Day: 21.02.2026

Το σπίτι της

*

Ι.
.                       Το αερίζουμε συχνά
το άδειο λυπημένο σπίτι
με τα δεκαεπτά κουφώματα στον άνεμο
χάνει ένα προς ένα
τα τζάμια του στηθαίου
ξεφτίζει ο σοβάς ραγισματιές
πρόσωπο πρώην
τώρα στέκει σιωπηλό
βρίσκω κομμάτια του στο δρόμο
κρύσταλλα γέλια παλιάς πρωτοχρονιάς
στην παραλία του Μπάτη
ένα κλάμα ένας θυμός
αδέσποτα αλυχτούν τις νύχτες
τα κλωτσούν απρόσεκτοι διαβάτες
Κάθε που περνώ
βροντάνε τα πορτόφυλλα του έκτου
γέρνει απάνω μου ένας ίσκιος
μου αρπάζει το ψαθάκι του ήλιου
το σκίζει με τα δόντια
Tα βράδια ακούω
το κλάμα του απ’ τον Φλοίσβο να παφλάζει
φουσκώνουν οι σοβάδες
τρίζουν πατώματα ανισόπεδα
όρθια ξεσπαθώνουνε σανίδια
ατέλειωτος βαστά γερά
ο πόλεμος στον έκτο
στον πέμπτο ακούνε βήματα συρτά τα βράδια
ξαφνιάζονται τρομάζουν
και μόνο τα κακορίζικα πουλιά
βολεύτηκαν για τα καλά στην δυτική βεράντα
στήσαν φωλιές δίχως τα ξουτ της μάνας
μάταια σπόρια σπέρνοντας
πα’ στα στιλπνά πλακάκια
Κι είναι φορές που στο ψιλόβροχο
σηκώνεται ένα χαμένο χάδι της
μια κίνηση μισή που θέλει κάπου ν’ ακουμπήσει
διασχίζει φυλλοτρέμοντας την λεωφόρο
θερμό κι αμήχανο με φτάνει
και είναι πάντα βράδυ
αργά τη νύχτα

(περισσότερα…)

Koράκι, ανάλαφρο πουλί

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Aυτό το μαύρο και άσχημο πουλί, αυτό το εκ παραδόσεως αντιπαθές και ταυτισμένο με το κακό, τι κουβαλάει στα φτερά του; Κάτι κακό, έναν πόνο, ένα πένθος; Μπορεί να πετάξει και να τα πάρει μακριά; Αυτά τα ερωτήματα διατυπώνονται με εικονικούς όρους στο Ένα πράγμα με φτερά του Ντυλαν Σάουθερν: τίτλος που απηχεί, βάσει μιας επιμέρους ιδιότητας, έναν στίχο της Έμιλυ Ντίκινσον, δηλαδή μετωνυμικά, και παραπειστικά, τον ίδιο τον άνθρωπο και τη δυνατότητά του να ελπίζει. Το χιούμορ και η ειρωνεία παραμονεύουν σε τούτη τη διακειμενική παραπομπή, που υποδηλώνει όντως κάτι που διαθέτει φτερά με τα οποία θα πετάξει και θα πάρει μακριά το άχθος του πένθους. Έχουμε μιαν απλή και ξεκάθαρη μεταφορά δηλαδή, φορέας της οποίας είναι το προαναφερθέν πτηνό, αφενός, σε μια πιο ρεαλιστική εκδοχή του ως απλό μαύρο πουλί, και, αφετέρου, ως ένα εξωπραγματικό, τεραστίων διαστάσεων κορακοειδές, το οποίο παρεμβαίνει ως κάτι τρομακτικό και απειλητικό. Υπό τις δύο αυτές μορφές κυκλοφορεί μέσα στην ταινία και πολλαπλασιάζει τη ρητορική της.

Παρεμβαίνει, συγκεκριμένα, με το μεταφορικό του σθένος για να συμβολίσει το πένθος, τη συμφορά, τον θάνατο: σύμφωνα με ένα διαδεδομένο λαϊκό φαντασιακό, και όχι μόνο λαϊκό: θυμόμαστε το «Παραθυρόφυλλα τότε ανοίγω, όμως μια κραυγή μου πνίγω, καθώς βλέπω ένα κοράκι στο δωμάτιο να περνά…» από το «Κοράκι» του Έντγκαρ Άλλαν Πόου ή το «Στα γαλλικά πεδία, τα άμετρά σας πλήθια, όπου οι νεκροί από προχθές ήδη κοιμούνται, στριφογυρνάτε όλον τον χειμώνα, αλήθεια…» του Ρεμπώ, μέχρι την κοινόχρηστη παρομοίωση των νεκροθαφτών με κοράκια, το εν λόγω πτηνό είναι μεταφορικά βεβαρημένο. Το κοράκι μεταφέρει λοιπόν, στην εν λόγω ταινία, αλλού το πένθος, αφού προηγουμένως το συμβολίσει, προκαλώντας ένα ρήγμα στην αληθοφάνεια εκείνου που οι θεωρητικοί του σινεμά ονομάζουν διήγηση, της υπόθεσης δηλαδή της ταινίας. (περισσότερα…)