*
του ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
~.~
Ανδρέας Κεντζός,
Άνθρωπος του Θεού,
Αιγόκερως, 2025
Ω σκυλί
πίσω απ’ τον άνθρωπο που πέρασε
ακολουθείς κι εσύ
πιστά.
Κι ω θλίψη
που για να τον προφτάσεις
δεν θα χρειαστεί
ούτε να τρέξεις.
ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ
Είδα πρώτα τη σχετική παράσταση – στο Θέατρο 104 σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γεωργαλά, με τους Αυγουστίνο Ρεμούνδο, Δήμητρα Σύρου και Έλενα Τυρέα. Και μόνο μετά ένιωσα την ανάγκη να επιστρέψω στην πηγή, να στραφώ στο κείμενο. Συνήθως συμβαίνει το αντίστροφο· εδώ όμως η σκηνή του θεάτρου προηγήθηκε της σελίδας, σαν μια εμπειρία που ζητούσε επιβεβαίωση, όχι ερμηνεία. Και διαβάζοντας το έργο Άνθρωπος του Θεού του Ανδρέα Κεντζού, κατάλαβα ότι αυτό που είχα δει δεν ήταν απλώς μια λειτουργική θεατρική μεταφορά, αλλά μια αρκετά πιστή έκθεση του πυρήνα του έργου – με εξαίρεση ίσως μια δόση σχηματικής υπερβολής στη σκιαγράφηση της κυνικής έντασης του ματατζή-αστυνομικού. Η παράσταση στάθηκε αντάξια του κειμένου, όχι επειδή το υπηρέτησε δουλικά, αλλά επειδή κατάλαβε τι έπρεπε να αφήσει ανέγγιχτο: το βάρος. Που θα νιώσει ίσως πιο έντονο ο γονέας.
Ο Άνθρωπος του Θεού δεν ανήκει στα έργα που «μιλούν για την εποχή τους» με τον εύκολο τρόπο. Δεν σχολιάζει ευθέως. Δεν κατονομάζει. Δεν καταγγέλλει. Κι όμως, είναι βαθιά πολιτικό – ακριβώς επειδή επιμένει να δείχνει τον άνθρωπο εκεί που η πολιτική τον εγκαταλείπει. Στον ιδιωτικό του πόνο. Στην αίσθηση αδικίας που δεν μεταφράζεται πια σε συλλογικό ή κομματικά ενορχηστρωμένο αίτημα, αλλά επιστρέφει και παφλάζει εσωτερικά ως υπαρξιακή εξάντληση. Μια νεοαιωνική εξάντληση αρκετά διαφορετική από εκείνη στις αρχές του περασμένου αιώνα, που οδήγησε –μεταξύ άλλων τότε– στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια παρακμή που δεν αναζωογονεί και κινητοποιεί για να ζέψει το άτομο κάτω από τον ζυγό των ιδεών και ιδανικών, αλλά που ζέχνει αποδόμηση οραμάτων και υποσχέσεων κάθε τύπου και οιασδήποτε προέλευσης, μια εξάντληση που περνάει σταδιακά στο διανοητικό και πολιτικό DNA μας, και που μόνο με ψηφιακές περισπάσεις και κοινωνικές πλατφόρμες δήθεν εγκαρδιότητας προσπαθεί να σκεδαστεί.
Η αυστηρή χωροχρονική ενότητα του έργου του Κεντζού λειτουργεί εδώ σαν συνθήκη αποκλεισμού. Οι χαρακτήρες δεν έχουν διαφυγή, όπως ακριβώς και ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πια αφηγήσεις διαφυγής. Δεν υπάρχει πρόοδος, δεν υπάρχει λύτρωση, δεν υπάρχει «μετά». Υπάρχει μόνο το τώρα της σύγκρουσης, της φθοράς, της αδυναμίας να δοθεί νόημα σε αυτό που συμβαίνει. Κι αυτή η αδυναμία είναι τελικά πολιτική συνθήκη, όχι ατομική αποτυχία.
Η Μαρία δεν εμφανίζεται ως ηρωίδα, ούτε καν ως τραγικό πρόσωπο με την κλασική έννοια. Είναι το υποκείμενο που έχει απορροφήσει όλη τη βία του κόσμου χωρίς να διαθέτει πια γλώσσα-λόγο για να τη μετατρέψει σε διεκδίκηση. Δεν επαναστατεί. Δεν πιστεύει. Δεν ελπίζει. Αντέχει – μέχρι που δεν αντέχει άλλο. Και αυτό το σημείο θραύσης δεν είναι προσωπικό· είναι κοινωνικό σύμπτωμα. Είναι η κρύφια, υπόκωφη και σταδιακά πιο ευδιάκριτη συνθήκη του 21ου αιώνα.
Η πολιτική σημειολογία του έργου δεν βρίσκεται σε συνθήματα, αλλά στη σιωπή. Στην απουσία δομών που θα μπορούσαν να συγκρατήσουν τον άνθρωπο πριν καταρρεύσει. Ο Θεός, εδώ, λειτουργεί ως αλληγορία κάθε ανώτερης αρχής που υποσχέθηκε δικαιοσύνη και απέτυχε: οικογένεια, κράτος, ιδεολογία, μεταφυσική βεβαιότητα, ηθικό σύστημα, συλλογικό όραμα. Το μεταφυσικό ερώτημα μετατοπίζεται, αναπόφευκτα, και προσαρτάται στην πολιτική. Δεν είναι πια το ερώτημα «πώς επιτρέπει ο προστάτης μας τον πόνο», αλλά «ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν ο πόνος γίνεται αντιληπτός ως κανονικότητα».
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγνωση της προσωπικής τραγωδίας, π.χ. της μάνας που χάνει το παιδί της, στο πλαίσιο του μικροκοινωνικού κυματισμού και των ωστικών δονήσεων που επιφέρει, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος. Το έργο μπορεί να ιδωθεί ως παραβολικός καθρέφτης, όπου οι άλλοι χαρακτήρες, που πλαισιώνουν το πένθος της «χαροκαμένης», ή πιο σωστά της «θεοκαμένης» μάνας, λειτουργούν σαν ενσαρκώσεις εσωτερικευμένων κοινωνικών ρόλων. Η Ράνια εκπροσωπεί τη διαρκώς ανανεούμενη ανάγκη παράτασης της ελπίδας, μέσω κάποιου αφηγήματος αναζήτησης και εύρεσης νοήματος, σχέσης, πίστης, παρηγοριάς, πληρότητας: την ερμηνεία του κόσμου υπό το πρίσμα της ανθρώπινης ανάγκης για καθησυχασμό, για υιοθεσία από τον «πατέρα». Ο Γιάννης, αντίθετα, μοιάζει με τη φωνή της έμπειρης, υποψιασμένης για τον εγωισμό του καθενός κανονικότητας που έχει επιβληθεί: κυνική, πρακτική, αναίσθητη απέναντι στον πόνο ή τη διαφθορά, ωμά «ρεαλιστική» γιατί έτσι «λειτουργεί ο κόσμος».
Αν διαβαστεί έτσι, ο Άνθρωπος του Θεού δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία· αναπαριστά το κορυφαίο μεταφυσικό-ηθικό δίλημμα ενόψει μιας ατυχίας που οδηγεί στο τελικό αδιέξοδο. Η μητέρα ως σύμβολο της ζωής γίνεται και το σύμβολο του απόλυτου νοηματικού αδειάσματος, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει πια κανείς να απευθυνθεί. Ούτε Θεός, ούτε κοινωνία, ούτε συλλογικό «εμείς». Η διευρυμένη αυτοκαταστροφή δεν εμφανίζεται ως πράξη απόγνωσης, αλλά ως ύστατη μορφή ελέγχου: η τελευταία απόφαση που μπορεί να πάρει κανείς όταν όλα τα άλλα έχουν αφαιρεθεί συμπαρασύροντας και τους κανόνες της ηθικής και την ανθρωπιά και το δίκαιο – αυτές τις τόσο σκουριασμένες έννοιες.
Το τέλος του έργου αρνείται συνειδητά την κάθαρση. Και αυτό το θεωρώ βαθιά πολιτική επιλογή. Δεν αποκαθίσταται καμιά ισορροπία, γιατί καμία ισορροπία δεν υπάρχει στον κόσμο που περιγράφεται, στον σημερινό κόσμο. Ο θάνατος δεν «λέει» κάτι· απλώς συμβαίνει, είναι μέρος της ποσόστωσης του τι συμβαίνει (καθημερινά). Αυτό που μένει δεν είναι λύση, αλλά ερώτημα – και ίσως απωθημένη ενοχή.
Βλέποντας/ενθυμούμενος και την παράσταση, αυτή η διάσταση αποδόθηκε με ακρίβεια. Οι ερμηνείες δεν επιδίωξαν συγκίνηση, αλλά έκθεση. Η σκηνή με τον γυάλινο τοίχο δεν προστάτευσε τον θεατή· τον άφησε εκτεθειμένο απέναντι σε μια συνθήκη που αναγνωρίζει, ακόμα κι αν δεν θέλει να την κατονομάσει στο περιβάλλον του και μέσα του. Και διαβάζοντας στη συνέχεια το κείμενο-έργο, έγινε σαφές ότι αυτή η δραματουργική, η γλωσσική και η σκηνογραφική λιτότητα δεν ήταν επιλογή ύφους, αλλά αναγκαιότητα του ίδιου του έργου, του ίδιου του καθρέφτη.
Ο Ανδρέας Κεντζός με το Άνθρωπος του Θεού δεν καταθέτει ένα έργο παρηγοριάς. Είναι έργο έμμεσων και ίσως καθυστερημένων συνειδητοποιήσεων, που δεν βοηθάει στη σαφή, στην προκάτ διαμόρφωσή τους με την τροπή που παίρνει ο διάλογος και η δράση. Αυτό είναι ίσως το πιο πολιτικό του στοιχείο: ότι δεν προσφέρει διέξοδο-απάντηση, δεν σπρώχνει προς κάπου, αλλά οξύνει το βλέμμα στη συνθετότητα και τον αδιαβάθμητο και μη αξιολογήσιμο παραλογισμό της σύγχρονης κατάστασης. Ένα βλέμμα που δεν υπόσχεται σωτηρία, αλλά απαιτεί ευθύνη και ανάστημα, μέσα στην αναπόδραστη μερική αυθαιρεσία των προσωπικών επιλογών και των όποιων κοινωνικών δεσμών ή δεσμεύσεων.
Ο Κεντζός εδώ δεν ειρωνεύεται και δεν υπονομεύει κάποια ιδεολογία ή αφήγημα, δεν παραφωτίζει ανισομερώς ούτε προκρίνει ή προδιαθέτει για κάποιο κοσμοείδωλο ή στάση ζωής. Θυμίζει όμως εμμέσως ότι υπάρχει ευθύνη στη διαχείριση των προσωπικών δεινών, του προσωπικού και του κοινωνικού παφλασμού, και του νοηματικού αδιεξόδου της συγχρονίας. Μετά το τέλος των αφηγημάτων ξαναξεκινάει η ανάγκη νοηματοδότησης, μηδενίζεται το κοντέρ σαν να μην έχει προηγηθεί το θεωρητικό και πρακτικό ξύλωμά τους. Η μπάλα κατεδάφισης διαπέρασε αυτά που άλλοτε θεωρούνταν μεταφυσικό-ηθικό τσιμέντο και μπήκε στα σαλόνια και τα διαλύει. Επήλθε κάποια «λύσις» των προβλημάτων, κάποια τελική απελευθέρωση; Αυτό δεν είναι το παράδοξο του Διαφωτισμού; Ότι η πραγμάτωσή του, η επιτυχία του επιφέρει την ακύρωσή του. Ο εσωτερικός και ο εξωτερικός ταλανισμός, η υπαρξιακή και η συνυπαρξιακή-κοινωνική πρόκληση δεν τελειώνει ούτε μπορεί να αποφευχθεί. Υπάρχει λοιπόν ευθύνη μέσα στη σημερινή μας, τη φαινομενικά μετα-ιδεολογική και μετα-μοντέρνα, ή αλλιώς την προ-βαρβαρική μας ανωριμότητα και την ψυχολογικά και αξιακά εκκρεμή μας κατάσταση, τη συνθήκη του κουρασμένου. Υπάρχει ευθύνη από μεριάς του θεατή που θα βγει στον δρόμο, από μεριάς των θεσμών που αδιαφορούν για το ανώνυμο ειδικά πεπρωμένο, τον θεατή που περπατά στον δρόμο. Υπάρχει ευθύνη στον ίδιο τον τρόπο που προσπαθούμε να προστατευτούμε από τη ματαιότητα και το κενό. Δηλαδή από τον διαφωτισμό μας.
*
*
*
