«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 24.1.2016

index

Βρυξέλλες, 24 Ιανουαρίου 2016

Αγαπημένη μου,

λυπάμαι για την ταλαιπωρία που περνάς κι ελπίζω να την ξεπεράσεις το συντομότερο δυνατόν. Αν και μακριά σου, η σκέψη μου είναι πάντα μαζί σου. Σήμερα σου γράφω έκπληκτη, αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα. Ο λόγος; Πρόκειται για κάτι που μάλλον δεν θα περίμενε να συναντήσει κανείς στην πρωτεύουσα του Βελγίου.

Θες οι θερμοκρασίες, που το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου φροντίζουν για έναν –βάσει ελληνικών δεδομένων- χειμώνα διαρκείας, θες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, που ως τέτοιοι και λόγω της ‘ξύλινης γλώσσας’ που τους επιρρίπτουν κλπ. χαρακτηρίζονται ως ψυχροί, θα περίμενε κανείς μια γενικότερη ψυχρή ατμόσφαιρα στις Βρυξέλλες. Κακώς!

Μία από τις πρώτες εικόνες που εντυπώθηκαν στο νου μου, ήδη στη διαδρομή από το αεροδρόμιο στο σπίτι, ήταν εκείνη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού κρατημένου χέρι-χέρι που περίμενε να διασχίσει το δρόμο. Κάποια στιγμή μάλιστα ο άντρας έσκυψε και φίλησε τη σύντροφό του στο στόμα. «Τι τρυφερό» σκέφτηκα και το θεώρησα μια όμορφη εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, σαν τις εξαιρέσεις που έχω δει και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Δεν ξέρω αν συνειδητοποιείς τις συνθήκες, τη σημασία και τις προεκτάσεις αυτής της κίνησης.

Σε πληροφορώ, χθες, σε μία και μόνη μέρα, υπήρξα μάρτυρας τεσσάρων παρόμοιων σκηνών, με ζευγάρια διαφορετικών ηλικιών, ντυσιμάτων και προέλευσης. Πρωί-πρωί στο δρόμο για τη δουλειά ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση ένα ζευγάρι γύρω στα πενήντα που κατά πάσα πιθανότητα πήγαινε κι αυτό στη δουλειά χέρι-χέρι. Κατά το πέρας του μεσημεριανού διαλείμματος (ναι, υπάρχει τέτοιο πράγμα εδώ) ‘έπεσα’ πάνω σε ένα καλοντυμένο ζευγάρι που αποχωριζόταν με ένα πολύ τρυφερό φιλί στη γωνία της οδού Λουξεμβούργου. Στο σχόλασμα, ένιωσα έναν νεαρό να επιταχύνει στο πλάι μου, είδα το πρόσωπό του να φωτίζεται ολόκληρο, και λίγα μέτρα πιο κάτω τον έφτασα, μαζί τώρα με την κοπέλα του. Έτσι όπως ακουμπούσαν ζεστά τα μέτωπά τους, θύμιζαν πιγκουίνους, εστεμμένους με τις φωτογραφίες της Γιουσαφζάι και του Σουλτς που περιβάλλουν την πλατεία εισόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αργότερα, προπορευόταν μπροστά μου ένα άλλο ζευγάρι: εκείνος λευκός (αδύνατο να πεις εθνικότητα στις Βρυξέλλες) εκείνη μαυρούλα. Ξάφνου σταμάτησαν στη μέση του πεζοδρομίου της λεωφόρου, αντάλλαξαν ένα φιλί στο στόμα, και ύστερα συνέχισαν την πορεία τους. Αν αυτά γίνονται εδώ, σκέφτηκα, τότε τι πρέπει να συμβαίνει στη θρυλούμενη πόλη του έρωτα και του φωτός; Τώρα, βέβαια, μετά και το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα, μάλλον αλλού θα είναι στραμμένη η προσοχή του κόσμου.

Όλα αυτά η φίλη σου δεν τα σκέφτηκε ούτε σου τα γράφει από μισανθρωπία. Δεν μπόρεσε όμως να μην την απασχολήσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι εδώ έχουν διάθεση για έρωτα και αγάπη ή να μη διερωτηθεί ποιοι είναι οι λόγοι που αυτό συμβαίνει εδώ και όχι στον –περιώνυμο για τον έρωτα– θερμόαιμο Νότο. Ο πατέρας μου είχε πει κάποτε για την εξάσκηση ενός πολύ υπεύθυνου επαγγέλματος ότι για να μπορείς να το εξασκήσεις όπως αρμόζει, θα πρέπει να έχεις λύσει πρώτα το βιοποριστικό σου πρόβλημα. Θα πρέπει να έχεις απαλλαχθεί από κάποιες έγνοιες, ώστε να μπορείς να αφοσιωθείς ανενόχλητος στο λειτούργημά σου. Αυτό, διαπιστώνω, ισχύει για οτιδήποτε πέραν της απλής επιβίωσης και μάλλον εδώ εδράζει η αιτία των ευγενικών, ευδιάθετων και ερωτιάρηδων Βέλγων. Γιατί μπορεί ο έρωτας, η αγάπη και η συντροφικότητα να είναι απαραίτητα στοιχεία της ζωής, όμως στην Ελλάδα του 2016 θεωρούνται ‘τεκμήρια’ του «ευ ζην». Και πέφτει βαρύτατος εκεί ο φόρος, ανεξαρτήτως δε ηλικίας ή ντυσίματος.

Η προβληματισμένη φίλη σου,
Ε.

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

Advertisements