Γράμματα στην Αννούλα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το στρατόπεδο 286 Τ.Π. στην Λήμνο είναι μια σφηκοφωλιά χτισμένη σε τρία επίπεδα, στα πόδια ενός φαλακρού λόφου, σφηνωμένου σαν προϊστορικό κρανίο στην μέση του πουθενά – ένα σύνολο από κτήρια και σκάλες και βουβές σκοπιές, καρφωμένες στο χώμα σαν κακοφτιαγμένα εικονίσματα. Όλα είναι απλά και πρόχειρα, λες και τα ’στησε για παιχνίδι ένα παιδί κι όπου να ’ναι θα τα χαλάσει. Οι τοίχοι έχουν το χρώμα της ξεβαμμένης άμμου, και η γκρίζα τσιμεντένια του όψη μοιάζει μέσα στο ξερό τοπίο σαν χταπόδι κρεμασμένο στην ταβέρνα του ήλιου, που πέφτει πάνω του δίχως έλεος και το τσουρουφλίζει. Λίγα διάσπαρτα αγκάθια –λιλιπούτειες ξιφολόγχες του άνυδρου– και μυτερά χαλίκια σαν σπασμένα δόντια. Ο αέρας επελαύνει ορμητικός απ’ το πέλαγος, τρυπώνει στα ρουθούνια, κολλάει στον ιδρώτα και τρίβεται πάνω στο δέρμα των φαντάρων σαν αόρατο γυαλόχαρτο. Αφιλόξενο τοπίο, που σε κάνει να νιώθεις πως το μέρος δεν είναι φτιαγμένο για να ζεις, αλλά για ν’ αντέχεις.

Η θάλασσα στραφταλίζει από μακριά σαν ανάμνηση ενός άλλου κόσμου. Τότε το στρατόπεδο μοιάζει με καράβι που σέρνει αλυσίδες στην στεριά: τα κτήρια γίνονται κατάρτια, οι δρόμοι γραμμές στο κατάστρωμα, κι ο χρόνος πετρώνει, σαν να τον έλουσαν με τσιμέντο και τον άφησαν να στεγνώσει.

Στα δρομάκια, ανάμεσα απ’ τα κτήρια, οι στρατιώτες περπατούν γρήγορα, λες και πηγαίνουν να παραλάβουν το απολυτήριο. Οι φωνές τους είναι κοφτές κι οι συζητήσεις σύντομες. Μερικές φορές ακούγεται η σφυρίχτρα κάποιου λοχία ή το βήμα ενός περιπόλου κι η αναγνώριση ενός σκοπού. Το βράδυ, όταν ανάβουν τα φώτα, οι σκιές μεγαλώνουν, το στρατόπεδο γίνεται απόκοσμο, κι η σιωπή έχει το βάρος της χαμένης ελευθερίας.

Κι όμως, μικρές γωνιές ζωής τρυφερεύουν την αυστηρότητα του τοπίου: ένα παγκάκι όπου κάποιοι καπνίζουν, ένας τοίχος που φιλοξενεί ένα όνομα γραμμένο με κιμωλία, το ΚΨΜ που μοσχοβολάει καφέ και σουβλάκι, κι ένα γέλιο που ακούγεται ξαφνικά, σαν να δραπέτευσε από μια φωτογραφία του έξω κόσμου που κοιμάται στο πορτοφόλι ενός φαντάρου. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα παραγγέλματα και στις σκοπιές και στις λίγες ώρες της ανάπαυλας, γεννιούνται φιλίες, μικρές εξεγέρσεις και ανείπωτα μυστικά.

Στην Λήμνο ο αέρας κόβει σαν λεπίδι, όμως εκείνο το χαρτί που βρήκα στα σκουπίδια έκαιγε σαν κάρβουνο. Ήταν σκισμένο σε πολλά κομμάτια, που προσπάθησα να τα ενώσω στην σκοπιά το βράδυ. Κάποια έλειπαν, μα νόημα έβγαινε:

Αγάπη μου,

Το γράμμα σου ήρθε μια ώρα που το είχα ανάγκη… χωρίς να το ξέρω. Το κράτησα λίγο στα χέρια μου πριν το ανοίξω, σαν να φοβόμουν μήπως φύγει αν βιαστώ. Όταν διάβασα τις λέξεις σου, ένιωσα πως ήσουν εδώ, πως καθόσουν απέναντί μου και… Ξέρεις… καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς γίνεται να μου λείπει κάποιος τόσο πολύ ενώ… Κι όμως, σε νιώθω κοντά μου. Σαν να περπατάς δίπλα μου όταν γυρίζω σπίτι, σαν ν’ ακουμπάς τον ώμο μου όταν κουράζομαι… Μου λείπει αυτό που δεν έχουμε ζήσει ακόμα, κι όμως το κουβαλώ σαν ανάμνηση… Σε περιμένω, όπως περιμένεις να ξημερώσει. Ξέρω πως… δεν θα χρειαστούν πολλά λόγια. Θα τα έχουμε ήδη πει… Να προσέχεις. Ν’ αντέχεις. Κι όταν κουράζεσαι, να θυμάσαι πως εδώ υπάρχει μια καρδιά που χτυπά πιο δυνατά κάθε φορά που βλέπει τ’ όνομά σου στον φάκελο.

Σε φιλώ γλυκά

Αννούλα

Χριστέ μου! Ποια γυναίκα θα έγραφε τέτοια λόγια σ’ έναν φαντάρο κι εκείνος θα πέταγε το γράμμα της στα σκουπίδια για να το βρω εγώ; Και μάλιστα θα το είχε σκίσει πιο πριν σε τόσα κομμάτια;

Πάει, την ερωτεύτηκα την Αννούλα! Από κείνη την νύχτα και μετά, φύλαγα το σκισμένο γράμμα στην τσέπη του χιτωνίου μου σαν αντίδωρο. Και, φυσικά, συχνά-πυκνά επισκεπτόμουν τον ίδιο σκουπιδοτενεκέ και κρυφοκοίταζα μήπως εντοπίσω και το επόμενο. Οι άλλοι φαντάροι με πήραν πρέφα και νόμιζαν πως το ’χω χούι να ψάχνω στα σκουπίδια σαν ρακοσυλλέκτης. Ντράπηκα και πήγαινα τα βράδια πλέον, όταν έπεφτε το προστατευτικό σκοτάδι. Δεν έβρισκα τίποτα και περιπλανιόμουν στις σκιές σαν φάντασμα: στην Βόρεια Πύλη, στον όρχο, κατά μήκος των συρματοπλεγμάτων. Κέρναγα τσιγάρο τους σκοπούς, έπιανα κουβέντα με τα περίπολα κι ύστερα καθόμουν αποκαμωμένος στα σκαλοπάτια και κοίταγα το στερέωμα, φτιάχνοντας μ’ αστέρια το πρόσωπο της Αννούλας, όπως ενώνεις τις τελίτσες για να σχηματίσεις μια εικόνα σ’ ένα περιοδικό με γρίφους και σταυρόλεξα. Δεν άφησα σκουπιδοτενεκέ άψαχτο στο στρατόπεδο. Κι όπου έβλεπα χαρτάκι, το ανασήκωνα λες κι ήτανε λαχείο. Μα δεν ξαναβρήκα τίποτα. Με βρήκε όμως η Αννούλα, ανέλπιστα, όπως τα πιο όμορφα πράγματα στην ζωή.

Ήμουν στο ΚΨΜ κι έπινα καφέ δίπλα απ’ την μοναδική βιβλιοθήκη του στρατοπέδου. Είχα εντοπίσει μια ανθολογία και διάβαζα για πολλοστή φορά «Το ταξίδι» του Παλαμά:

Μου σφίγγει ο καημός, σα θηλιά το λαιμό
και μες στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι.
Παράξενο θέλω ν’ αρχίσω ταξίδι,
χωρίς, μα χωρίς τελειωμό…

Εκεί με συνάντησε ο Νίκος, νέος στρατιώτης από τον δίπλα θάλαμο του λόχου μου. Ψηλός, χειροδύναμος σαν αρκούδα, με μαύρα μαλλιά χωρίστρα και πρόσωπο συμπαθητικό, αν έλειπε εκείνο το ανατριχιαστικό σκίσιμο του πάνω χείλους, που έφτανε ως το μισό του μάγουλο. Έπεσε κάποτε με την μηχανή σ’ έναν φράχτη με αγκαθωτό σύρμα –όπως μας είπε μια βραδιά που πίναμε τσίπουρα δίπλα απ’ την σόμπα και ψήναμε τυρί κίτρινο για μεζέ στο τενεκεδάκι– κι από τότε μίλαγε ψευδά και πέταγε σάλια σε κάθε του λέξη.

«Δημήτρη, θ’ έπθαχνα!» μου είπε, πλησιάζοντας με τα βαριά του βήματα.

«Κάτσε, ρε Νίκο, θες καφέ;»

«Δεν προλαβαίνω, πάω θκοπιά θε λίγο».

«Ε, πάρ’ τον μαζί σου τότε».

«Όχι, όχι, άλλο θέλω…»

«Έλα, πες…»

«Να, εγώ, κθέρειθ… τα ’χω με μια κοπέλα…»

«Ε, ναι, ρε Νίκο! Με κοπέλα εννοείται, με τον επιλοχία θα τα ’χες;» αστειεύτηκα.

Εκείνος κοίταξε το ρολόι του – βιάζονταν…

«Θ’ έχω δει πολλέθ φορέθ που διαβάδειθ εδώ. Απ’ όλουθ εδώ μέθα, δηλαδή, μόνο εθένα έχω δει να διαβάδειθ. Κι αφού διαβάδειθ, θα γράφειθ κιόλαθ, ε;»

«Κι ο παππούλης μου διάβαζε κάθε μέρα εφημερίδα, μα δεν έγραφε, Νίκο!» αστειεύτηκα πάλι.

Ο Νίκος χτυπούσε ανυπόμονα το πόδι του στο δάπεδο – ο χρόνος τον πίεζε…

«Μπορείθ να μου κάνειθ μια μεγάλη χάρη, Δημήτρη; Κι εγώ θα θτο χρωθτάω! Θα φυλάκθω το νούμερό θου ή θα πάω Καλλιόπη ή θτο Πλοίο τηθ Αγάπηθ θτη θέθη θου» (εννοούσε θα φυλάξει σκοπιά για μένα ή θα πάει να καθαρίσει τουαλέτες ή με την σκουπιδιάρα για αγγαρεία).

«Πες, ρε, μ’ έσκασες!» τον παρότρυνα. Αν και με δυσκολία κρατήθηκα να μην μιμηθώ το ψεύδισμά του: «Πεθ, ρε, μ’ έθκαθες!» όχι για να τον κοροϊδέψω αλλά αυθόρμητα, μιας και το κουσούρι αυτό είναι μεταδοτικό.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, μου ζήτησε ν’ απαντήσω σ’ ένα γράμμα της κοπέλας του, που πολύ τον μπέρδευε, μιας κι εκείνη ήταν φοιτήτρια της φιλολογίας, ενώ αυτός θ’ ακολουθούσε το επάγγελμα του πατέρα του: τορναδόρος. Μου πάσαρε το γράμμα κι έγινε μπουχός.

Διαβάζοντας στον φάκελο το όνομα του αποστολέα πάνιασα: Αννούλα… Ο γραφικός χαρακτήρας ίδιος με αυτόν του γράμματος που βρήκα στα σκουπίδια. Και το στιλ γραψίματος όπως εκείνο που ήξερα:

Αγάπη μου,

Διάβασα το γράμμα σου αργά, με μια ανάσα ανάμεσα στις σειρές, σαν να φοβόμουν πως αν βιαστώ θα προδώσω αυτό που μου ξύπνησες. Δεν σου κρύβω πως κοκκίνισα. Όχι από ντροπή, από επιθυμία… Υπάρχουν βράδια που το σώμα μου θυμάται πριν από μένα. Που κλείνω τα μάτια και σε νιώθω κοντά, τόσο κοντά που η απόσταση γίνεται χάδι… Σαν να μ’ ακουμπάς χωρίς να μ’ αγγίζεις, σαν ν’ αφήνεις τη σκέψη σου πάνω μου και να με μαθαίνεις από μέσα. Εκεί, ανάμεσα στη φαντασία και στην προσμονή, χάνομαι γλυκά… Θέλω να σου πω πως σε θέλω. Όχι κραυγαλέα, αλλά βαθιά. Με τρόπο που με κάνει να ανασαίνω αλλιώς. Με τρόπο που με κάνει να φαντάζομαι τα χέρια σου να πλησιάζουν χωρίς βιασύνη, να σταματούν λίγο πριν, μόνο και μόνο για να δυναμώσει η επιθυμία. Μ’ αρέσει αυτή η αναμονή. Με μεθά… Αν ήσουν εδώ, θα σου μιλούσα χαμηλόφωνα. Θ’ άφηνα το σώμα μου να σου απαντήσει πρώτο…. Κράτα με έτσι στο μυαλό σου απόψε. Όχι ντυμένη, όχι γυμνή, αλλά ανοιχτή. Σαν υπόσχεση που τρέμει λίγο πριν γίνει αλήθεια.

Σε φιλώ γλυκά

Αννούλα

Από κείνη την μέρα έγινα ο Συρανό της Λήμνου. Έγραφα με την φωνή ενός άλλου, μα με την καρδιά την δική μου. Κατόπιν ο Νίκος αντέγραφε το γράμμα μου, με τον γραφικό του χαρακτήρα, και το έστελνε.

Αννούλα μου,

Η μέρα κύλησε βαριά, μα εσύ την έκανες πιο ελαφριά χωρίς να το ξέρεις. Εδώ ο χρόνος δεν μετριέται με ρολόγια, αλλά με αναμονές. Περιμένω την στιγμή που θα σου γράψω, όπως άλλοι περιμένουν την άδεια ή το γράμμα από το σπίτι τους. Κι όταν παίρνω χαρτί και μολύβι, νιώθω πως μικραίνει η απόσταση που μας χωρίζει. Υπάρχω, για να ξέρεις ότι κάπου υπάρχει ένα μέρος που σου ανήκει. Ονειρεύομαι την μέρα που δεν θα χρειάζεται να σου γράφω, μα θα σου μιλάω. Που θα σε κοιτάζω και θα καταλαβαίνεις. Μέχρι τότε, σου στέλνω αυτά τα λόγια σαν ανεπίδοτο χάδι. Να προσέχεις. Και να με περιμένεις, όπως περιμένω κι εγώ.

Δικός σου

Νίκος

Όταν ήρθε η απάντηση, οι λέξεις ήταν τρυφερότερες, σαν ζωάκια που ξεθάρρεψαν και πλησιάζανε να τα χαϊδέψω:

Μου λείπεις όσο δεν φαντάζεσαι. Μου λείπει η φωνή σου, το χαμόγελό σου, ο τρόπος που με κοιτάς και με κάνεις να νιώθω η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου. Ξέρω πως εκεί που βρίσκεσαι τα πράγματα δεν είναι εύκολα, όμως θέλω να θυμάσαι ότι ο χωρισμός μας –αντίθετα απ’ την αγάπη μας– δεν θα κρατήσει για πάντα. Είμαι περήφανη για σένα, για την δύναμή σου και το θάρρος σου. Κάθε μέρα μετράω αντίστροφα μέχρι να σε ξαναδώ, να σ’ αγκαλιάσω σφιχτά και να μην χρειάζεται πια να σου γράφω πόσο μου λείπεις, αλλά να στο ψιθυρίζω από κοντά. Μέχρι τότε, κράτα αυτό το γράμμα σαν μια αγκαλιά από μένα. Να προσέχεις τον εαυτό σου και να θυμάσαι πως σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο χωράνε οι λέξεις.

Σε φιλώ γλυκά

Αννούλα

Έτσι άρχισε. Ένα γράμμα την εβδομάδα. Της μιλούσα για το νησί, για την μοναξιά του θαλάμου, για το πώς μια σκέψη μπορεί να σε κρατήσει όρθιο στην αναφορά, στην σκοπιά το βράδυ – στην ίδια σκοπιά που πέρσι κάποιος αυτοκτόνησε, κόβοντας τις φλέβες του με την ξιφολόγχη και γράφοντας τ’ όνομα της αγαπημένης του πάνω στον τοίχο. Τον έβαψαν με ασβέστη για να σκεπάσουν το αίμα, όμως εκείνο αχνοφέγγει από κάτω ακόμα, σαν φάντασμα που διαρκώς επιστρέφει για να θυμίζει πως τίποτα δεν τέλειωσε. Όλα εδώ παραμονεύουν: η αγάπη, η ξιφολόγχη, οι φλέβες. Μόνο τα ονόματα αλλάζουν – οι επιθυμίες μένουν ίδιες, αόρατα βαμπίρ που καραδοκούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να μας ρουφήξουν το αίμα.

Εκείνη απαντούσε μ’ εμπιστοσύνη, με ανυπόκριτη τρυφερότητα και ανοικονόμητο πάθος. Έγραφε πως ο έρωτας είναι μια επιστολή που δεν τελειώνει…

Σιγά-σιγά, τα γράμματα έγιναν καθρέφτες. Την έμαθα χωρίς να την βλέπω: πώς γελούσε, πώς μάζευε τα μαλλιά της, πώς έτρεμε την σιωπή και την απόσταση. Έμαθε κι αυτή εμένα ή έτσι νόμιζε. Κι ούτε φαντάζονταν πως φύτευα μικρά ψέματα ν’ ανθίσουν, δημιουργώντας μια τεχνητή άνοιξη ανάμεσά μας.

Αννούλα μου,

Απόψε δεν θέλω να σου γράψω ήσυχα, μα να σου γράψω όπως σε σκέφτομαι, χωρίς να κρύβομαι πίσω απ’ τις λέξεις. Θέλω να νιώσω την ζεστασιά σου, να χαθώ στην μυρωδιά σου. Όχι με βιασύνη, αλλά με την λαχτάρα που μεγάλωσε η προσμονή. Αν ήσουν εδώ, δεν θα μιλούσα πολύ. Θ’ άφηνα τα χέρια μου να σου πουν όσα δεν τολμώ να γράψω. Κράτα αυτά τα λόγια σαν ψίθυρο. Σαν κάτι που γράφτηκε για να το διαβάσεις μόνη σου, αργά και μεθυστικά, όπως θα έπινες ένα ποτήρι κρασί, όπως θα έπινες τα φιλιά μου, με χείλια υγρά και κατακόκκινα μάγουλα. Έτσι σε σκέφτομαι. Έτσι σε θέλω.

Δικός σου

Νίκος

 Μια μέρα ήρθε ένα γράμμα τηλεγραφικό. Λιγότερες λέξεις, περισσότερο πάθος:

Θέλω να σε δω, θέλω να μου κάνεις έρωτα… Έρχομαι στην Λήμνο το Σάββατο.

 Ξενοδοχείο Apollo, ραντεβού στις 12.

 Σε φιλώ γλυκά

 Αννούλα

 Το χαρτί τρεμόπαιξε στα χέρια μου, σαν φωτάκι νυκτός πριν καεί. Έστειλε και μια ημίγυμνη φωτογραφία της με μπουρνούζι, λες και μόλις βγήκε από το μπάνιο και δεν πρόλαβε να ντυθεί ή σαν να μισογδύθηκε για να μπει. Ήταν όπως την φαντάστηκα: ψηλή, μελαχρινή, μαυρομάλλα. Πρόσωπο θελκτικό, καμπύλες που σου έκοβαν την ανάσα. Τόση εγγύτητα σ’ ένα κομμάτι χαρτί, τόση γύμνια τυλιγμένη σε ύφασμα, τόση ζεστασιά σ’ έναν χώρο που μύριζε μέταλλο και πειθαρχία. Εκείνη ένα άνοιγμα. Εγώ εγκλωβισμένος. Κι ανάμεσά μας η απόσταση, σαν τοίχος από λεπτό γυαλί: διάφανο, κοφτερό, έτοιμο να σπάσει με το παραμικρό άγγιγμα.

Έδωσα στον Νίκο το γράμμα με την φωτογραφία, λες και του έδινα την καρδιά μου, κι έπεσα σε κατάθλιψη. Εκείνος τρελάθηκε απ’ την χαρά του. Εγώ του έγραψα σ’ ένα χαρτί, για ν’ αποστηθίσει, δυο-τρεις ατάκες απ’ τα υποτιθέμενα γράμματά του – αυτό θα της άρεσε, την ήξερα πια καλά:

 Υπάρχω, για να ξέρεις ότι κάπου υπάρχει ένα μέρος που σου ανήκει…

 Θέλω να νιώσω την ζεστασιά σου, να χαθώ στην μυρωδιά σου.

 Όχι με βιασύνη, αλλά με την λαχτάρα που μεγάλωσε η προσμονή.

Την πολυπόθητη μέρα ήμασταν εξοδούχοι και οι δύο. Ήλιος με δόντια. Ο άνεμος είχε κοπάσει, «σαν ένα πελώριο θυμωμένο πουλί, χορτασμένο απ’ τις σάρκες των σκελετόβραχων», θα έγραφε ένας ποιητής – κολοκύθια στο πάτερο!

Κατηφορίζαμε προς την Μύρινα, ο Νίκος πετούσε κι εγώ σερνόμουν.

«Θα την θυναντήθουμε μαδί», έλεγε. «Μαζί», εννοούσε στην ιδιότυπη γλώσσα του. Τα σάλια που πετούσε μ’ έλουζαν ολόκληρο. Μόνο αν ήταν γραμματόσημο η Αννούλα θ’ άξιζε ένα τέτοιο στόμα σαν το δικό του, σκέφτηκα για να γελάσω – μα δεν γέλασα. Προχωρούσαμε και δεν έμοιαζε να με πηγαίνει αυτός, ήταν σαν να τον πήγαινα εγώ, να μου… γαμήσει την γυναίκα! Περίεργο συναίσθημα, μπερδεμένο, χαζό, ηλίθιο, αδιανόητο. Σε λίγο θα έβλεπα σάρκινη εκείνη που λάτρεψα χάρτινη. Κι ενώ την χάρτινη την κράτησα στα χέρια μου και την φίλησα στα γράμματά της, την σάρκινη θα την κράταγε άλλος και θα την φίλαγε – ένας κοψαχείλης.

Έτσι μου έρχονταν να τα ξεράσω όλα στην Αννούλα. Να βγάλω απ’ την τσέπη μου το σκισμένο της γράμμα που βρήκα στα σκουπίδια. Να της θυμίσω τα λόγια που ο Νίκος θα είχε πλέον ξεχάσει:

Όταν διάβασα τις λέξεις σου, ένιωσα πως ήσουν εδώ, πως καθόσουν απέναντί μου και… Ξέρεις… καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς γίνεται να μου λείπει κάποιος τόσο πολύ ενώ… Κι όμως, σε νιώθω κοντά μου. Σαν να περπατάς δίπλα μου… σαν ν’ ακουμπάς τον ώμο μου όταν κουράζομαι… Μου λείπει αυτό που δεν έχουμε ζήσει ακόμα, κι όμως το κουβαλάω σαν ανάμνηση… Σε περιμένω, όπως περιμένεις να ξημερώσει. Ξέρω πως… δεν θα χρειαστούν πολλά λόγια. Θα τα έχουμε ήδη πει…

Η Αννούλα μας περίμενε μπροστά απ’ το ξενοδοχείο Apollo, κάτω απ’ το Κάστρο της Μύρινας. Φορούσε μαύρες μπότες μέχρι το γόνατο, γυαλισμένες από την υγρασία του νησιού, καρό φούστα που αγκάλιαζε τους μηρούς της και μαύρο παλτό κουμπωμένο ψηλά, σαν να προστάτευε κάτι πολύτιμο απ’ το κρύο. Στον λαιμό της ανέμιζε ένα κασκόλ κόκκινο, σαν πανί ταυρομάχου σε αρένα κατάμεστη – μια τολμηρή πινελιά ζωής μέσα στην χειμωνιάτικη αυστηρότητα του τοπίου. Ο αέρας έπαιζε μαζί του: μια το σήκωνε, μια το άφηνε, σαν να ήθελε να κλέψει λίγη από την ζεστασιά της. Τα μαλλιά της, κατάμαυρα κι ελαφρώς ανακατεμένα, έπεφταν στους ώμους της, και κάθε τόσο τα μάζευε νευρικά πίσ’ απ’ τ’ αυτί της, σαν να μετρούσε τον χρόνο και την απόσταση που μας χώριζε. Το πρόσωπό της φωτίζονταν και σκοτείνιαζε εναλλάξ, καθώς τα σύννεφα περνούσαν πάνω απ’ το Κάστρο, και στα μάτια της καθρεφτίζονταν μια ανυπόμονη προσμονή, γεμάτη ανησυχία και υπόσχεση.

Η συνάντηση έγινε δίχως λέξεις…

Ο Νίκος έπεσε στην αγκαλιά της σαν να γύριζε απ’ τον πόλεμο. Τα μαλλιά της σκέπασαν το πρόσωπό του, όπως η νύχτα ένα βομβαρδισμένο τοπίο, κι έτσι δεν είδα στο σκισμένο χείλος του αν έτρεχαν σάλια καθώς την φίλαγε.

Στάθηκα λίγο πιο πίσω, όπως στέκει κανείς για ν’ αποχαιρετίσει σ’ έναν σταθμό κάποιον που φεύγει κι όχι για να ταξιδέψει ο ίδιος. Είχα δανείσει τον εαυτό μου σε έναν άλλον άντρα και, χωρίς να το καταλάβω, είχα ξεχάσει να τον πάρω πίσω.

Στεκόμουν αμήχανα και θλιμμένα, κοιτώντας το σύμπλεγμα σκεφτικός, σαν ένας συγγραφέας το κείμενό του, που τελειώνει με μια τελεία και δεν σηκώνει υποσημειώσεις. Τι μπορούσε να προστεθεί μετά την αγκαλιά τους, που έκλεινε σαν παρένθεση του ενός προς τον άλλον;

Ίσως αυτό να είναι τελικά κι η γραφή: μια selfie που τραβάς για τους άλλους, ενώ εσύ αποσύρεσαι διακριτικά απ’ το κάδρο.

Η Αννούλα δεν με είδε ή με αντιλήφθηκε σαν ίσκιο, σαν ομίχλη συμπυκνωμένη σε άνθρωπο. Ο Νίκος αποχαυνωμένος, όπως μια μέλισσα πνιγμένη στο μέλι της, με σύστησε στην κοπέλα:

«Ο Δημήτρηθ! Ο καλύτερόδ μου φίλοθ!» μουρμούρισε και μ’ έλουσε σάλια.

«Χαίρω πολύ!» είπε εκείνη κι άπλωσε το χέρι της, όπως μια πεταλούδα το φτερό της.

«Παρομοίως!» ψέλλισα και της το έσφιξα απαλά, λες κι ήταν χάρτινο και θα σκίζονταν σαν γράμμα.

«Μα γιατί δεν μου έγραψες ποτέ για τον Δημήτρη, αφού είναι τόσο φίλος σου;» απόρησε η Αννούλα.

Βλέποντας την αμηχανία του Νίκου, απάντησα για λογαριασμό του:

«Έτσι είναι οι ερωτευμένοι, δεν έχουν ούτε μάτια ούτε λόγια για άλλους!»

Εκείνη χαμογέλασε και ρώτησε:

«Λοιπόν; Πού θα με πάτε;»

Ο πληθυντικός, που με περιλάμβανε, είχε την αίσθηση ανεπίδοτης αγκαλιάς.

«Πάμε στον Καραγκιόζη; Στο Playboy ή στην Νεφέλη στο Κάστρο, να δούμε και τα ελαφάκια;» πρότεινε ο Νίκος.

«Εγώ δεν θα ’ρθω!» είπα απρόσμενα, ακόμα και για μένα. Δεν ήταν δυνατόν να έβαζα τον εαυτό μου σ’ αυτήν την διαδικασία: να συνοδεύσω δύο ερωτευμένους, ενώ κι εγώ δεν ήμουν λιγότερο ερωτευμένος με την κοπέλα, ούτε αυτή ήταν περισσότερο ερωτευμένη με τον Νίκο απ’ όσο ήταν μαζί μου, εν αγνοία της.

«Κι αν σε παρακαλέσω εγώ;» είπε το ίδιο απρόσμενα η Αννούλα.

«Ναι, Δημήτρη, θε παρακαλούμε!» άκουσα σαν ηχώ και την φωνή του Νίκου.

«Καλά, θα έρθω για έναν καφέ, αλλά μετά θα φύγω, γιατί έχω κάτι δουλειές να κάνω…» είπα, με όλη μου την αμηχανία.

Καταλήξαμε στον Ίσαλο, ένα μαγαζί με φοβερή θέα στον Ρωμαίικο Γιαλό. Εγώ παρήγγειλα καφέ σκέτο. Ο Νίκος καπουτσίνο με κρέμα, που τελικά κόλλησε στο σκισμένο χείλος του κι όταν μίλαγε πέταγε κρέμες, λες κι έβγαζε αφρούς απ’ το στόμα λυσσασμένο σκυλί. Η Αννούλα πήρε χυμό πορτοκάλι κι eggs on toast (αυγά σε φρυγανισμένο ψωμί).

Το ζευγάρι κοιτιόνταν με λατρεία και κρατιόνταν διαρκώς απ’ το χέρι. Εγώ βίγλιζα το πέλαγος και τους έριχνα κλεφτές ματιές.

«Απ’ την Λευκάδα, λοιπόν – το νησί των ποιητών!» είπε η Αννούλα, εννοώντας τον Βαλαωρίτη και τον Σικελιανό, κι όχι, φυσικά, εμένα, που δεν με ήξερε ούτε η μάνα μου. Κι όμως, με ήξερε, χωρίς να το ξέρει, εκείνη, και μάλιστα απ’ την ποιητικότερη πλευρά μου.

«Δεν ασχολούμαι εγώ μ’ αυτά. Είμαι πρακτικό πνεύμα!» απάντησα για να την ξενερώσω.

Εκείνη στράφηκε προς τον Νίκο και τον κοίταξε με λατρεία, σαν να έλεγε:

«Τι καλά που εμείς είμαστε ρομαντικοί, μωρό μου!»

Εγώ μειδίασα με αυταρέσκεια. Έπαιζα ένα ρόλο, καιρό τώρα, κι έρεπε να τον φτάσω μέχρι τέλους. Ο Νίκος μου έκλεισε διακριτικά το μάτι, λες και μ’ επιδοκίμαζε.

Η κοπέλα προσπάθησε να με διερευνήσει περαιτέρω:

«Και στον έρωτα είσαι τόσο πρακτικός, όσο λες;»

«Δεν υπάρχει έρωτας, μόνο το κουβάρι των αλλόκοτων πραγμάτων, ένα μπέρδεμα του ενστίκτου με την φαντασία, μια φαντασμαγορία του Τίποτα».

Η Αννούλα εντυπωσιάστηκε. Εγώ δαγκώθηκα. Ξέχασα πως σπούδαζε φιλολογία και της άρεσαν αυτά. Μα, εντέλει, το κουβάρι των αλλόκοτων πραγμάτων, το μπέρδεμα του ενστίκτου με την φαντασία ήμουν ο ίδιος εγώ, που αρνούμουν την πραγματικότητα και την περιέλουζα με την φαντασμαγορία των λέξεων.

«Δεν φαίνεσαι και πολύ πρακτικός μ’ όλα αυτά που λες!» είπε ναζιάρικα. «Δοκίμασε να τα γράψεις και θα δεις πως έχω δίκιο. Στο γραπτό λόγο φαίνεται ο άνθρωπος. Κι εγώ, “όταν παίρνω χαρτί και μολύβι”, για να γράψω στον Νίκο, “νιώθω πως μικραίνει η απόσταση που μας χωρίζει”».

Με κοίταξε κατάματα κι ανατρίχιασα! Εγώ τα είχα γράψει αυτά τα λόγια…

«Υπάρχω, για να ξέρεις ότι κάπου υπάρχει ένα μέρος που σου ανήκει…» απήγγειλε, έτσι στο ξεκούδουνο, και ο Νίκος την αποστηθισμένη ατάκα που του έγραψα.

«Βρε, δεν γαμιέστε!» είπα από μέσα μου, «που θα κάτσω εδώ ν’ ακούω τον εαυτό μου τρισδιάστατο;»

Πέταξα μια δικαιολογία και σηκώθηκα.

«Χάρηκα πολύ! Καλά να περάσετε», είπα.

Κι έφυγα σαν να με κυνηγούσαν…

«Μα, καλά, τι έπαθε αυτός;» άκουσα πίσω μου, σαν επωδό, την φωνή της Αννούλας.

Πέρασα απ’ την Ιλιάδα και πήρα ένα σάντουιτς. Κάθισα σ’ ένα παγκάκι να το φάω. Το μοίρασα στις γάτες, δεν είχα όρεξη. Γύρεψα τσιγάρο από έναν περαστικό. Τράβηξα δυο τζούρες και το έσβησα. Έκρυψα το πρόσωπο στις παλάμες, λες κι ήθελα να κλάψω. Δεν μπόρεσα κι έπιασα το στομάχι μου, σαν να ’θελα να ξεράσω.

Σκέφτηκα το ζευγάρι. Σε λίγο θα ανέβαινε την σκάλα του ξενοδοχείου. Θα έκλεινε η πόρτα πίσω τους, κι όλα όσα είχαν μαζευτεί και συμπιεστεί σε γράμματα θα ζητούσαν διέξοδο. Το δωμάτιο θα τους δέχονταν όπως η νύχτα τα σώματα: σαν μιαν απάντηση χωρίς ερώτηση. Οι κουρτίνες μισόκλειστες, σαν βλέφαρα που προσποιούνται ότι κοιμούνται.

Τους φαντάστηκα γυμνούς. Τους φαντάστηκα σιωπηλούς. Μ’ εκείνη την σιωπή που προηγείται της αφής, όταν το σώμα θυμάται όσα το κάνουν να λησμονήσει.

Η Αννούλα θα έβγαζε πρώτα το παλτό, ίσως αργά, ίσως αφηρημένα. Το κόκκινο κασκόλ θα έπεφτε στο πάτωμα, σαν σκισμένη σελίδα γράμματος που πετάχτηκε στα σκουπίδια αδιάβαστο ή διαβασμένο από λάθος άτομο.

Η Αννούλα θα γυρνούσε προς το παράθυρο και θα τραβούσε την βαριά κουρτίνα. Το δέρμα της θα έπαιρνε το χρώμα της νύχτας, εκείνο το βαθύ, ανεξιχνίαστο μπλε που έχουν τα πράγματα όταν χάνονται. Η ανάσα της θ’ ακούγονταν πεντακάθαρα, σαν νερό που γεμίζει το ποτήρι. Και τότε ο χρόνος θα μαλάκωνε. Θα γινόνταν ύφασμα λεπτό, σχεδόν διάφανο, που το αγγίζεις και σκίζεται μόνο του.

Μπορεί, βέβαια, απλώς να γαμιόνταν σαν σκυλιά. Να δαγκιόνταν, να γδέρνονταν, να σαλιώνονταν σαν συστρεφόμενα φίδια. Μπορεί να έσμιγαν και ξενέρωτα, σαν νευρόσπαστα, κι ο έρωτας να ήταν μια ασυνέχεια, όπως αυτή των γραμμάτων, που συνεχίστηκε από τρίτο χέρι.

Αυτός ο τρίτος, που ήμουν εγώ, τι ρόλο θα έπαιζε αν ήταν ο δεύτερος; Αν ήμουν ο Νίκος αλλά χωρίς να είμαι αυτός, αν ήμουν αυτός σαν να ήμουν εγώ – αν ήμουν στην θέση του, στο ξενοδοχείο με την Αννούλα, τι θα συνέβαινε;

Αλλά και πάλι, αν δεν υπήρχε ο Νίκος, όλα θα ήταν αλλιώς.

Επέστρεψα στο στρατόπεδο σαν να με πήγαιναν για εκτέλεση. Μπήκα στο ΚΨΜ, πήρα έναν καφέ, πήγα στην βιβλιοθήκη, έπιασα την ανθολογία και ξαναδιάβασα το ποίημα του Παλαμά – λες και το ’γραψε για μένα:

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Μου σφίγγει ο καημός, σα θηλιά το λαιμό
και μες στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι.
Παράξενο θέλω ν’ αρχίσω ταξίδι,
χωρίς, μα χωρίς τελειωμό.
 
Το δρόμο μ’ αργά να τραβώ, να τραβώ,
αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω
με κόσμο τυφλό και βουβό.
 
Να νιώθω τριγύρω πλατιά ερημιά,
κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβησμένα,
ψηλά να μη φέγγει αστέρι κανένα,
και κάτου γυναίκα καμιά.
 
Ε! ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ,
ατέλειωτο, έρμο, σ’ αγνώριστη χώρα,
δε θα ’χω περίσσια λαχτάρα σαν τώρα,
Αγάπη, από σε να χαθώ!

Από Δευτέρα, έπιασα πάλι το στιλό:

Αννούλα μου,

Ο αέρας της Λήμνου κρατάει κάτι απ’ τ’ άρωμά σου…

Κι εκείνη μ’ απάντησε:

Δημήτρη μου,

Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, κατάλαβα πως τα γράμματα του Νίκου τα γράφεις εσύ…

*

*

*