«Πώς είναι δυνατόν ο ήλιος να είναι τόσο εκθαμβωτικός;» Ένας Φινλανδός μοντερνιστής στην Ελλάδα

*

της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΤΖΟΥΚΟΥ

~.~

Ο Όλαβι Πάαβολάινεν (Olavi Paavolainen, 1903-1964) ήταν Φινλανδός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος και επηρέασε ποικιλοτρόπως τον πολιτισμό της χώρας του. Στη δεκαετία του 1920, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς που ασπάστηκαν το κίνημα του μοντερνισμού, σημαντικό μέλος της ομάδας των Λαμπαδηφόρων (Tulenkantajat), όπως και ο γνωστός στη χώρα μας συγγραφέας Μίκα Βάλταρι. Με τα κείμενά του, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, ο Πάαβολάινεν γνώρισε στους Φινλανδούς τα πιο συναρπαστικά και συγχρόνως αμφιλεγόμενα νέα κινήματα της εποχής του, από τον σουρεαλισμό έως τον εθνικοσοσιαλισμό. Το πιο γνωστό του έργο από τη δεκαετία του 1940 είναι το Synkkä yksinpuhelu [Ζοφερός μονόλογος], 1946, ένα αφήγημα ημερολογιακής μορφής σχετικά με τις εμπειρίες του κατά τον Συνεχιζόμενο πόλεμο, δηλαδή τον δεύτερο πόλεμο της Φινλανδίας με τη Σοβιετική Ένωση (jatkosota, 1941-1944).[1] Πρόκειται για ένα από τα πιο ιδιαίτερα και πολυσυζητημένα έργα της φινλανδικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Η αφήγηση του Ζοφερού μονολόγου ξεκινά με την επιστροφή του συγγραφέα στη Φινλανδία, τέλος Σεπτεμβρίου 1939, από το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχε πάει με σκοπό να γράψει ένα βιβλίο για την κοινωνία και την πολιτική σ’ αυτή τη χώρα.[2] Από την Οδησσό, τελευταίο σταθμό του ταξιδιού του στη Σοβιετική Ένωση, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί ήρθε στην Ελλάδα. Δεν γνωρίζουμε πόσο σκόπευε να μείνει, γνωρίζουμε όμως ότι από την Αθήνα θα πήγαινε στη Ρώμη. Η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία τον ανάγκασε να εγκαταλείψει βιαστικά την Ελλάδα για τη Μασσαλία και από εκεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η απογοήτευση και η αβεβαιότητα διαπερνούν τις σκέψεις του, καθώς σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής βιώνει μια Ευρώπη στα πρόθυρα του πολέμου: «Η σιωπή της αχανούς Ρωσίας μοιάζει να κρύβει μυστικά που δεν θέλουν να φανερωθούν. Τον ορίζοντα τον βαραίνει η αίσθηση μιας σκοτεινής σκιάς», γράφει. Κατά τη διάρκεια του Συνεχιζόμενου πολέμου, ο συγγραφέας υπηρέτησε σε θέσεις ενημέρωσης του Γενικού Επιτελείου και είχε άμεση επαφή με την πολιτική και στρατιωτική ελίτ, αλλά και τον διεθνή Tύπο, πριν αυτός περιέλθει σε καθεστώς λογοκρισίας. Παράλληλα, κρατούσε αποστάσεις από τον εθνικιστικό ενθουσιασμό της εποχής, γεγονός που προσδίδει στο έργο αντιπολεμικό και κάποτε ειρωνικό χαρακτήρα.

Καθώς η Φινλανδία εισέρχεται στον πόλεμο, ο συγγραφέας περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μεταβάλλεται, πώς τον ενθουσιασμό ακολουθεί η απογοήτευση: «Ο ενθουσιασμός των πρώτων ημερών μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε βαριά σιωπή που βουλιάζει τις ψυχές μας σε αμφιβολία και φόβο». Αναμετράται μάλιστα με την προπαγάνδα, αποκαλύπτοντας την προσπάθεια της εξουσίας να διαμορφώσει τη συλλογική συνείδηση: «Οι λέξεις γίνονται όπλα, οι εικόνες αιχμές. Η αλήθεια χάνεται σε μια θάλασσα από ψεύδη, τα οποία όλοι αναγκαζόμαστε να πιστέψουμε».

Πέρα από τα εξωτερικά γεγονότα, το ημερολόγιο είναι μια βαθιά προσωπική κατάθεση του συγγραφέα, στην οποία εκφράζει τον φόβο, την αμφιβολία και την εσωτερική του αναστάτωση: «Μοναξιά, σκοτάδι και η φωνή μου που αντηχεί σαν ψίθυρος στον άδειο κόσμο. Πού πάει αυτή η μάχη και ποιος θα την κερδίσει πραγματικά;» Η γραφή του συνδυάζει λυρισμό και κυνισμό. Θίγει την προπαγάνδα, την ψυχολογία του πολέμου, τις πολιτικές αυταπάτες και την ηθική ευθύνη του διανοούμενου. Δεν πρόκειται για ημερολόγιο πολέμου αλλά κυρίως για εσωτερική κατάθεση, που καταγράφει πώς ένας καλλιτέχνης-παρατηρητής προσπαθεί να κατανοήσει το χάος γύρω του με ανοιχτή καρδιά και ειλικρίνεια.

Η έκδοση του βιβλίου, το 1946, λίγο μετά τον πόλεμο, προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών. Κάποιοι το θεώρησαν τολμηρό και ειλικρινές, άλλοι κατηγόρησαν τον συγγραφέα για «μετά Χριστόν προφήτη» και πολιτική αμφισημία. Παρότι υπάρχει ο μύθος ότι το έργο καταδικάστηκε συλλήβδην, συνολικά η υποδοχή του ήταν μάλλον θετική. Σήμερα, στη Φινλανδία θεωρείται πια κλασικό κείμενο, που συμβάλλει όχι μόνο στην κατανόηση του Συνεχιζόμενου πολέμου, αλλά και της ψυχολογίας μιας κοινωνίας που βρέθηκε ανάμεσα σε δύο κολοσσούς, τη ναζιστική Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Βασισμένη στον «Ζοφερό μονόλογο» είναι η ταινία Pedon merkki  [Το σημάδι του θηρίου], 1981, του Γιάακκο Πάκκασβίρτα.

Η αναφορά του Πάαβολάινεν στην Ελλάδα δεν ξεπερνά τις χίλιες πεντακόσιες πενήντα λέξεις, άλλωστε, όπως είπαμε, δεν πρόλαβε να μείνει πολλές μέρες. Φτάνει στις 26 Αυγούστου 1939 και φεύγει αναγκαστικά στις 2 Σεπτεμβρίου, λόγω της εισβολής της Γερμανίας στην Πολωνία. Στις 25 Αυγούστου 1939, αναχωρεί από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό τον Πειραιά. Φτάνοντας μέσα στην ομίχλη στα Δαρδανέλια, την «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», θυμάται ιστορικές μορφές και γεγονότα που είχαν σχέση με την περιοχή, όπως τη γέφυρα του Ξέρξη και το κολύμπι του Λόρδου Βύρωνα στον Ελλήσποντο. Ξεφυλλίζοντας στο πλοίο δυτικά περιοδικά, αισθάνεται αηδία για τον επιφανειακό και χαοτικό τρόπο που αποτυπώνουν την κουλτούρα της εποχής.

Τα Δαρδανέλια, μια από τις πυριτιδαποθήκες της Ευρώπης, τα προσπερνάμε κοντά στα μεσάνυχτα. Οι ακτές των στενών περνούν μέσα στην ομίχλη σαν τρομακτικές σκιές. Κάθομαι στο σκοτάδι, μέσα στην καμπίνα μου, και κοιτάζω από το στρογγυλό φινιστρίνι. Μια τέτοια νύχτα άραγε κατασκεύασε τη γέφυρά του ο Ξέρξης ή πέρασε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο ο Μπάιρον, την ώρα που η ομίχλη κατέκλυζε τα στενά κι έβγαινε στο Αιγαίο και το φεγγάρι ταξίδευε μέσα στην απόκοσμη φωτεινή ομίχλη;

Ξημερώματα, βγαίνει στο κατάστρωμα και αντικρίζει μέσα στην ομίχλη έναν γυμνό βράχο με τα ερείπια ενός ναού, φωτισμένα από τις πρώτες αχτίδες του ήλιου. Το Σούνιο!

Ανάμεσα στα πέπλα της ομίχλης που στροβιλίζονταν πάνω από τη θάλασσα εμφανίστηκε ξαφνικά ένας ψηλός γυμνός βράχος, την κορυφή του οποίου έστεφαν τα σχεδόν αόρατα ακόμα ερείπια ενός ναού που τα χρύσωναν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου. Η πρώτη γεύση της Ελλάδας. Αλλά τι σκηνικό! Ένα τοπίο γυμνό, μόνο το αρχέγονο νερό ολόγυρά του, όπου ακόμα και ο ζωοδότης ήλιος μόλις γεννιέται… Τίποτα άλλο δεν συνεχίζει να έχει ζωή εκτός από τη θεότητα και τον μύθο της μέσα στον χρυσό ναό-λίκνο της, ψηλά πάνω από την ομίχλη, μέσα στις πρώτες παρθενικές αχτίδες του ήλιου που ανατέλλει. Και ο ναός υψώνεται με φόντο τον ουρανό που έχει το χρώμα της φωτιάς και της λάβας και του καπνού όπως τότε που γεννήθηκαν οι θεοί, έπειτα από τη μεγάλη έκρηξη. Το θέαμα χάνεται τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκε. Η ομίχλη τυλίγει και πάλι από την πλώρη ως την πρύμνη το πλοίο, που γυαλίζει από την υγρασία. Όμως, εκείνη την ελάχιστη στιγμή που χάθηκε τόσο γρήγορα, έμαθα να κατανοώ το μυστήριο της ελληνικότητας.

Στον Πειραιά τον υποδέχεται ο Γκρένταλ, γραμματέας του Έλληνα πρόξενου της Φινλανδίας, του Ευγενίδη,[3] ο οποίος τον θεωρεί απερίσκεπτο που ταξιδεύει, ενώ η πολεμική ένταση στην Ευρώπη κορυφώνεται. Ο Πάαβολάινεν εντυπωσιάζεται από το εκτυφλωτικό ελληνικό φως, που το παρομοιάζει με το φως της ερήμου και το συνδέει με τη γέννηση της κλασικής τέχνης: την καθαρότητα των γραμμών, τη γύμνια και τις αναλογίες των ναών και των γλυπτών.

Μισοκλείνω ήδη τα μάτια εδώ, στον Πειραιά. Πώς είναι δυνατόν ο ήλιος να είναι τόσο εκθαμβωτικός; Το φως που πέφτει κάθετα με θαμπώνει. Αυτό δεν το έζησα ούτε στη Νότια Αμερική όταν διέσχισα τον Ισημερινό. Η παραμονή μου στα κλασικά χώματα αρχίζει πεζά. Επισκέπτομαι ένα κατάστημα οπτικών.

Όμως, αυτό το εκτυφλωτικό φως το νιώθεις και μέσα από τα γυαλιά. Αυτό το φως είναι εντελώς αφρικανικό, φως της ερήμου και των γυμνών βράχων. Το καταμεσήμερο, ελάχιστη είναι η σκιά που πέφτει πάνω στον περιπατητή. Ακόμα πιο εκπληκτικό φαίνεται αυτό το κάθετο φως καθώς διαπερνά τον αέρα πίσω από τα βουνά. Πόσο μεγαλώνει και βαθαίνει εδώ η απόσταση! Μέσα στο φως διακρίνονται ακόμα και τα γαλαζωπά περιγράμματα των πιο μακρινών βουνών, και μάλιστα τόσο έντονα, λες και έχουν σχεδιαστεί με μολύβι. Πίσω τους, το βλέπεις, υπάρχει πάλι αέρας και φως… Μόνο ένας τέτοιος ήλιος θα μπορούσε να γεννήσει την ελληνική τέχνη, τις κιονοστοιχίες των ναών, τη γύμνια, τις καθαρές γραμμές και τα τρισδιάστατα γλυπτά. Όλο αυτό το τοπίο και το φως και το περίγραμμα των βουνών είναι γύμνια.

Ανεβαίνοντας συχνά στον Λυκαβηττό, παρατηρεί την Αθήνα να λάμπει στο χρώμα του κεχριμπαριού ή του ώριμου μελιού, με την Ακρόπολη να αλλάζει αποχρώσεις, καθώς δύει ο ήλιος και ανατέλλει η πανσέληνος.

Κανένας ναός δεν είναι λευκός. Κάθε άλλο. Όλοι έχουν το χρώμα του κεχριμπαριού ή του ώριμου μελιού. Τα σύγχρονα κτίρια της Αθήνας, κοκκινοκίτρινα, κίτρινα ή ροζ, ταιριάζουν με αυτούς τους ναούς απόλυτα. Όταν κοιτάς την πόλη από τον Λυκαβηττό την ώρα που πέφτει ο ήλιος, φαίνεται σαν να έχει χτιστεί ολόκληρη από μάρμαρο με τη χρυσή πατίνα που έχει απιθώσει πάνω της ο θαλασσινός αέρας. Το ηλιοβασίλεμα διακρίνεται πυρακτωμένο ανάμεσα από τους κίονες της Ακρόπολης που λάμπουν απέναντι από τα βουνά, τον βιολετή Υμηττό, το γαλανό Πεντελικό και πέρα, μακριά, τη σκοτεινή Πάρνηθα. Ηλιοβασιλέματα στο χρώμα της κρέμας. Όλα στο χρώμα της κρέμας, τα κτίρια μοιάζουν με κρεμ σύννεφα που έπεσαν πάνω στα βιολετιά βουνά. Τα λιγοστά δάση στους πρόποδες των βουνών παίρνουν ένα χρώμα καφετί. Όταν πέφτει ο ήλιος, ένας δυνατός και δροσερός άνεμος αρχίζει και φυσάει προς την κατεύθυνση της θάλασσας.

Ένα μικρό καφενείο μπροστά από τα Προπύλαια και το θέατρο του Ηρώδου του Αττικού είναι το αγαπημένο μου στέκι κάθε βράδυ. Κάθομαι εκεί με τις ώρες και κοιτάζω τις μαγικές εναλλαγές των χρωμάτων πάνω στο αέτωμα του Παρθενώνα. Δεν έχω ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Κάθε τόσο κλείνω για λίγο τα μάτια κι όταν τα ανοίγω το χρώμα του ναού έχει πάλι αλλάξει… Λες και γυρίζουν γύρω από τον Παρθενώνα τα εφτά φεγγάρια του Δία με τα διαφορετικά χρώματα! Στην αρχή, το μάρμαρο στο αέτωμα του ναού και στις κιονοστοιχίες παίρνει ένα χρώμα χρυσαφί από τις αχτίδες του ήλιου που δύει. Μετά, γίνεται ροζ, μετά βιολετί και στη συνέχεια, καθώς βγαίνει σιγά σιγά το φεγγάρι, πράσινο χλομό. Έπειτα, ένα κίτρινο του θανάτου, καθώς δυναμώνουν οι αχτίδες του φεγγαριού και τέλος, καθώς σκοτεινιάζει και δυναμώνει το φως της σελήνης, το μάρμαρο γίνεται λευκό, όλο και πιο λευκό. Στον Νότο σκοτεινιάζει πολύ γρήγορα κι έτσι μπορείς να παρακολουθήσεις όλα τα στάδια αυτής της θαυμάσιας παράστασης. Το ίδιο μαγευτικό είναι και το παιχνίδι των χρωμάτων στις πλαγιές του Υμηττού που υψώνεται πίσω από την Ακρόπολη. Από τις αποχρώσεις του καφέ στις αποχρώσεις του κόκκινου, στο βαθύ μωβ και, τέλος, κάτω από το φως του φεγγαριού, ένα διάφανο σκούρο πράσινο.

Σπαταλάει τα τελευταία του χρήματα για να αγοράσει «ακριβά εισιτήρια για την Ακρόπολη, τον στόχο αυτού του αλόγιστου ταξιδιού μου στην Ελλάδα, για τις τρεις νύχτες της πανσελήνου». Μένει γοητευμένος!

Η γοητεία είναι απίστευτη. Και τις τρεις νύχτες της πανσελήνου μεγάλες μάζες ανθρώπων ανεβαίνουν στην Ακρόπολη. Όμως κανείς δεν τους προσέχει. Το θέαμα τους κάνει όλους ενστικτωδώς να μιλούν ψιθυριστά ή να στέκονται σιωπηλοί στη θέση τους, στη σκιά κάποιου κίονα ή κάποιου μαρμάρινου ογκόλιθου. Το πιο μαγευτικό ίσως είναι πως ο τραχύς βράχος της Ακρόπολης γίνεται κατάλευκος και δεν υπάρχει ίχνος σκιάς. Όλος ο λόφος μοιάζει με μεγάλο λευκό σύννεφο ή χαλί από λευκά τριαντάφυλλα που ταλαντεύεται στον αιθέρα κάτω από το φεγγάρι. Ο γκρίζος άγριος βράχος της Ακρόπολης μοιάζει σαν να είναι από το ίδιο μάρμαρο με τον Παρθενώνα και το Ερέχθειο. Το μάρμαρο δεν αντανακλά απλά το σεληνόφως, αλλά νομίζεις πως εκπέμπει το δικό του φως. Για μια στιγμή ξεχνάς εντελώς πως υπάρχει φεγγάρι. Εδώ πάνω δεν ξεχωρίζει κανένα φως από την πόλη. Ακόμα και η σιωπή είναι απόλυτη. Μόνο την κίνηση της πόλης ακούς, αν πλησιάσεις στα κάθετα τείχη.

Ένα πρωί, ο Γκρένταλ τον ενημερώνει πως όλα τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια στη Μεσόγειο ακυρώνονται. Από την άλλη, το ταξίδι διά ξηράς μέσω Βαλκανίων και Πολωνίας είναι επικίνδυνο.

Ξυπνώ και ξαναγυρνώ στην πραγματικότητα, σ’ εκείνο το πρωί που ο Γκρένταλ τηλεφωνεί από τον Πειραιά για να μου πει ότι όλα τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια στη Μεσόγειο έχουν ακυρωθεί! Με προειδοποιεί ότι θα ήταν απερίσκεπτο να επιστρέψω διά ξηράς μέσω Βαλκανίων και Πολωνίας. Εκτός από το Παρίσι, έχω ζητήσει για σιγουριά να μου στείλουν χρήματα και στη Ρώμη. Έπειτα από την ακύρωση των ακτοπλοϊκών δρομολογίων, αποκλείστηκε τώρα και η Ιταλία. Βρίσκομαι στο έλεος της μοίρας και του Γκρένταλ. Ευτυχώς, δεν υπάρχουν εδώ άλλοι Φινλανδοί για να φροντίσει. Κι έτσι μου υπόσχεται ότι θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε ο αδέκαρος συμπατριώτης του να φύγει με την πρώτη ευκαιρία.

Αγωνιώντας για την επιστροφή του στη Φινλανδία, χάνεται «τη μέρα μέσα στην ανησυχία που συναγωνίζεται την κάψα και το βράδυ στη λατρεία του παιχνιδιού των χρωμάτων πάνω στα μάρμαρα του Παρθενώνα». Επισκέπτεται το Παναθηναϊκό Στάδιο, «δύο νύχτες με πανσέληνο μέσα στα σύγχρονα μάρμαρα του Σταδίου που τοποθετήθηκαν για να πλαισιώσουν τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της εποχής μας», τον Λόφο των Μουσών, όπου «η ατμόσφαιρα παραπέμπει στον Πάνα», τον Βασιλικό Κήπο, που μέσα στο φεγγαρόφωτο δίνει την ίδια «μυθολογικά ερεθιστική εντύπωση, αν και στις λαβυρινθώδεις συστάδες θάμνων ακούγεται ο θόρυβος από τα παγάκια στα μπαρ του Κίνγκ Τζορτζ και της Μεγάλης Βρετανίας». Το απόγευμα, επισκέπτεται το νεκροταφείο του Κεραμεικού, όπου «οι μαρμάρινες επιτύμβιες στήλες αντανακλούν όλη την υπέροχη ελληνική ποίηση. Μέσα στον καπνό και τη σκόνη του δειλινού, υψώνεται μια ψηλή επιτύμβια στήλη με έναν μαινόμενο ταύρο στην κορυφή».

Η είδηση της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία τον βρίσκει στην Αθήνα. Σκέφτεται τη μοίρα της Φινλανδίας και των μεγάλων δυνάμεων, ενώ αντιλαμβάνεται ότι «η συμπεριφορά του κόσμου έχει ψυχράνει», γιατί τον θεωρούν Γερμανό. Επισκέπτεται το μουσείο της Αθήνας, αλλά «οι συλλογές αρχαιοτήτων του δεν με εντυπωσιάζουν τόσο, όσο τα ελληνικά τμήματα του μουσείου της Κωνσταντινούπολης. Είναι υπερβολικά καλά τακτοποιημένες σε υπερβολικά σύγχρονο περιβάλλον. Δεν αιωρείται στον αέρα η αποπνικτική αίσθηση της έντασης ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Μοιάζει σαν να πίνεις δροσερό νερό έπειτα από ένα πικρό ρόφημα εξ Ανατολών». Και καταλήγει ότι «ολόκληρη η σύγχρονη Αθήνα είναι απελπιστικά μονότονη». Διαπιστώνει ότι η εξωτερική εμφάνιση των ανθρώπων έχει αλλάξει, είναι προϊόν της μίξης των φυλών και «όσο κι να ψάχνεις στους δρόμους δεν συναντάς κανένα πρότυπο ελληνικής ομορφιάς». Ανακαλύπτει ότι «στην κορυφή του Λυκαβηττού ένα ολοκαίνουριο αντιαεροπορικό κυριαρχεί πάνω στην πόλη». Τελικά, με τη μεσολάβηση του Γκρένταλ, βρίσκει θέση στο γαλλικό πλοίο «Άνδρος», που θα μεταφέρει στη Μασσαλία Γάλλους από την Ελλάδα.

Το τελευταίο βράδυ κάθομαι μαζί του μέσα στην κάψα και το φως του φεγγαριού και πίνουμε ρετσίνα στην ταβέρνα Βασίλαινας, σ’ ένα τραπέζι στον δρόμο. Τα μεγάφωνα βρυχώνται… Οι λιμενεργάτες συζητούν και μαλώνουν έντονα και ο ταβερνιάρης, γνωστός του Γκρένταλ, έρχεται στο τραπέζι μας να μιλήσουμε για πολιτική.

Αφήνει την Ελλάδα στις 2 Σεπτεμβρίου 1939, παίρνοντας μαζί του τις εικόνες του φωτός και της αρχαίας ομορφιάς, την ώρα που η Ευρώπη βυθίζεται στον πόλεμο.

Αναχώρηση από την Ελλάδα στις 2.9. Μεγάλη φασαρία ολόγυρα από το «Άνδρος», που περιμένει στο λιμάνι. Το τελωνείο δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα πράγματα των προσφύγων. Η ζέστη είναι αφόρητη. Δύο ώρες καθυστέρηση. Έχει ήδη δοθεί η άδεια αναχώρησης, αλλά το γαλλικό πλοίο δεν φεύγει από την προβλήτα. Ανησυχία… Ο λόγος της καθυστέρησης γίνεται τελικά γνωστός όταν φτάνει στο λιμάνι με μεγάλο θόρυβο μια κομψή αριστοκράτισσα με τα σκυλιά, τις βαλίτσες και τους πολυάριθμους συνοδούς της. Ο πόλεμος έχει ήδη ξεσηκώσει τα πάθη. Ο κόσμος την υποδέχεται με σφυρίγματα και χλευασμούς. Στις ετικέτες των αποσκευών της βλέπω: Κοντέσα ντε Λάντμπεργκ.

~.~

[1] Για τους δύο φινλανδοσοβιετικούς πολέμους (Χειμερινός πόλεμος, 1939-1940 και Συνεχιζόμενος πόλεμος, 1941-1944), βλέπε Χ. Μεϊνάντερ, Ιστορία της Φινλανδίας, μτφρ. Μαρία Μαρτζούκου, Ασίνη, 2019.
[2] Είχε προηγηθεί ένα ταξίδι στη ναζιστική Γερμανία, το 1936, έπειτα από το οποίο εξέδωσε, την ίδια χρονιά, το βιβλίο Kolmannen valtakunnan vieraana [Φιλοξενούμενος του Τρίτου Ράιχ], στο οποίο περιγράφει ζωντανά τις εμπειρίες του από τη Νυρεμβέργη και τις ναζιστικές τελετές, συνδυάζοντας θαυμασμό για την οργάνωση και τη δυναμική, αλλά με κριτική στάση απέναντι στον φανατισμό, την προπαγάνδα, την υποτίμηση των γυναικών και την μαζικοποίηση της νεολαίας, και αντιτίθεται στο «βόρειο ιδεολόγημα», τη θεωρία περί φυλής, σύμφωνα με την οποία όλος ο πολιτισμός στον κόσμο προέρχεται από τους βόρειους λαούς.
[3] Ευγενίδης, Ευγένιος (1882- 1954). Έλληνας εφοπλιστής και εθνικός ευεργέτης. Διετέλεσε πρόξενος της Φινλανδίας στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα στην Ελλάδα. Ίδρυσε το Ίδρυμα Ευγενίδου.

*

*

*