Το αγκίστρι

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ

~.~

Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει, ούτε θα ’ναι κι η τελευταία, κι ας λέει κάθε φορά που δεν έρχεται απάντηση ότι αυτό ήταν, δεν ξαναστέλνει· λίγο κρατάει αυτό το γινάτι, εξάλλου έχει καταφέρει να μην του δίνει πρόσωπο κι έτσι σβήνει γρήγορα. Το σκέφτεται μετά και καταλήγει πως δεν έχει να χάσει τίποτε. Τούτο το παζάρι το ξεκίνησε και το συνεχίζει σαν ένα χόμπι, για να ξεσκάσει, ναι, παρά σαν μια μεθοδική απασχόληση που αποφέρει και κάποιο κέρδος. Οπότε γιατί όχι; Είναι κι ερεθιστικό να φαντάζεται και να προσμένει. Ποιο βιβλίο να βάλει αυτή τη φορά; Να ένα από τα αρνητικά: ξεμένει από βιβλία-δολώματα. Πρέπει να είναι άσημα, άγνωστα, φτηνές εκδόσεις, ή πρώτα ονόματα αλλά παλιωμένα, όμως μ’ αξιοπρέπεια, που να δηλώνουν την αριστοκρατική της φινέτσα, και ν’ αφήνουν άμεσα το υπονοούμενο, να το σερβίρουν στο πιάτο, το κύριο πιάτο. Όμως τελειώνουν, το βλέπει, τελειώνουν γρήγορα. Έχει γίνει πιο φειδωλή, πιο εγκρατής, στέλνει πιο σπάνια, τα κριτήρια έχουν γίνει πιο αυστηρά. Αλλά και πάλι, ως τώρα τίποτε. Όμως, τούτος ’δώ, κάτι της λέει ότι είναι ο κατάλληλος, ότι θ’ ανταποκριθεί· οι επιλογές του της αρέσουν: ποίηση, δυο σπάνιες εκδόσεις, ένας τόμος με σονέτα και μια συλλογή ποιημάτων από πέρα απ’ το παραπέτασμα, και τα γράμματα του Καζαντζάκη στη Γαλάτεια, σπάνια έκδοση του Δίφρου· μεσήλικας, πενηντάρης σίγουρα, μορφωμένος, με καλό γούστο, συνεπώς πειθαρχημένος, περιποιημένος, στοχαστής, δεν έγραψε τίποτε στο μήνυμα (δεν χρειαζόταν), συνεσταλμένος… Ιδανικός! Αισθάνεται το ρίγος σ’ όλο το κορμί της. Αλλά θα είναι διαθέσιμος; Οι πιθανότητες είναι πολλές, ίσως περισσότερες απ’ τις μισές, άντρες αυτών των προδιαγραφών να είναι μόνοι, εργένηδες ή χωρισμένοι. Η δεύτερη περίπτωση προτιμητέα. Ένας γάμος σε νεαρή ηλικία, ίσως και υπό την πίεση της οικογένειας και συγγενών, ένα ζευγάρι που γνωρίζονται ελάχιστα, κι ύστερα συμβατικές υποχρεώσεις, ρουτίνα, μονομέρεια. Και μόλις ξελασκάρεις λίγο, εκεί στα σαράντα πέντε, σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις ένα απέραντο γκρι.Όπως κι αυτή με τον σύζυγό της, τον πρώην σύζυγό της. Φύγανε τα παιδιά για να κοιταχτούν κατάματα και να διαπιστώσουν πως έχουν τόσα κοινά όσα και με τον πρώτο τυχόντα. Το σπίτι ξαφνικά μετατρέπεται σε έρημο. Πώς να γεμίσεις αυτή την ερημιά, με τι; Ποιος θ’ ανοίξει πρώτος την πόρτα είναι ζήτημα ιδιοσυγκρασίας μαζί και συγκυρίας. Γι’ αυτήν που έμεινε τα πράγματα ξανάγιναν πράγματα, αλλά χωρίς βάρος. Τώρα παίζει μαζί τους, τα μετακινεί, τα πουλάει, τα χαρίζει. Αλλά το ξέρει πως η έρημος είναι εκεί γύρω, ένα τίποτα χρειάζεται για να την καταλάβει πάλι. Γι’ αυτό και πασχίζει, με τους τρόπους της, να βρει το ταίρι, το πραγματικό της ταίρι που δεν έτυχε να βρει στα είκοσί της. Ναι, ξέρει τώρα ποιο βιβλίο θα βάλει. Της το είχε φέρει η κόρη της μόλις είχε χωρίσει: The world is full of divorced women. Όχι εξωτερικά, αλλά ενδιάμεσα, δεύτερο μετά τον τόμο με τα σονέτα. Έκπληξη! Με μια μικρή κάρτα, «Καλή ανάγνωση!» και τ’ όνομά της καλλιγραφικά. Τυλιγμένα σε ροζ χαρτί αφής κι από πάνω καφέ χαρτί περιτυλίγματος ή μικρό χαρτόκουτο, με κορδέλα κι όμορφο φιόγκο.

*

*

*