*
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
~.~
Κωστούλα Μάκη,
Το μάτι του ιππόγρυπα,
Ούρσα 2025
Το μάτι του ιππόγρυπα πραγματεύεται την οξεία αντίφαση που διέπει τα ανθρώπινα με μέσο μια εξίσου οξεία και παράδοξη γραφή. Οι τρεις κυρίαρχοι θεματικοί τόποι της συλλογής, το κοινωνικό σχόλιο, οι ερωτικές σχέσεις και η διαδικασία της ποιητικής γραφής, άλλοτε αυτόνομοι άλλοτε συνυφασμένοι στο ίδιο κείμενο, παρουσιάζονται ιδωμένοι από μια απόσταση που στοχεύει να αποκαθηλώσει την μυθολογία που τα περιβάλλει. Με όπλο την ειρωνεία και την φιλοπαιγμοσύνη, με γριφώδεις και άλλοτε αναπάντεχες αναλογίες ανάμεσα στα αξιοπερίεργα του κόσμου και στους πάγκοινους ψυχικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς του βίου, στήνει μια αφήγηση που υπονομεύει διαρκώς τον εαυτό της κατ’ αναλογία με την προσπάθειά της να αποδομήσει τις βεβαιότητες που διατηρούν τις κοινωνικές και ατομικές στρεβλώσεις.
Δηλωτικό από αυτή την άποψη είναι το ποίημα «Μάγισσα»:
Βάτος καιόμενη
είμαι
μεταμυθοπλασία
υλική.
Το τέλος πριν το τέλος
είμαι
οστεοφυλάκιο κενό
– κάποτε ίσως να γεμίσω μέχρι πάνω –
με βρόχινο νερό.
Χαρτί είμαι
έμπλεη λέξεων
που δεν θα διαβαστούν
αφού
από την αρχή
στην πυρά είχα ριχτεί.
Οι κρίσιμοι όροι εδώ είναι η «μεταμυθοπλασία» και το «οστεοφυλάκιο κενό». Οι αφηγήσεις της συλλογής, έντονα αναληθοφανείς, καταδεικνύουν την πλαστότητά τους, ξαναδιαβάζουν το μύθο –ατομικό ή συλλογικό– και αναδεικνύουν τις στρεβλές αποφύσεις του στις σύγχρονες επιβιώσεις του αφήνοντάς εντέλει να φανεί το κενό του νοήματος. Αυτός ο μύθος μπορεί να είναι η αυταπάτη της ερωτικής πλήρωσης, η δυνατότητα της τέχνης να επικοινωνήσει ουσιωδώς, ο αστικός καθωσπρεπισμός ως υπόδειγμα βίου, οι εθνικοί μύθοι όπως τους οικειοποιούνται οι πατριδοκάπηλοι, το όραμα της επανάστασης, οι θρησκευτικές σωτηριολογίες, οι παιδικές ουτοπίες κάποιας Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων κ.ο.κ.
Απέναντί τους η ποιήτρια αντιτάσσει το κενό που χαίνει σε αυτά τα άδεια περιέχοντα. Η αφύπνιση από την ερωτική πλάνη φέρνει τη συνείδηση για τη ριζική ασυμβατότητα των σχέσεων, η Σαχαλίνη του Τσέχωφ θα παραμένει τόπος εξορίας και βασανισμού γιατί κάθε Κροστάνδη θα αποτυγχάνει διαρκώς και οι άνθρωποι θα βρίσκονται σε αναμονή «άσματα επαναστατικά ν’ ακούσουν», ενώ «Στο σήμερα ποιος ξέρει / ποια μακρονήσια / τόποι εξορίας / θα γενούν». Όσο για την ποίηση, διαπιστώνει: «Λιτότητα εκφραστική / μα πάλι δε μου βγαίνει ο στίχος. / Η Ξανθούλα ήδη έχει φύγει μακριά» και αυτό που μένει για την ίδια είναι όχι το σολωμικό ιδεώδες αλλά η ατέρμονη αυτοανάλωση: «Σπέρνεις μελάνι / εκεί που δε σε σπέρνουν. / Μελάνι τρως / μελάνι μαρτυράς». Η παιδική και ερωτική παραμυθία σκιάζονται από μωβ μέδουσες που «ασίγαστα / σκεπάζουν κουνελότρυπες / λίμνες δακρύων / κήπους θαλασσινούς / κάποια Αλίκη / που ερωτοτροπεί / εκεί που δεν την σπέρνουν». Ο Ήφαιστος, ο τεχνουργός του πολέμου «Απ’ το εμπόριο όπλων / εισπράττε[ι] ποσοστά μικρά κι ας ρίχνε[ι] διαρκώς βιτσιές στα εναπομείναντα τσιράκια», ένα ερειπειώδες σύμβολο που καλείται σε συνταξιοδότηση από την ποιήτρια. Απέναντι στις ευκλεείς εποποιίες ο ποιήτρια «Φυλλοβολλ[εί]. Παλιές μυθολογίες». Απέναντι στους θρησκευτικούς συμβολισμούς δηλώνει: «Σε απεχθάνομαι ρόδο της Ιεριχούς. / Κανείς δεν αναστήθηκε ποτέ / κι η όψη σου μαλλιά κουβάρια / με ή χωρίς την ευλογία της Παναγιάς.[…] Σε μάκρος κράτησαν τέτοιοι / συμβολισμοί». Εδώ το ρόδο της Ιεριχούς είναι ταυτόχρονα και το συγκεκριμένο φυτό αλλά και το συνδεόμενο με την Θεοτόκο σύμβολο της αθανασίας.
Έτσι, συχνά, μεταποιώντας τον μύθο δεν περιορίζεται στη δυαδική αναλογία, αλλά συνθέτει ένα πιο περίπλοκο δίκτυο αναφορών που εκκινούν από ένα θρησκευτικό σύμβολο π.χ., όπως στο τελευταίο παράθεμα, αλλά καταλήγουν σε άλλο πεδίο, όπου το συλλογικό μπορεί να εκβάλλει στο ατομικό και τανάπαλιν, ή το υπαρξιακό και το ποιητικό σχόλιο να συνυπάρχουν. Το τελευταίο απόσπασμα π.χ. προέρχεται από το ποίημα «Φυτοζωώ», που τελειώνει ως εξής: «Ποιους ενδιαφέρουν οι δηλώσεις / πως η ποιητική μου είναι ημιτελής / ή βρίσκεται σε νεκρική ακαμψία;». Τέτοιες νύξεις για την αποτυχία της γραφής είναι συχνές στη συλλογή χωρίς να λείπουν η κριτική στάση απέναντι στη γραφομένη ποίηση του καιρού μας αλλά και η υπεράσπιση του ποιητικού της πιστεύω. Στο ποίημα «Πτώσεις ανάτασης», απευθυνόμενη στο πρόσωπο στο οποίο αφιερώνει το κείμενο, γράφει: «Κι εσύ Ευθυμία /μου ζητάς στίχους λιτότερο αγριωπούς […] έστω κάτι πιο συντροφικό», για να καταλήξει ειρωνικά «Σε άλλη ποιητική τροπή / ξεπροβάλλει / η εικόνα ενός μωρού / σκασμένου απ’ τα γέλια / να πλατσουρίζει πρώτη φορά / σε κρυστάλλινα νερά».
Υπερασπίζεται έτσι μια ποίηση πιο τραχιά και αναπάντεχη, όχι παρηγορητικά λυρική, αλλά αιχμηρό εργαλείο που δείχνει την εργαλειοποίηση του κόσμου και των συναισθημάτων μας, την χάλκευση της ζωής. Όπως σε παλαιότερη δουλειά της ήταν ευκρινής η αποδοκιμασία για τα λυρικά ειδύλλια, έτσι και εδώ διατείνεται: «Κροταλίζουν κοσμοείδωλα προγονικά / με άλλη μορφή κάθε φορά / Παρακολούθα με / να τους γυρνώ την πλάτη. / Ο λυρισμός / στάχτη / που μένει / πολύ καιρό μετά απ’ τη φωτιά». Απέναντι στην ύποπτη για επιτήδευση απλότητα, όπως δηλώνει παρακάτω, η ίδια προτείνει μια γραφή χαοτική που τις περισσότερες φορές ο συνειρμός διαπλέκει διαφορετικά επίπεδα: το μυθολογικό και το ρεαλιστικό, το αξιοπερίεργο του φυσικού κόσμου ή τα αρχετυπικά συμβολικό με το οικεία εμπειρικό, για να υποδηλώσει την οξεία εμβολή του παράλογου στα ανθρώπινα, ιδιαίτερα όταν η κριτική πρόθεση υπερτερεί, ή για να υποβάλει κάτι ουσιωδέστερο, το ριζικά ά-λογο που διέπει τον άνθρωπο, όχι ως έλλειψη ή ως νόσος αλλά ως ιδρυτικό στοιχείο της σύστασής του και όρος της ελευθερίας του ενίοτε: «Ά- λογο / ό,τι κι αν γίνει / πάντα θα βρεθεί / το χαλινάρι / να κόψει με τα δόντια». Η «Μάγισσα», το πρώτο ποίημα που παρέθεσα, συνηγορεί σε αυτή την ανάγνωση. Η μεσαιωνική μάγισσα γίνεται εδώ η μαγική ψυχή του κόσμου, σκεύος ενός καταργημένου μύθου που ρίχνεται στην πυρά πριν διαβαστεί, διωκόμενο από την κοινωνική τερατογένεση.
Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί γριφώδεις οντότητες όπως ο μυθολογικός ιππόγρυπας, με τον πολυδύναμο συμβολισμό του, το ψάρι Gogo, προϊστορικό απολίθωμα ψαριού 380 εκατομμυρίων ετών ως μια ειρωνική αναλογία των δικών μας ιστορήσεων που κινδυνεύουν από τη μουσειακή απολίθωση της λήθης, το ανθρωπόψαρο, το μόνο «ψάρι» με πόδια, αντίστοιχο με τη δική μας ίσως αμφίβια ύπαρξη μεταξύ βεβαιότητας και κενού. Τα βατράχια της λίμνης των Ιωαννίνων ως τραγουδόψαρα αλλά και ως εξωτικό τουριστικό έδεσμα αποτελούν την αφόρμηση για να σχολιάσει την κενή κατίσχυση του φολκλόρ στις τουριστικές επαρχίες μας κ.ο.κ. Απέναντι στο πρόδηλα εμπειρικό η ίδια έλκεται από τη δυνατότητα της γραφής ως μετωνυμίας της ύπαρξης να αποτινάσσει τους δεσμούς με το εξουσιαστικά ρεαλιστικό, με τις παγιωμένες στρεβλές αναπαραστάσεις του εαυτού, αντιτάσσοντας στην παραμόρφωση με άλλη πραγματικότητα: μια γραφή που κι αυτή παραμορφώνει, κινούμενη υπονομευτικά, συμφύροντας επίπεδα χρόνου, χώρου, αληθοφανούς πιστότητας κ.ο.κ.
Αρνούμενη τις καταστατικές μυθολογίες που παράγουν μια αντίληψη της πραγματικότητας που θέλει να θεωρείται στιβαρά πραγματιστική η ίδια μένει με την ειρωνεία ως όργανο όχι μόνο υπονόμευσης αλλά και αυτοϋπονόμευσης, όπως καθαρά δείχνει το τελευταίο ποίημα «Άσε μας κουκλίτσα μου»:
Minima(λ) moralia
Η πρόταση είχε πια υπερβεί την ενηλικίωσή της. Αποχαιρέτησε οριστικά τον μυστικοποιημένο αισθητισμό που τη συνόδευε για χρόνια και απομακρύνθηκε μονολογώντας «όποιος τη νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί».
Ξημέρωνε…
Η αναφορά στα Minima moralia του Αντόρνο, συναφής με τις σπουδές της Μάκη στην Κριτική Θεωρία και την Ανάλυση Λόγου, πέρα από το ότι μας αποκαλύπτει αρκετές από τις πηγές της ποιητικής κοσμοαντίληψής της, χρησιμεύει και ως υποβολείο της βασικής της θέσης για την αντιφατικότητα που διέπει το δρων υποκείμενο, εδώ της γραφής, που αναμετρώμενο με τον εαυτό του διαπιστώνει τα όρια του και την αποτυχία να ορίσει το πεδίο όπου η εκκρεμότητα, η αβεβαιότητα εκλείπουν και αεί μαχόμενο να καταργήσει τον εαυτό του ως φορέα του ψεύδους.
Μια τέτοια αντίληψη της πραγματικότητας αναζητά και μια ανάλογη ποιητική γλώσσα. Στεγνή γλωσσική κατάστρωση, απουσία της πεποικιλμένης έκφρασης, λόγος προσγειωμένος, συχνά αποφαντικός, άλλοτε συμπυκνωμένος σε ολιγόστιχη αφήγηση άλλοτε πιο αναλυτικός, ασυγκίνητη, αποστασιοποιημένη πεζολογία, σαρκαστικές αποστροφές, αυτοαναφορά, μορφική ρευστότητα συνθέτουν ένα έργο εγκεφαλικό, δύσκολο. Πρέπει να διεξέλθεις πολύ προσεκτικά τα κείμενα, να αναζητήσεις μερικές φορές το εξωποιητικό περικείμενο που αποτελεί την αφορμή της έμπνευσης, πράγμα που σου αφήνει στο τέλος την ικανοποίηση μιας νοητικής άσκησης και όχι μιας αισθητικής εμπειρίας που ως αναγνώστης είχες. Υπάρχουν κείμενα πιο άρτια, κατά τη γνώμη μου, όπως «Αμφισβληστροειδής κύρτωση στην ταράτσα», «Ήφαιστος», «Πέτρες» «Ζωηροί ζαχαροπλάστες», «Πνοή», «Σημαδούρες», γιατί σε αυτά αναγνωρίζω πιο συνεκτική αλληλουχία του υλικού, πιο ομοιογενείς γλωσσικές επιλογές που δημιουργούν μια ομαλή συστοιχία μορφής και σημασίας. Υπάρχουν όμως και άλλα που είτε παραμένουν γριφώδη είτε διεμβολίζονται από ιδιοπαθείς προσωπικούς συμβολισμούς που σου δημιουργούν την εντύπωση ότι πατάς σε επισφαλές έδαφος αντιμέτωπος με κρυπτικές γλωσσικές συζεύξεις έτσι που το κείμενο γίνεται μη διαυγές, αδιαπέραστο, ενίοτε μια σπαζοκεφαλιά για τον αναγνώστη. Παράδειγμα τα «Φωνές φωνών», «Εκείνη» (η ποίηση, υποθέτω), «Τράβα λίγο παραπέρα» κ.ά. Και το πρόβλημα δεν είναι το νόημα που μπορείς να το εικάσεις, με αρκετές εφόδους κάποτε, αλλά η αισθητική πληρότητα που διαφεύγει. Σε αυτά η ποίηση παραμένει μια διανοητική άσκηση και η επικοινωνία της δημιουργού και των αναγνωστών παγιδεύεται σε μια εκκρεμή σχέση.
*
*
*
