Μια ιδιαίτερη «αυθαιρεσία»

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

~.~

Τον Ιούλιο του 1974, μπαρουτοκαπνισμένος Υποπλοίαρχος, έχοντας ήδη επιστρέψει στο Πολεμικό Ναυτικό, τοποθετήθηκα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Τέτοια εποχή κάθε χρόνο πραγματοποιείται ο, συνήθως δίμηνος, ετήσιος εκπαιδευτικός πλους των Ναυτικών Δοκίμων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Ειδικά το 1974 και με πρόσφατα τα γεγονότα της πτώσης της Χούντας, την απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο και την αλλαγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, το Αρχηγείο Ναυτικού αποφάσισε ο περί ου ο λόγος εκπαιδευτικός πλους να πραγματοποιηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων. Επί πλέον στο ταξίδι αυτό δεν θα συμμετείχαν οι τελειόφοιτοι της Σχολής λόγω της κρίσης που είχε ήδη δημιουργηθεί με την Τουρκία και του πιθανού ενδεχόμενου συμπληρωματικής στελέχωσης των μεγάλων μας αντιτορπιλικών. Εγώ είχα την ευθύνη παρακολούθησης της εκπαίδευσης των Δοκίμων οι οποίοι έχουν επιβιβαστεί σε δύο από τα φημισμένα αντιτορπιλικά «θηρία» του Πολεμικού Ναυτικού, τον «Ιέρακα» και τον «Αετό».

Είχαμε καταπλεύσει στην Καλαμάτα και κάπου εκεί μου προέκυψε η έμπνευση! Ζήτησα από τους δευτεροετείς Δοκίμους Υπηρεσίας να ενημερώσουν όλους τους Δοκίμους να παραταχθούν με στολές εξόδου στα πρυμναία καταστρώματα των πλοίων και στη συνέχεια όσοι απ’ αυτούς ήθελαν να αφαιρέσουν από τα πηλήκιά τους το απεχθές χουντικό εθνόσημο – το περίφημο «πουλί» με τον αναδυόμενο από τον καιγόμενο φοίνικα φαντάρο – και να το πετάξουν στη θάλασσα! Το έπραξαν όλοι, μηδενός εξαιρουμένου… Ο εκπαιδευτικός πλους συνεχίστηκε κανονικά επισκεπτόμενοι διάφορα ελληνικά λιμάνια μέχρι τον κατάπλου μας στην Κέρκυρα.

Εκεί ο εμπνεόμενος από εθνικά συναισθήματα Στρατιωτικός Διοικητής μη μπορώντας να δικαιολογήσει την απαράδεκτη και αντεθνική συμπεριφορά των έτσι κι αλλιώς άτακτων ναυταίων, με κατεπείγον σήμα του, ενημέρωσε το ΓΕΕΘΑ και τα Επιτελεία των Ενόπλων μας Δυνάμεων για την ανήκουστη πρωτοβουλία μας, ότι δηλαδή οι Ναυτικοί μας Δόκιμοι κυκλοφορούν στην πόλη του χωρίς το εθνικό μας «πουλί». Εμείς οι άτακτοι και ο κύριος υπαίτιος της αδιανόητης αταξίας, ουδέν αντελήφθημεν και συνεχίσαμε αμέριμνοι και ευτυχείς τον εκπαιδευτικόν μας πλουν καταπλέοντες αισίως, περί τα τέλη Αυγούστου, στον Πειραιά. Αποβιβαστήκαμε όλοι από τα πλοία μας και οδηγηθήκαμε με ασφάλεια στη Σχολή μας.

Δεν είχα προφτάσει να τακτοποιήσω τα πράγματά μου όταν ένας Υπαξιωματικός με ενημέρωσε ότι ο κύριος Διοικητής με αναμένει στο γραφείο του. Πήγα αμέσως. Εισέρχομαι, χαιρετώ στρατιωτικά και… «Διατάξτε, κύριε Διοικητά»! Ο κύριος Διοικητής αμίλητος, βλοσυρός, όρθιος πίσω από το γραφείο του, με πυροβολεί ασκαρδαμυκτί με τα μάτια του και εν τέλει μου εκτοξεύει ένα άγριο κατηγορητήριο, παρόμοιο υποθέτω με αυτό που άκουσαν ο Καραϊσκάκης;…, ή μήπως ο Ανδρούτσος; … Ολοκλήρωσε ο κύριος Διοικητής με την φράση: «Αγνοήσατε τους νόμους, το Ναυτικό και τις παραδόσεις του. Δεν σεβαστήκατε τίποτε. Αυθαιρετήσατε, κύριε Μπουζάκη, και θα τιμωρηθείτε!»

Αποσβολωμένος αλλά και αποφασισμένος απαντώ: «Απέρχομαι κύριε Διοικητά και θα επιστρέψω στα καθήκοντά μου μόνο όταν το θέμα το οποίο έθιξα θα έχει λυθεί. Καλημέρα σας!» Οδηγώντας προς το σπίτι μου αδυνατούσα να ερμηνεύσω την επιθετικότητα του Διοικητή μου που με μετέφερε στα αλήστου μνήμης κελιά του ΕΑΤ/ΕΣΑ και στους θλιβερούς ανακριτές μου.

Σκεφτόμουν να δημοσιοποιήσω την όλη υπόθεση όταν ήλθε στη μνήμη μου ο αείμνηστος Αλέκος Παπαδόγκωνας. Είχε επιστρέψει κι αυτός στο Πολεμικό Ναυτικό και ήταν ένας από τους Αντιπλοιάρχους Κυβερνήτες των έξι μεγάλων αντιτορπιλικών, οι οποίοι είχαν και το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης για την οργάνωση και την υλοποίηση του Κινήματος του Ναυτικού. Ήξερα καλά ότι ο Παπαδόγκωνας διατηρούσε μια πολύ στενή σχέση με τον νέο τότε Υπουργό Εθνικής Άμυνας τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Ήταν ήδη μεσημέρι Σαββάτου όταν έφτασα στο σπίτι μου και χωρίς κανένα δισταγμό πήρα τηλέφωνο τον Παπαδόγκωνα.

Του μετέφερα τα όσα είχαν προηγηθεί με τον κύριο Διοικητή μου και του εξήγησα τη σκέψη μου για δημοσιοποίηση των συμβάντων. Μου απάντησε «μην κάνεις τίποτε Μανωλάκη. Κλείσε και σε παίρνω πίσω σε ένα τέταρτο.» Σε δέκα λεπτά ο Παπαδόγκωνας με πήρε πίσω. «Είπαμε, μην κάνεις τίποτε. Την Δευτέρα το πρωί λοιπόν θα πας κανονικά στην Υπηρεσία σου και δεν πρόκειται να σε ενοχλήσει κανείς. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας». Έτσι και έγινε. Πήγα στη Σχολή Δοκίμων και έγινα πανηγυρικά δεκτός από το σύνολο των συναδέλφων μου. Δεν μπορώ όμως να μη θυμηθώ και έναν Αξιωματικό, ελαφρώς αρχαιότερο από μένα, θρασύτατο απομεινάρι, θιασώτη της Χούντας, ο οποίος ήρθε κι αυτός να με συγχαρεί για την ευθύτητα λέει και το θάρρος μου! Τον διαολόστειλα με άκρως ναυτικά μπινελίκια και απαξιωτικά του έστρεψα την πλάτη.

Επίλογος. Τέλη Αυγούστου 1974. Τα γεγονότα επανέρχονται θολά αλλά αιχμηρά στη μνήμη μου. Το χουντικό εθνόσημο και σχεδόν όλα τα χουντικά σύμβολα καταργήθηκαν σε λίγες μέρες με σχετική Κυβερνητική απόφαση. Το εθνόσημο αντικαταστάθηκε προσωρινά από έναν «κυανό θυρεό με λευκό σταυρό» και οριστικοποιήθηκε στη σημερινή του μορφή με την ψήφιση του Συντάγματος το 1975. Ήταν προφανές ότι η συνυπηρεσία μου με τον Διοικητή της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί μέρες ανθοφόρου άνοιξης. Έτσι λοιπόν η άτακτη αφεντιά μου πήρε μετάθεση και ανέλαβε τη θέση του Διευθυντού στη Σχολή Αλλοδαπών και παράλληλα τη θέση Κυβερνήτη σε Τορπιλάκατο. Είχα ήδη υποβάλει παραίτηση. Αυτή ήταν και η τελευταία μου θέση στο Πολεμικό Ναυτικό, το οποίο αγάπησα, υπηρέτησα με θέρμη και το οποίο ως ζωηρός νεανικός έρωτας θα επανερχόταν στις σκέψεις μου στην πολυτάραχη ζωή μου.

ΥΓ: Το πιο πάνω γεγονός για λόγους δυσερμήνευτους παρέλειψα να το αναφέρω στο βιβλίο μου. Μου το θύμισε ο Αντιναύαρχος ε.α. Δημήτρης Παπαγιαννίδης – κατά την παρουσίαση του βιβλίου μου στην Αθήνα – ο οποίος την εποχή του αναφερόμενου επεισοδίου ήταν πρωτοετής Ναυτικός Δόκιμος και βέβαια συμμετείχε στο υπόψιν εκπαιδευτικό ταξίδι. Τον ευχαριστώ θερμά.

///

*

*

*