον από αγάπη. Ούτε να σπάσεις τα μούτρα του αφεντικού σου, ούτε ν’ αλλάξεις τον αδόξαστο στην γκόμενα – φτου, φτου! Με κόλασες, αφορεσμένε!»
«Καλά με τ’ αφεντικό μου, αλλά με την Μαρία τι να κάνω;»
«Να της πεις ό,τι νιώθεις, με σαφήνεια και ειλικρίνεια. Ούτε σάλτσες, ούτε μαλλιά που σκοτεινιάζουν τον παράδεισο – ήμαρτον, Κύριε!»
«Κι αν με απορρίψει;»
«Εκτός απ’ το τι νιώθεις, να της δείξεις και ποιος είσαι. Με πράξεις. Με έργα αγάπης».
«Κι αν είναι ρηχή και δείξει αδιαφορία για όλα;»
«Τότε δείξε αδιαφορία κι εσύ».
«Και θα πιάσει αυτό;»
«Πού να ξέρω; Ζητάς ερωτικές συμβουλές από έναν άγγελο;»
«Εσύ λες πως είσαι άγγελος, εγώ λέω πως ούτε καν σε είδα!»
«Ούτε τον Μεγαλοδύναμο είδες, αλλά περιμένεις την άδειά του για να κατέβεις!»
«Και πότε θα δοθεί αυτή η άδεια; Θα πάρει καιρό;»
«Μην βιάζεσαι! Περίμενε να ρωτήσω τον Μέγα Αρχιερέα».
«Α, δεν αποφασίζει ο Θεός, δηλαδή;»
«Ο Θεός είναι ο Μέγας Αρχιερέας! Δεν μου λες, πήγαινες καμιά φορά στην εκκλησία;»
«Ε, καμιά φορά…»
«Μιλάς με ανθρώπινη πονηριά τώρα: δεν θα καταλάβαινα, λες, πως το “καμιά φορά” σημαίνει “καμία”; Τέλος πάντων. Μπορείς να κατέβεις!»
«Έτσι; Χωρίς έγκριση Θεού;»
«Μα, μόλις την πήρα!»
«Τόσο γρήγορα; Χωρίς να κουνηθείς απ’ την θέση σου;»
«Αφού δεν με βλέπεις, πώς ξέρεις αν κουνήθηκα;»
«Τώρα μιλάς εσύ με πονηριά! Αφού σ’ ακούω… Μπορεί να είσαι αλλού εσύ κι αλλού η φωνή σου;»
«Ενώ εσείς, όταν μιλάτε στο τηλέφωνο, είναι το σώμα σας όπου ακούγεται η φωνή σας;»
«Αυτό, άγγελε, λέγεται τεχνολογία! Ενώ αυτό που συμβαίνει εδώ πώς να το πω;»
«Μήπως… θεολογία;»
«Δηλαδή;»
«Τι δηλαδή; Δεν έχεις ακούσει πως ο Θεός είναι πανταχού παρών;»
«Το έχω ακούσει! Αλλά… τόσο πανταχού;»
«Τόσο!»
«Ωραία, τότε να φεύγω… Αλλά, πώς κατεβαίνω από δω πάνω;»
«Πηδάς!»
«Τιιι! Απ’ τα σύννεφα;»
«Ε, ναι! Αν φοβάσαι να πηδήξεις, τι σε κάνει να πιστεύεις πως δεν θα φοβηθείς και να ζήσεις όταν κατέβεις;»
«Άλλο η ζωή, άλλο το πήδημα!»
«Σοβαρά; Εσείς οι άνθρωποι ζείτε για να πηδάτε – Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου!»
«Λίγοι πηδάνε, άγγελε, εκεί κάτω! Οι περισσότεροι πηδιούντ…»
«Μηηη!… Όχι, τέτοια ρε, παιδί, μόλις πήρες έγκριση απ’ τον Ύψιστο!»
«Καλάαα, καλάαα! Πηδάω! Να κλείσω τουλάχιστον τα μάτια;»
«Αν σε βολεύει, κλείστα! Ο φόβος, όμως, βλέπει με τα μάτια της ψυχής, όπως η πίστη!»
«Ενώ η απιστία είναι στραβή, ε;»
«Κοίτα, χριστιανέ μου, την στραβομάρα σου κι άσε τις φιλοσοφίες στην τύφλα τους!»
«Εντάξει, εντάξει! Όμως έχω μια απορία, άγγελε! Οι άλλοι δεν θα κοψοχολιαστούν μόλις με ξαναδούν;»
«Όχι! Θα συνεχιστούν όλα από κείνη την μέρα που όλα τέλειωσαν».
«Δηλαδή θα πηδήξω από δω και θα βρεθώ στον καναπέ μου πριν πάθω το έμφραγμα;»
«Ε, ναι!»
«Κι όταν ξυπνήσω, θα ξέρω πως έχω πεθάνει και γύρισα πίσω;»
«Φυσικά! Οι άλλοι δεν θα το ξέρουν. Κι αν τους το πεις, σιγά που θα σε πιστέψουν!»
«Σ’ ευχαριστώ, άγγελε! Πηδάω… Ελπίζω να μην τα ξαναπούμε σύντομα».

~.~

Δεν πέρασε μήνας, και βρέθηκα πάλι στο ίδιο απαλότατο σύννεφο καθισμένος να κοιτώ από ψηλά τον κόσμο, όπως κοιτάς από ένα αεροπλάνο.

«Άγγελε, άγγελε, είσ’ εδώ;» ρώτησα τον αέρα.

Σιωπή, μια απέραντη σιωπή σαν αιωνιότητα…

«Άγγελε, είσ’ εδώ;» ξαναρώτησα, πιο δυνατά.

Τίποτα! Ήμουν μόνος, και μπροστά μου απλωνόταν η συννεφένια Σαχάρα, λες κι ο Θεός ή ο Διάολος μάδησε όλους τους αγγέλους μαζί για να την φτιάξει.

«Άγγελε, είσ’ εδώ;» Κανείς δεν απάντησε. Έκρυψα το πρόσωπό μου ανάμεσα στα χέρια κι έβαλα τα κλάματα…
«Ε, γιατί κλαις;» ακούστηκε δίπλα μου η γνωστή φωνή.
«Πού ήσουν; Σε φώναζα τόση ώρα!» είπα αγανακτισμένος.
«Συγγνώμη, είχαμε αναφορά τάγματος αοράτων. Εξάλλου δεν περίμενα πως θα επέστρεφες τόσο γρήγορα!»
«Σάμπως το περίμενα εγώ;»
«Μα, καλά, τι έγινε;
«Τζάμπα κατέβηκα!»
«Φυσικά, τζάμπα! Ούτε εισιτήριο ούτε τίποτα. Ένα πηδηματάκι και τσουπ! στην Γη».
«Αστειάκια, ε;»
«Ε, το ’χουμε κι εμείς το χιουμοράκι μας!»
«Δεν το περίμενα αυτό από αγγέλους!»
«Γιατί όχι; Σας βολεύουν καλύτερα τα ροδαλά και ανίδεα αγγελάκια στις χριστουγεννιάτικες κάρτες;»
«Δηλαδή, θες να πεις πως είστε και ολίγον… διαολάκια;»
«Ενώ εσύ δεν είσαι και ολίγον… πειραχτήρι;»
«Εγώ; Δεν ξέρω καν πού βρίσκομαι, ούτε με ποιον μιλώ, και θέλεις και τα ρέστα σου; Έτσι είναι τα πειραχτήρια; Φαντάσου και να ρώταγα, δηλαδή, αν οι άγγελοι έχουν φύλο!»
«Γιατί, έχετε φίλο εσείς οι άνθρωποι;»
«Φυσικά κι έχουμε!»
«Όταν λέω φίλο, εννοώ φίλους!»
«Μην το ρίχνεις στην πλακίτσα! Μιλώ για την φύση σας εγώ!»
«Κι εγώ για την φύση σας μιλώ! Για την φύση του ανθρώπου να μην έχει φίλους!»
«Από πού το πήρες αυτό; Απ’ τον Μικρό Πρίγκιπα; Έχει γούστο να ’ναι κι ο Εξυπερύ εδώ – θα τρελαθώ!»
«Μα φυσικά, ύστερα βεβαίως από απαίτηση του ίδιου του Μικρού Πρίγκιπα!»
«Πλάκα κάνεις!»
«Όχι, βέβαια! Ξέρεις τι δύσκολα την έβγαζε ο Μικρός Πρίγκιπας με μόνους φίλους μια αλεπού, ένα τριαντάφυλλο κι ένα αστέρι;»
«Ε, με δουλεύεις κανονικά τώρα!»
«Εγώ ή εσύ, που ρωτάς ό,τι σου κατέβει αντί να πεις τι έκανες όταν κατέβηκες;»
«Αχ, γιατί μου το θύμισες τώρα αυτό; Καλά δεν αστειευόμαστε;»
«Μα, εσύ ψόφαγες για μια δεύτερη ευκαιρία! Τι έγινε με τ’ αφεντικό σου, τι έκανες με την Μαρία;»
«Θα σου πω! Αν και στοιχηματίζω πως ήδη τα ξέρεις όλα, άγγελος δεν είσαι;»
«Τι στοιχηματίζεις;»
«Ό,τι θέλεις!»
«Όχι ό,τι θέλω, αλλά ό,τι εσύ έχεις να δώσεις!»
«Τι να δώσω;»
«Την ψυχή σου, ας πούμε!»
«Την ψυχή μου; Σ’ εσένα;»
«Ναι, σ’ εμένα!»
«Δεν είναι του Θεού η ψυχή;»
«Η ψυχή είναι αυτουνού που την έχει!»
«Μα, σε ποιον μιλώ! Σίγουρα είσαι άγγελος;»
«Ναι, άγγελος!»
«Εννοώ του Θεού!»
«Είμαι άγγελος του μόνου αληθινού Θεού!»
«Δηλαδή όχι αυτουνού που λέω; Δηλαδή άλλου; Εννοείς άγγελος του… Εωσφόρου;»
«Πιστεύεις, όντως, πως αυτός είναι ο αληθινός Θεός;»
«Χριστέ μου, είσαι… διάολος;»
«Τρόμαξες;»
«Τι λες τώρα; Χέστηκα πάνω μου!»
«Σιγά, εδώ πήδηξες απ’ τα σύννεφα και δεν φοβήθηκες».
«Μα, γιατί; Γιατί μ’ άφησες να γυρίσω; Και πώς; Με ποια εξουσία; Έχει ο Διάολος εξουσία στον παράδεισο;»
«Είσαι βέβαιος πως βρίσκεσαι στον παράδεισο;»
«Δηλαδή, τι θες να πεις, πως εδώ είναι… η κόλαση; Και τα καζάνια; Η πίσσα; Οι φωτιές; Οι κραυγές των κολασμένων;»
«Είσαι σίγουρος πως βρίσκεσαι στην κόλαση;»
«Μα τότε πού βρίσκομαι; Κι εσύ ποιος είσαι; Τι συμβαίνει εδώ πέρα;»
«Μην βιάζεσαι! Έχουμε καιρό γι’ αυτά. Πες μου πρώτα τι έκανες στην Γη όταν κατέβηκες».
«Κοίτα, μπορεί να είσαι άγγελος και να μου κάνεις πλάκα! Μπορεί να είσαι και διάολος. Όμως, χάρη σ’ εσένα, τ’ ομολογώ, έμαθα πολλά σ’ αυτό το ταξίδι».
«Για λέγε, για λέγε…»
«Καταρχάς, έκανα, πράγματι, ό,τι δεν έκανα στην προηγούμενη ζωή μου. Όποιον έβρισκα στον δρόμο μου τον έπιανα απ’ το πέτο και τον ταρακούναγα: Ζήσε, ζήσε! του έλεγα. Η ζωή είναι μόνον μια φορά κι ύστερα χάνεται, μόνον μια φορά…»
«Ε, όχι μόνον μια φορά… Εσύ ήσουν ήδη εκεί για δεύτερη».
«Εγώ, ναι! Αλλά οι άλλοι;»
«Ίσως όλοι να έχουν την δεύτερη φορά τους, δεν νομίζεις;»
«Όλοι; Δηλαδή δεν ήμουν ο μόνος που κατέβηκε; Δεν αποτελούσα εξαίρεση;»
«Όχι, φίλε μου, ήσουν ο κανόνας. Όλοι κατεβαίνουν!»
«Όλοι; Κι αυτοί που ζούνε εκεί κάτω ήταν κάποτε πεθαμένοι; Κι οι πεθαμένοι γυρίζουν πίσω ζωντανοί; Ε, τότε, τι είναι ο θάνατος; Τι είναι η ζωή; Ποιο το νόημα;»
«Αν σου έλεγα πως δεν υπάρχει νόημα, θα έβγαζες κάποιο νόημα;»
«Δεν υπάρχει; Δηλαδή, μπορεί να μην υπάρχουμε τώρα κι εμείς;»
«Αν δεν υπάρχουμε πραγματικά, μου ζητάς να σου απαντήσω στ’ αλήθεια αν υπάρχουμε;»
«Δεν ξέρω! Μπερδεύτηκα εντελώς τώρα… Κι ύστερα σου λένε πως άμα πεθάνεις ησυχάζεις. Αμ, δε!»
«Έλα, μην το παίρνεις κατάκαρδα! Όλα σύντομα θ’ απαντηθούν, αλλά το καθένα με την σειρά του. Για λέγε τώρα, τι δεν πήγε καλά στην δεύτερη ζωή που κέρδισες;»
«Τίποτα δεν πήγε καλά! Τι θες να πάει; Το αφεντικό μου έπαθε εγκεφαλικό. Ήταν σε αναπηρικό καροτσάκι. Είχε δαγκωμένη την γλώσσα και του τρέχανε τα σάλια. Αυτός, που με φώναζε στο γραφείο του και κατουριόμουν πάνω μου! Άστα να πάνε… Η επιχείρηση πτώχευσε, τα σπίτια του “βγήκαν στο σφυρί”. Σε τέτοια κατάσταση που τον βρήκα, όχι να τον δείρω, όπως καταλαβαίνεις, αλλά να τον λυπάμαι ήταν ο άνθρωπος! Τους έβλεπα όλους πλέον σαν μελλοντικά κρανία, που ήταν ακόμα σκεπασμένα με σάρκα. Κι αγαπούσαν το κρέας τους, το τάιζαν, το φρόντιζαν, αλλά δεν έβλεπαν το κόκαλο από κάτω. Τους κοίταζα στα μάτια κι αντίκριζα τις κόγχες άδειες, γεμάτες χώμα… Με πιάνεις;»
«Ἀληθῶς ματαιότης τὰ σύμπαντα, ὁ δὲ βίος σκιὰ καὶ ἐνύπνιον, φίλε μου!»
«Ε, ναι, σκιά! Θέατρο Σκιών εκεί κάτω, άγγελε! Όλοι κα-ρα-γκιό-ζη-δες! Δηλαδή, μακάρι να έμοιαζαν του Καραγκιόζη! Αυτός τους κορόιδευε όλους, ενώ αυτοί κοροϊδεύουνε τον εαυτό τους, τάχα μου πως ζούνε!»
«Και για να ζούσαν πραγματικά, τι έπρεπε να κάνουν;»
«Να κάνουν έρωτα, έρωτα, έρωτα!»
«Γιατί, αυτοί τι κάνουν; Θάνατο, θάνατο, θάνατο;»
«Ναι, θάνατο κάνουν! Μεσοβέζικα πράγματα. Είναι και δεν είναι συγχρόνως. Όπως εμένα, που έχω και δεν έχω σώμα. Δεν μπορώ να πιστέψω πως κάποτε ζούσα έτσι κι εγώ! Μα, έτσι ήταν πάντα τα πράγματα;»
«Έτσι, έτσι!»
«Κι έτσι θα παραμείνουν;»
«Έτσι, έτσι!»
«Έτσι παρέμεινε και η Μαρία! Απρόσιτη, αλαζονική, ματαιόδοξη… Και τι δεν έκανα για να την κατακτήσω, για να της αλλάξω μυαλά. Τί-πο-τα! Μωρέ και χίλιες ζωές να είχα, πάλι δεν θα τα κατάφερνα! Και ξέρεις τι με τρελαίνει; Πως κι ύστερα από χίλιες ζωές, την ίδια γυναίκα θα ήθελα… Καταλαβαίνεις; Την ίδια γυναίκα!»
«Μην είσαι τόσο σίγουρος! Εδώ ούτε δεύτερη ευκαιρία πίστευες πως υπάρχει κι έπεσες έξω».
«Και που υπάρχει τι έγινε δηλαδή, αν δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τα πράγματα;»
«Μπορούν, όμως, τα πράγματα ν’ αλλάξουν εσένα! Το έχεις σκεφτεί αυτό;»
«Μα, τι λες, άγγελε; Ξέρεις γιατί γύρισα πάλι εδώ; Γιατί – αν είναι δυνατόν – ξαναπέθανα με τον ίδιο τρόπο! Στον ίδιο τόπο – στον ίδιο καναπέ – έπαθα έμφραγμα, για την ίδια – πάλι για την ίδια – γυναίκα!»
«Έτσι συμβαίνει όταν θέλεις λάθος πράγματα. Παθαίνεις τα ίδια παθήματα μέχρι να σου γίνουν μαθήματα. Το ’πιασες τώρα το νόημα;»
«Το ’πιασα! Αλλά, μάρτυς μου ο Θεός κι ο Εωσφόρος μαζί, θα προτιμούσα να έπιανα το… μπούτι της Μαρίας!»
«Πάντα αδιόρθωτοι εσείς οι άνθρωποι! Αδιόρθωτος και ο κόσμος σας!»
«Γιατί, εμείς τον φτιάξαμε; Ο Θεός τον έφτιαξε! Ή μήπως ο… Διάολος;»
«Είδες; Μαθαίνεις σιγά-σιγά! Μαθαίνεις να σκέφτεσαι κι αλλιώς εννοώ.
Αυτό είναι το νόημα: να σκέφτεσαι κι αλλιώς…»
«Εγώ το μόνο που ξέρω, άγγελε, διάολε ή όπως αλλιώς σε λένε, είναι πως η δεύτερη φορά ήταν περίπου σαν την πρώτη».
«Περίπου! Είπες “περίπου”. Αρχίζεις να χρησιμοποιείς τις ακριβείς λέξεις. Είναι πολύ σημαντικό αυτό! Οι λέξεις είναι σαν τις νότες: μία λάθος, κι η μελωδία γίνεται φαλτσωδία, κατάλαβες;»
«Καλά, καλά, μην με πρήζεις με τις φιλοσοφίες, φρεσκοπεθαμένος άνθρωπος είμαι! Λυπήσου με, που κι η δεύτερη φορά ήταν περίπου σαν την πρώτη. Μόνον που δεν φοβόμουν εγώ να ζήσω, φοβόνταν οι άλλοι».
«Άρα τι συμπέρασμα βγαίνει;»
«Ξέρω ’γω; Τι;»
«Πως όταν ένα δέντρο ρίχνει τα κλαδιά του κόντρα στο ρεύμα του ποταμού, ξεριζώνεται!»
«Ωραίο αυτό!»
«Σοφοκλής!»
«Απίστευτο! Ξέρεις κι από Σοφοκλή;»
«Φυσικά, αλλά εδώ τον έμαθα καλύτερα».
«Είναι ο Σοφοκλής στην κόλαση;»
«Λύσσαξες με την κόλαση!»
«Και πώς να την πω;»
«Δεύτερη ευκαιρία, φίλε μου! Δεύτερη ευκαιρία!»
«Κι ο παράδεισος τότε τι είναι;»
«Ο παράδεισος είναι…»
«Μα γιατί με κουνάς; Σιγά, θα μου βγάλεις τον ώμο!»
«Εεεε… Ξύπνα! Ξύπνα, ντε!»

Άνοιξα τα μάτια μου και βρισκόμουν στον καναπέ με τα ρούχα. Ο γιος μου με ταρακουνούσε να σηκωθώ για να παίξουμε. Η τηλεόραση έδειχνε τοπία της Ανταρκτικής: τα σύννεφα στην οθόνη έδιναν την ψευδαίσθηση πως ήσουν σε αεροπλάνο. Η γυναίκα μου, η Μαρία, ετοίμαζε στην κουζίνα ένα γλυκό. Η ευωδιά του έφτανε ως το σαλόνι. Μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, άκουγα τον γιο μου να μου εξηγεί τους κανόνες του παιχνιδιού:

«Λοιπόν, μπαμπά, εσύ παίρνεις τις κόκκινες κάρτες. Εγώ τις μπλε!»

Μισοκοιμισμένος πήρα τα χαρτιά. Έριξα μια κάρτα στο τραπέζι. Ο γιος μου την μάζεψε.

«Μπαμπά, ξύπνα! Έχασες με το πρώτο! Αλλά μπορείς να κερδίσεις κι άλλη ζωή και να ξαναπαίξεις…»

Τινάχτηκα πάνω κι άρπαξα στα χέρια μου το κουτί. Διάβασα στο καπάκι τ’ όνομα του παιχνιδιού: «Δεύτερη Ευκαιρία».

Θα σας φανεί τρελό! Μα δεν θυμάμαι ποτέ να παντρεύτηκα την Μαρία, ούτε την γέννηση του παιδιού μας θυμάμαι… Απλώς ξύπνησα μαζί τους, όταν ρώτησα τον άγγελο ή τον διάολο – ίσως να μην υπάρχει διαφορά – τι είναι ο παράδεισος.

Μπορεί ο παράδεισος να είναι μια πετυχημένη δεύτερη ευκαιρία. Ή μπορεί να ’μαι ακόμα πεθαμένος και να ονειρεύομαι πως ζω, αν υποθέσουμε πως οι πεθαμένοι μπορούν να ονειρεύονται. Ή μπορεί να ζω και να ονειρεύτηκα πως ήμουν πεθαμένος. Ή μπορεί εσείς να ονειρεύεστε πως με διαβάζετε – κι ό,τι έγραψα, ήταν όσα ονειρευτήκατε. Ή – γιατί όχι; – μπορεί κανείς μας να μην ζει, και να μας ονειρεύεται κάποιος άλλος. Μπορεί κι εκείνον τον άλλον, κάποιος άλλος να τον ονειρεύεται. Ίσως είμαστε ήρωες ενός άγνωστου συγγραφέα. Ίσως αυτός να μας επινοεί. Ίσως, όμως, εμείς να επινοούμε τον συγγραφέα μας. Ίσως μας γράφει εκείνος. Ίσως, πάλι, να γραφόμαστε και να σβηνόμαστε μόνοι μας, απ’ την αρχή ως το τέλος…

Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Λευκαδίτικα διηγήματα, Fagotto books 2016
(εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017)

*