Σώζου Συρία

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Η σημερινή ιστορική κληρονομιά χιλιετιών στην Συρία, πλην των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων πληθώρας πολιτισμών, σαρκώνεται και στις εναπομείνασες εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες που βρίσκονται διάσπαρτες στη χώρα. Εντός της ισλαμικής σουνιτικής πλειονότητας, υπάρχουν χριστιανοί ―πρωτίστως Ελληνορθόδοξοι και Συρορθόδοξοι― διαφόρων δογμάτων και αποκλίσεων, ανατολικών και δυτικών, Δρούζοι, Σηΐτες και Αλαουΐτες. Εκτός από τους Άραβες σημαντική είναι και η παρουσία Κούρδων στα βορειοανατολικά της χώρας.

Πέρασμα και σταυροδρόμι κομβικό στο κοίλο του τόξου της εύφορης ημισελήνου, η Συρία γνώρισε εισβολές, κατακτήσεις και κατοχές ουκ ολίγες. Αυτή που σφράγισε καθοριστικά τη μελλοντική της εθνο-θρησκευτική υπόσταση βέβαια ήταν  η αραβική κατοχή και κυριαρχία λίγο πριν τα μέσα του 7ου αιώνα, καθώς η Δαμασκός αποτέλεσε και την πρωτεύουσα του πρώτου αραβικού χαλιφάτου (έως το 750 μ. Χ.). Στη νεώτερη και σύγχρονη εποχή, η απελευθέρωση από τον μακρύ οθωμανικό ζυγό στις αρχές τους 20ού αιώνα, ακολουθείται από τη γαλλική κυριαρχία (Γαλλική Εντολή) στην ευρύτερη Συρία, η οποία και χωρίζει την χώρα σε έξι κρατίδια, μεταξύ των οποίων αυτά των Δρούζων και των Αλαουϊτών. Μετά τον πόλεμο και την απόσχιση του Λιβάνου, η ανεξάρτητη πλέον Συρία σιγά-σιγά προσχωρεί στην ιδεολογία του αραβικού εθνισμού και σύντομα διαμορφώνει τη δική της εκδοχή, που εκφράζεται με την ανάδυση και την επικράτηση του κόμματος Μπάαθ. Πέραν της παναραβικής ιδεολογίας, του εκκοσμικευμένου προσανατολισμού του και των σοσιαλιστικών του κατευθύνσεων, με την κατάληψη της εξουσίας το 1970 από τον Χαφέζ αλ-Άσαντ, το Μπάαθ προσλαμβάνει σταδιακά και ιδιαίτερα επιπλέον χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η αποκλειστική, σεχταριστική κυριαρχία ―τόσο εντός του κόμματος όσο και διαμέσου αυτού― στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας, της Αλαουϊτικής μειονότητας, από τα σπλάχνα της οποίας προέρχεται κι ο πρόεδρος Άσαντ. Το δεύτερο ιδιάζον στοιχείο, ενδεικτικό παγίωσης αυταρχικών τάσεων και συμπεριφορών, δεν είναι άλλο από την προσωπολατρεία που αναπτύσσεται βαθμηδόν γύρω από τον πρόεδρο Άσαντ και την οικογένειά του, και η οποία σύντομα οδηγεί στην εδραίωση μιας δυναστικής τρόπον τινα διαδοχής της εξουσίας εντός των κόλπων της οικογενείας Άσαντ. Κι όλα αυτά συνοδευόμενα από το μονοκομματικό καθεστώς διακυβέρνησης που έχει πλέον επιβληθεί στη χώρα.

Ενώ ο Άσαντ κατόρθωσε αρχικά να καταστήσει σεβαστή την ανεξάρτητη παρουσία της χώρας του στην Μέση Ανατολή και να την εκσυγχρονίσει, οι οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που αποπειράθηκε είχαν περιορισμένα αποτελέσματα κι επιτυχίες, λόγω μεταξύ άλλων της εξωτερικής του πολιτικής, της ενδημούσας διαφθοράς κλπ. Παράλληλα με τη σθεναρή και αυταρχική διακυβέρνησή του, και λόγω του κυρίαρχου ρόλου της αλαουϊτικής μειονότητας στα πολιτικά πράγματα, ο Άσαντ παρείχε προστασία, δημόσια αναγνωρισιμότητα και ελευθερία κινήσεων και στις άλλες θρησκευτικές μειονότητες, τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς δηλαδή, τους Συρορθόδοξους, καθώς και τους Δρούζους και τους Σηΐτες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την υποστήριξη ή τουλάχιστον τη σιωπηρή συναίνεσή τους στις αποφάσεις και τις πολιτικές του Άσαντ. Από την άλλη πλευρά, καταδιώκει με αποφασιστικότητα την Μουσουλμανική Αδελφότητα και καταστέλλει με ισχυρή πυγμή ισλαμιστικές εξεγέρσεις, με αποκορύφωμα τη βίαιη πολυάνθρωπη σφαγή στην Χάμα (1982). Ταυτόχρονα αναπτύσσει στενές σχέσεις με την Ρωσία και το Ιράν και επεμβαίνει στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου, συμμαχώντας με τους χριστιανούς Μαρωνίτες.

Από μια τραγική κι απρόσμενη τροπή της μοίρας, μιας και σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ο υποψήφιος διάδοχός του, ο γιος του Μπάσελ, το χρέος της διαδοχής πέφτει στους ώμους του οφθαλμίατρου Μπασάρ που αναγκάζεται να αφήσει την καριέρα του στο Λονδίνο και να επιστρέψει στη γενέτειρα να εκπαιδευτεί για τις νέες ανάγκες της δυναστικής διαδοχής και να μυηθεί στα μυστικά των σκοτεινών διαδρόμων της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας. Ο νεώτατος Μπασάρ αλ-Άσαντ λοιπόν, μαζί με την κληρονομικώ δικαίω διαδοχή της εξουσίας στην Συρία από τον πατέρα του, κληρονόμησε ταυτόχρονα και την ηγεσία του κόμματος, τον τρόπο δηλαδή να κυβερνά τη χώρα, διαμέσου ενός βαθιά αυταρχικού και καταπιεστικού καθεστώτος. Κι έτσι τα απανταχού πορτραίτα του πατρός Άσαντ, εν μία νυκτί, αντικαταστάθηκαν με αυτά του υιού.

Παρά τις αρχικές ελπίδες για αλλαγές, την οριστική αποχώρηση των συριακών στρατευμάτων από τον Λίβανο, κάποια οικονομικά ανοίγματα, και παρά τα διπλωματικά παιχνίδια των ΗΠΑ (ακόμη και η CIA συνεργάστηκε ένα διάστημα μαζί του) αλλαγή ουσιαστική δεν επήλθε. Κατά την εποχή του πατρός αλλά και του υιού Άσαντ, η παρουσία ―εμφανής και αφανής― της μυστικής αστυνομίας, Μουχαμπαράτ, ήταν κυρίαρχη στις ποικίλες μορφές του κοινωνικο-πολιτικού βίου. Οι φυλακίσεις πολιτικών αντιφρονούντων γέμιζαν ασφυκτικά τις φυλακές και τα βασανιστήρια ήταν η συνηθισμένη καθημερινότητα πίσω από τα σίδερα.

Η «Αραβική Άνοιξη» (που οδήγησε σε βαρύ παρατεταμένο χειμώνα) κατέφθασε στην Συρία τον Ιανουάριο του 2011 με τη μορφή μικρής κλίμακας διαδηλώσεων, που κορυφώθηκαν τον Μάρτιο στην Δαμασκό και το Χαλέπι. Η κυβέρνηση απάντησε βίαια, σκοτώνοντας διαδηλωτές και ο Άσαντ κατηγόρησε ξένους συνωμότες για τις συγκρούσεις. Οι διαμαρτυρίες συνέχισαν να αυξάνουν, ζητώντας πλέον την πτώση του καθεστώτος. Παρά την αρχική ανακοίνωση μέτρων προς συμφιλίωση, ο Άσαντ κατέστειλε με ένταση τις διαδηλώσεις και οι νεκροί πλήθυναν. Οι διαδηλώσεις πια επεκτάθηκαν σε όλη την χώρα, στην Χομς, στην Ντάραα, την Χάμα. Τον Ιούνιο ξέσπασε και η πρώτη ένοπλη εξέγερση στον βορρά. Τότε παρατηρήθηκε και το πρώτο κύμα εξόδου 10.000 αμάχων προσφύγων προς την Τουρκία.

Μέσα στο καλοκαίρι δημιουργήθηκε ο «Ελεύθερος Συριακός Στρατός», από αυτομολήσαντες αξιωματικούς και σχηματίστηκε στην Κωνσταντινούπολη το «Συριακό  Εθνικό Συμβούλιο», ένας συνασπισμός ομάδων αντιτιθέμενων στον Άσαντ που βρίσκονταν εντός και εκτός Συρίας. Και τον Ιανουάριο του 2012 σχηματίστηκε η Τζαμπχάτ αλ-Νούσρα (Μέτωπο αλ-Νούσρα) ως επίσημο παράρτημα της αλ-Κάιντα στην Συρία από τον νυν μεταβατικό πρόεδρο της Συρίας αλ-Τζουλάνι. Έκτοτε, και μέχρι τη φυγή του Μπασάρ αλ-Άσαντ και την κατάληψη της εξουσίας από τους ισλαμιστές αντάρτες τον Δεκέμβριο του 2024, ακολούθησε ένας άγριος και βίαιος εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος ενέπλεξε πολλές ξένες δυνάμεις, αιματοκύλισε τη χώρα, οδήγησε στην εκτόπιση και την προσφυγιά τον μισό πληθυσμό της, άφησε πόλεις και περιοχές της Συρίας ισοπεδωμένες και κατεστραμμένες, μνημεία υπερχιλιετή βάρβαρα κατεστραμμένα και την ίδια τη χώρα διαμελισμένη και πιο αδύνατη από ποτέ.

Απέναντι στον κυβερνητικό Συριακό στρατό αντιπαρατάχθηκαν ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός και ο Συριακός Εθνικός Στρατός, δημιούργημα και εκτελεστικό όργανο πειθήνιο της Τουρκίας προκειμένου να κατορθώσει να καταλάβει τις κουρδικές περιοχές στα βορειοανατολικά. Σύντομα, εκτός από τις εξωθρησκευτικές οργανώσεις ανταρτών και αντιπολιτευόμενων στον Άσαντ εξαπλώθηκαν στην Συρία, και εν πολλοίς εκτόπισαν ή  επιβλήθηκαν σε αυτές, οι ένοπλες ισλαμιστικές τζιχαντιστικές ομάδες, η αλ-Νούρσα και η αλ-Κάιντα και ο διαβόητος αντίπαλός τους Ίσις (ή Νταές στα αραβικά). Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό γενικευμένου ξεσηκωμού και πολυμέτωπου αγώνα σε όλες τις επαρχίες της χώρας, αναδείχθηκαν και οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις και οι Μονάδες Προστασίας του Λαού στην περιοχή του συριακού Κουρδιστάν και ανέλαβαν την υπεράσπιση των Κούρδων κυρίως απέναντι στο Νταές και στον τουρκικό στρατό. Οι συγκλονιστικές και γενναίες μάχες τους (ανδρών και γυναικών) εναντίον του Νταές και η απελευθέρωση των ανατολικών περιοχών (Ράκκα) από τους ισλαμιστές, ακολουθήθηκε από την ανακήρυξη της ντε φάκτο Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (Ροτζάβα). Εδώ δεν μπορεί να αποφύγει κανείς να αναφερθεί στον κυνισμό και την υποκρισία των δυνατών. Η αρχική υποστήριξη των ΗΠΑ προς τους Κούρδους διακόπηκε, κι εν συνεχεία έδωσε τη θέση της σε μία επιδεικτική κι αναιτιολόγητη εγκατάλειψη. Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία και το Κατάρ (χώρες που στήριξαν κι ενίσχυσαν τον ισλαμικό εξτρεμισμό) τους χαρακτήρισαν ως τρομοκρατική οργάνωση.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου συμπύχθηκαν διάφορα μέτωπα και ποικίλες συμμαχίες, τόσο εντός όσο κι εκτός της χώρας, τόσο από θρησκευτικές (ισλαμικές) όσο και εξωθρησκευτικές δυνάμεις, τάχθηκαν χώρες τόσο υπέρ της συριακής κυβέρνησης όσο κι εναντίον της, υπέρ των στρατιωτικά αντιπολιτευόμενων σε αυτήν. Με τον πρόεδρο Άσαντ συμπαρατάχθηκε η Χεζμπολλάχ και το Ιράν, ενώ αργότερα, το 2015, προσέτρεξε σε βοήθειά του και η Ρωσσία (κυρίως με βομβαρδισμούς περιοχών και πόλεων), η οποία και διέθετε στην Λαττάκεια τη μοναδική της βάση στην Μεσόγειο. Τις διάφορες ομάδες ανταρτών ενάντια στον Άσαντ υποστήριξαν, οικονομικά και στρατιωτικά, οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, ακόμη και το Ισραήλ, καθώς επίσης και η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, οι οποίες στήριξαν ποικιλοτρόπως τα διάφορα ισλαμιστικά σχήματα. Πολλές από τις βιαιότητες που ξέσπασαν εκατέρωθεν έχουν καταχωριστεί από τον ΟΗΕ και διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βασανισμοί, βιασμοί, σφαγές),  πολιτική καταπίεση, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Το μεγαλύτερο μερίδιο στη διάπραξη τέτοιων ενεργειών έχει αποδοθεί στην κυβέρνηση του Άσαντ, η οποία διέθετε και παραστρατιωτικές ομάδες, που δρούσαν αφανώς, υπό τη γενική ονομασία Σαμπίχα (φαντάσματα).  Πέρα από  την σκληρή βία και την καταστολή, ο Άσαντ χρησιμοποίησε ιδιαίτερα όπλα (όπως βόμβες-βαρέλια) τα οποία ως επί το πλείστον στόχευσαν και σκότωσαν αμάχους, αλλά έχει κατηγορηθεί κιόλας από τον ΟΗΕ και για χρήση χημικών. Για όλες αυτές τις βιαιότητες υπάρχουν ήδη αρκετές καταγραφές και αναφορές.

Εντέλει το μονοκομματικό αυταρχικό καθεστώς του Άσαντ πέφτει τον Δεκέμβριο του 2024, ο Άσαντ διαφεύγει στην Ρωσσία, η Ρωσσία κρατάει τη βάση της, η Συρία (ή ότι απέμεινε από αυτήν) βρίσκεται υπό τον έλεγχο του αλ-Σάραα, ηγέτη μιας πρώην ισλαμιστικής ομάδας (της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ), ο οποίος αποποιείται την ισλαμιστική δράση, αυτοχρίστηκε  μεταβατικός πρόεδρος και υποσχέθηκε να οδηγήσει την Συρία σε δημοκρατικές εκλογές. Η εξάρτηση και η υποστήριξή του από την Τουρκία δεν φαίνεται να ενοχλεί τον διεθνή παράγοντα (ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσσία), ο οποίος σταδιακά του παρέχει αναγνώριση και νομιμοποίηση. Βέβαια παραμένει μεγάλο αγκάθι ο υπάρχων διαμελισμός της χώρας, με την Τουρκία να κατέχει εδάφη στον βορρά, το Ισραήλ να βομβαρδίζει και καταλαμβάνει όσα συριακά εδάφη κρίνει σκόπιμο και τους Κούρδους να έχουν ντε φάκτο αυτονομηθεί. Η τύχη των θρησκευτικών μειονοτήτων, όπως έδειξαν και τα πρόσφατα βίαια γεγονότα, και παρά πάσαν διαβεβαίωση, δεν διαγράφεται λαμπρή.

Τι να πρωτοπεί κανείς για τη βία ενός εμφυλίου πολέμου… Είναι γνωστό από πολύ παλιά πως οι εμφύλιοι είναι οι πιο άγριες και βίαιες συρράξεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο φόρος αίματος που πληρώθηκε είναι ήδη βαρύτατος. Ο μισός πληθυσμός, όπως ήδη αναφέρθηκε, πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς, οι μισοί μετατοπισμένοι εντός της χώρας, και σχεδόν επτά εκατομμύρια στο εξωτερικό. Από αυτούς οι μισοί βρίσκονται σε προσφυγικά στρατόπεδα στην Τουρκία, άλλο ένα εκατομμύριο στον Λίβανο κι οι υπόλοιποι διαμοιρασμένοι κυρίως σε δυτικές χώρες. Δεν έχει νόημα να σχολιάσει κανείς εδώ κάτι παραπάνω, μιας και το έργο διαπραγματεύεται το ξέσπασμα αυτής της κρίσης, και τη συνάντησή της με τη δυτική ‘ευαισθησία’ κατά τρόπο ευφυώς και διεγερτικά συνταρακτικό. Μόνο δυο τελευταίες φράσεις θα ήθελα να προσθέσω για μια παρωνυχίδα της ιστορίας.

Τώρα, τόσα χρόνια μετά, συλλογίζομαι πόσο ξεθωριάζουν οι πιο βίαιες σκηνές κι οι φρικωδίες εκείνου του εμφύλιου πολέμου κι επανέρχεται μόνο ό,τι επιλεκτικά οι νικητήριες ιδεολογίες επιβάλλουν. Πώς έφυγαν γρήγορα από τη μνήμη οι εικόνες των ωσεί προβάτων σφαγιασμένων, σκοπίμως εμπρός στης κάμερας τους φακούς; Πώς γλίστρησαν από τις θύμησές μας τις αποτρόπαιες οι επιδεικτικές σφαγές χριστιανών, λαϊκών και κληρικών; η ακόμα ανεξιχνίαστη απαγωγή (και το σίγουρο πλέον μακέλεμα) των (συρορθόδοξου κι ελληνορθόδοξου) επισκόπων του Χαλεπίου; Πώς ξεχάστηκαν με τέτοια βιάση οι βομβαρδισμοί, οι βρυχηθμοί της κατεδαφιστικής μπουλντόζας και τα γκρεμίσματα πανάρχαιων ναών, χριστιανικών εκκλησιών και μοναστηριών· της βαριοπούλας τα σφυροκοπήματα σε ανυπεράσπιστα αγάλματα; Ίσως επειδή τα μνημεία δεν έχουν στόμα να φωνάξουν, ίσως γιατί η φωνή τους είναι στομωμένη, εγκλωβισμένη μες στην πέτρα· ζει μόνο από το δικό μας στόμα και τη δική μας τη φωνή. Πώς απομακρύνθηκε από της μνήμης τις προβολές ο μαρτυρικός θάνατος του αρχαιολόγου της Παλμύρας Χαλέντ αλ-Ασαάντ, που αποκεφαλίστηκε στη μέση της πλατείας επειδή ακριβώς δεν μαρτύρησε πού έκρυψε και για πού φυγάδευσε τις παλμυρηνές αρχαιότητες, παρά τον πολύμηνο βασανισμό του ο γέροντας ο ογδόντα τριώ χρονώ; Και το ακέφαλο σώμα του κρεμάστηκε στου φαναριού τον στύλο, με το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια του και τα γυαλιά του εμπρός στα μάτια. Μακάβριο σκηνικό στον ρημαγμένο αρχαιολογικό χώρο της Ταντμούρ: ο φύλακας της μνήμης της να αιωρείται νεκρός όπως και τα ερείπιά της και να εποπτεύει από ψηλά τη δήωση, το γκρέμισμα και τη συμφορά. Ναι, δεν είναι μόνο το αυταρχικό καθεστώς του Άσαντ· το ισλαμοφασιστικό καθεστώς της φρίκης, η ενίσχυση και στήριξή του από την Τουρκία και τις χώρες του Κόλπου κι οι επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων, αποξεχάστηκαν σύντομα (αν κι έβλαψαν και «βλάπτουν κι οι τρεις τους την Συρία το ίδιο»). Όπως κι ότι ο πρώην εμίρης μιας τέτοιας ισλαμιστικής οργάνωσης, με τις ευλογίες πια της Δύσης,  είναι ο νέος κύριος της Συρίας.

ΥΓ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε ειδικά για το Πρόγραμμα της παράστασης των Συνόρων του Χένρυ Νέιλορ, που σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων αυτόν τον χειμώνα. Και από τη θέση αυτή, ευχαριστώ τον σκηνοθέτη και το Θέατρο για την ευγενική τους πρόσκληση.

Λέγεται πως ο Ηράκλειος, εγκαταλείποντας οριστικά την Συρία, μετά τη συντριπτική ήττα του βυζαντινού στρατού στον Γιαρμούκ από τους Άραβες, την αντίκρισε για τελευταία φορά και είπε: «σώζου Συρία». Οι ιστορικοί μέχρι σήμερα δεν έχουν αποφανθεί με οριστική βεβαιότητα εάν η φράση συνιστούσε έναν αποχαιρετισμό (Χαίρε Συρία!) ή μια προτροπή για την αυτοπροστασία της χώρας (Σώσε τον εαυτό σου Συρία!).

*

 

*

*