*
ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΤΡΑ
ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
~.~
ΠΛΑΤΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΠΑΤΡΑ
Ένα τσιγάρο ή μία σοκολάτα
–ανάλογα πώς βλέπεις τον εαυτό σου–
στον ήχο ενός σαξόφωνου απαλού
στη θέα μιας βενετσιάνικης πλατείας
και κόσμος, ουλαμός από σφυγμούς
κάτω απ’ το ευρύχωρο μπαλκόνι.
Εντός ολίγου ξεκινώ για τους Χαιρετισμούς.
Αμήν, αμήν σας λέω·
στ’ αθέατα σημεία, στις κωφές γωνιές
μικρές μικρές αποχωρήσεις
διαισθάνομαι, χωρίς ανάπαυλα
χωρίς σταμάτημο,
μικρές μικρές επικυρώσεις της ζωής.
Τόσα πολλά συμβαίνουν
κάτω και μέσα στο κουβούκλιο
που απόψε κατοικώ.
ΝΥΧΤΑ, ΜΑΥΡΗ ΝΥΧΤΑ
Με κάθε ανάσα που σου κλέβουν
μεταμορφώνεσαι στ’ ατίθασα τροχήλατα
που πυρπολούν την εθνική. Μετά τα ξέρεις·
υπέρβαση ταχύτητας, αφαίρεση διπλώματος.
Πιο πίσω τα βουνά· πάνω σε γίγαντες
σκληρούς χτιστήκαν τα μικρά μας έργα.
Όταν νυχτώνει οι πέτρες τους εγγράφονται στο μαύρο.
Όλοι κοιμούνται τέτοιες ώρες
–με κάθε ανάσα που σου κλέβουν–
εκτός από τη νύχτα. Μας μετράει· καλούς
κακούς αδιάφορους – δεν έχει διαφορά
καμιά. Μα απόψε εσένα άλλο σε τρώει.
Ξοδεύεσαι για χάρη τους και δεν αντέχεις
πια. Πρόσεξε· θέλω να γίνεις τώρα
αμάξι για να τρέχεις μακριά τους
βουνό για να δεσπόζεις στα μυαλά τους
και νύχτα, μαύρη νύχτα, για να τους ελέγχεις
όταν σε ψάχνουν μες στις μάζες.
ΝΕΑ ΖΩΗ
Αστείο στ’ αλήθεια
καθώς αναμετρώμαι με τις σκέψεις
που φώλιασαν σε τούτα τα παλιά χαρτιά
νιώθω το φως να περιλούζει
ένα άλλο σώμα κι έναν άλλο νου·
ένα εμβαδόν που δεν υπήρχε τότε.
Λέξεις μοιραία πολυσύλλαβες
που απέτυχαν να σαγηνέψουν μια καρδιά
μελαχρινή κι ας έτερψαν
τα νεανικά μου βλέφαρα – γι’ αυτό
διπλά αναλώσιμες– και νοήματα
υψιπετή, με αναφορές πυκνές
θες σ’ άπλαχνες θεές, θες σ’ έκπτωτους θεούς.
Οι λέξεις ξεθωριάζουν πάνω σε χαρτί
καλοσυντηρημένο
και μια μονάχα ανάμνηση βομβεί
εμμονική και γίνεται σαν δερματο-
στιξία βαθιά και βασική·
το δάκρυ σου κι ο πόνος σου
που σ’ έκανα να κλάψεις δηλαδή.
Φαντάστηκα να σ’ είχα εδώ μπροστά·
ίδια σκηνή: φεγγάρι, μουσική, γιορτή
με ίδιο κορμί, σε μια σκηνοθεσία διαχρονική.
Το ποίημα ξεψυχά καθώς ο πόνος σου
πετυχημένα διεκδικεί μια νέα ζωή.
ΧΑΜΕΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ
Προσπάθησα ν’ ανασυστήσω τη ζωή σου
στα στέκια και στις γκαλερί
της διχασμένης πολιτείας.
Φόρεσα δέρμα κι όρισα το μέλλον
μα δεν συναντηθήκαμε. Ποτέ δεν ήσουν μόνος
όχι με τον τρελό παλιάτσο πλάι σου
σε κάθε γκρίζα απόπειρά σου.
Ο πίνακάς σας δεν υπάρχει πια. Μη με ρωτάς
με την εκφραστική φωνή σου· ναι, ήμουν μόνος
καθώς σ’ ιχνηλατούσα, τόσο μόνος,
παράφρων για περαστικούς και το άγγιγμά τους
κι ελπίζω το ίδιο να συνέβη και σ’ εσένα
και τώρα πιο πολύ, που η πόλη με συνθλίβει.
ΗΘΟΠΟΙΟΙ
Τα φύλλα μου είναι κόκκινα
την εποχή που οι άνθρωποι αγαπιούνται.
Δεν με πειράζει ο χλευασμός
αρκεί να με θυμούνται.
Η ΜΑΥΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ
Σε δάσος μέσα λειψός θα γυρνούσα
–υπό κανονικάς συνθήκας
την ώρα των μεγάλων καταιγίδων–
και κάπου κάπως κάποτε
θα μ’ έπαιρνε απ’ το χέρι ο Κάλβος
κι ο δρόμος μας θα στρωνόταν με δάφνες.
Δεν τα ’μαθες; Τα δάση μας καήκαν
κι ακόμα πιο σημαντικό
μαζί τους, είπαν, κι άνθρωποι
– αν βέβαια πιστεύεις σε πικρόχολες
διαδόσεις. Τέλος πάντων, το αποφάσισα·
θα πάρω τρένο για τον Νότο
κατάβαση ξεκούραστη κι αφρόντιστη
κι όταν ξυπνήσω, τον εαυτό μου
στο μαγιάτικο χορτάρι θα κυλίσω.
Να πάρει, αργώ• τι δεν ξυπνώ;
Και το λιβάδι εμπρός μου ποιος το θρέφει
ύπνος βαθύς; Δεν παραιτούμαι
τόσο εύκολα, γιατί στο ενύπνιο μέσα
φωνή –του ποιητή Θεού μπορεί–
χαρίζει απλόχερα σοφία
σύνεση χάρη κι ευλογία:
«“παραίτηση”
δεν είναι αδυναμία
μα πρόστυχη αγυρτεία».
ΚΑΛΠΑΣΕ ΚΑΛΠΑΣΕ ΚΑΛΕ ΜΟΥ
Το πρωί εισακούστηκαν οι προσευχές μου
σαν σ’ είδα να καλπάζεις στον ορίζοντα
σιγά σιγά κοντύτερα στα σπίτια μας
σιγά σιγά κοντύτερα σ’ εμάς που σ’ αγαπάμε.
Το διάβασα στον πυκνό κουρνιαχτό
– φέρνεις καλό μαντάτο
ειρήνη και γαλήνη στον λαό μας
γόνιμο χώμα να ψηλώνουν τα παιδιά μας.
Πιο δίπλα μένει μια φτελιά·
τη λέμε «βάβω όλου του κόσμου».
Δεν ζήτησε άλλο από τον κόσμο τούτο
παρά μια χύτρα γεμισμένη με ζωμό
για να κρατά τα εγγόνια της χορτάτα.
Δοξολογεί τον Κύριο, κοιτάζει
το ρημαγμένο περιβόλι,
δοξολογεί τον Κύριο. Πιο πέρα ακόμα
ο γέρος του χωριού• τρίβει το ξύλο
που χρόνια τώρα τον κρατά στητό
κουνώντας το κεφάλι: Μόνο να πεθάνουν ήσυχοι,
να σβήσουν όλα σιγαλά, χωρίς κακό
χωρίς στριγγλιά.
Έξω στους δρόμους κάτι αλλάζει.
Μπορούν οι νέοι μας να το προφτάσουν;
Κάλπασε κάλπασε καλέ μου
αν είναι αυτό το τέλος
ανάμεσα στους άδικα χαμένους
και σ’ όσους μένουν ζαλισμένοι πίσω
ας έρθει όταν βουλιάζω στο κορμί σου.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ
*
