H δημοκρατία αποχωρεί – μαζί με το κράτος δικαίου

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Η «κατάσταση εξαίρεσης» ή «έκτακτης ανάγκης» είναι μια έννοια που συνδέεται με τον Καρλ Σμιτ[1]. Συνδεδεμένη με την έννοια αυτή είναι η έννοια της κυριαρχίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του Σμιτ, «κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης»[2]. Τη θέση αυτή που στη σμιτιανή ανάγνωση αφορά κατά βάση στην πολιτική διαδικασία, ο Αγκάμπεν[3], την επεκτείνει σύμφωνα με τη δικιά του προβληματική περί βιοπολιτικής και γυμνής ζωής:

«Η άμεση βιοπολιτική σημασία της κατάστασης εξαίρεσης ως αρχετυπικής δομής στην οποία το δίκαιο εμπερικλείει το έμβιο ον μέσω της ίδιας του της αναστολής αναδεικνύεται σαφώς με τη στρατιωτική διαταγή (military order) που εξέδωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ στις 13 Νοεμβρίου 2001. Σύμφωνα με αυτή, νομιμοποιείται η «αόριστη κράτηση» (indefinite detention) και η παραπομπή σε δίκη από «στρατιωτικές επιτροπές» (military commissions) –για να μη συγχέονται με τα στρατοδικεία που προβλέπονται από το δίκαιο του πολέμου– των μη πολιτών οι οποίοι θεωρούνται ύποπτοι για συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες… Η καινοτομία της «διαταγής» του προέδρου Μπους του Νεώτερου έγκειται στο γεγονός ότι απογυμνώνει το άτομο από κάθε νομική υπόσταση, δημιουργώντας έτσι μια οντότητα που δεν μπορεί ούτε να κατονομαστεί ούτε να κατηγοριοποιηθεί νομικά»[4].

Βασικό χαρακτηριστικό του πλέγματος των διεθνών σχέσεων είναι η παράξενη σχέση μεταξύ της ύπαρξης και απουσίας νόμου, μεταξύ νόμου και ανομίας. Ο Αγκάμπεν θεωρεί ότι η κατάσταση εξαίρεσης εγκαθιδρύει μια κρυφή, αλλά θεμελιώδη σχέση μεταξύ της ύπαρξης και της απουσίας νόμου. «Η κατάσταση εξαίρεσης δεν είναι μια μορφή ειδικού δικαίου (όπως το δίκαιο του πολέμου), αλλά, όπως η αναστολή της ίδιας της έννομης τάξης, προσδιορίζει το κατώφλι της ή, αλλιώς, την οριακή έννοιά της» [5]. Αυτό που εύκολα παρατηρείται στο πλέγμα των διεθνών σχέσεων και στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, δυστυχώς έχει αρχίσει να γίνεται όλο και πιο εμφανές και στα σύγχρονα κοινοβουλευτικά καθεστώτα.

«Όλο και περισσότερο επεκτείνεται οι αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας σε νομοθετικό πλαίσιο μέσω της έκδοσης διαταγμάτων και μέτρων, ως συνέπεια της εξουσιοδότησης που περιέχεται στους αποκαλούμενους «εξουσιοδοτικούς νόμους». Ως τέτοιοι νοούνται οι νόμοι εκείνοι με τους οποίους παραχωρείται στην εκτελεστική εξουσία μια εξαιρετικά ευρεία ρυθμιστική αρμοδιότητα, και ιδίως η αρμοδιότητα να τροποποιεί και να καταργεί μα διατάγματα τους ισχύοντες νόμους….Στην πραγματικότητα, η προοδευτική διάβρωση των νομοθετικών εξουσιών του κοινοβουλίου, που συχνά σήμερα περιορίζεται στην επικύρωση μέτρων τα οποία εκδίδονται από την εκτελεστική εξουσία με διατάγματα που έχουν ισχύ νόμου, έχει γίνει κοινή πρακτική»[6].

Το ερώτημα που για μας έχει ενδιαφέρον είναι το ακόλουθο: τι σημαίνει η συγκεκριμένη θέση για τη σημερινή παγκόσμια πολιτική συγκυρία; Κατά την άποψή μας σημαίνει ότι η κατάσταση εξαίρεσης ή έκτακτης ανάγκης έχει καταστεί ή τείνει να καταστεί (σε μια ελαφρότερη έκφραση) παράδειγμα διακυβέρνησης. Ενώ αρχικά κατανοούνταν σαν κάτι το ασυνήθιστο, μια εξαίρεση, η οποία μπορούσε να ισχύσει μόνο για περιορισμένη χρονική περίοδο, μέσω του ιστορικού μετασχηματισμού της κατέστη σήμερα φυσιολογική μορφή της διακυβέρνησης. Όπως σημειώνει ο Αγκάμπεν, μέσω αυτής της έννοιας μπορούν να δειχθούν οι συνέπειες αυτής της αλλαγής σε σχέση με το κράτος και τις δημοκρατίες στις οποίες ζούμε. «Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της κατάστασης εξαίρεσης –η προσωρινή κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία– φανερώνει την τάση της να μετατρέπεται σε μόνιμη πρακτική διακυβέρνησης»[7].

Κλασσικό παράδειγμα των ημερών μας είναι αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ. Γράφει ο Γιούργκεν Χάμπερμας:

«Εν τω μεταξύ, η δεύτερη θητεία του Τραμπ έφερε αυτό που είχε ανακοινωθεί εδώ και καιρό στο προγραμματικό έγγραφο του Ιδρύματος Heritage: την πλέον σχεδόν αναστρέψιμη διάλυση του παλαιότερου φιλελεύθερου-δημοκρατικού καθεστώτος, ακολουθώντας ένα μοτίβο που εμείς στην Ευρώπη είχαμε ήδη γνωρίσει από το παράδειγμα της Ουγγαρίας και άλλων κρατών. Αυτοί οι νέοι τύποι αυταρχικών καθεστώτων προφανώς δεν μπορούν να αποδοθούν στις ιδιαίτερες συνθήκες μιας αποτυχημένης μετάβασης από τις μετασοβιετικές μορφές διακυβέρνησης. Πιθανότατα αποτελούν περισσότερο προάγγελο της δημοκρατικά νομιμοποιημένης διάλυσης της παλαιότερης δημοκρατίας στη γη και της ταχείας οικοδόμησης και επέκτασης μιας τεχνοκρατικά διοικούμενης φιλελεύθερης-καπιταλιστικής μορφής διακυβέρνησης. Αυτό που παρατηρούμε στις ΗΠΑ είναι την ίδια αυτή μετάβαση από το ένα «σύστημα» στο άλλο – μια μετάβαση που δεν είναι καν ιδιαίτερα ύπουλη, αλλά μάλλον δυσδιάκριτη μπροστά σε μια λίγο πολύ παράλυτη αντιπολίτευση: οι τελευταίες ή προτελευταίες δημοκρατικές εκλογές ήταν η προαναγγελθείσα έναρξη μιας ταχείας, αυθαίρετης-αυταρχικής επέκτασης μιας εκτελεστικής εξουσίας που έχει ταυτόχρονα περικοπεί και εκκαθαριστεί. Ο Τραμπ καταχράται αυτή την εξουσία χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αντιρρήσεις ενός νομικού συστήματος που τώρα καταλήγει στο κενό και σταδιακά καταρρέει εκ των άνω.

Ο Πρόεδρος αρχικά αφαίρεσε νομοθετικές εξουσίες από το Κογκρέσο με την αυστηρή δασμολογική του πολιτική και προσπαθεί να περιορίσει σταδιακά την ανεξαρτησία του Τύπου και του πανεπιστημιακού συστήματος. Στη συνέχεια, εκφόβισε την αντιπολίτευση μέσω της απρογραμμάτιστης ανάπτυξης της Εθνοφρουράς σε μεγάλες πόλεις όπως το Λος Άντζελες, η Ουάσινγκτον και το Σικάγο. Η απλή παρουσία τους σηματοδοτεί την προθυμία της κυβέρνησης να αναπτύξει τον στρατό –που έχει ήδη υποταχθεί στις υψηλότερες βαθμίδες του– εναντίον των ίδιων των πολιτών της χώρας, εάν χρειαστεί».

Αξίζει επίσης να διαβάσει κανείς τη συνέντευξη που παρεχώρησε στο περιοδικό Vanity Fair η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζυ Ουάιλς για όλα τα παραπάνω θέματα.

Όπως σημειώνει ο Ζίζεκ[8], αναπάντεχος πρόδρομος αυτής της παρα-νόμιμης «βιοπολιτικής», όπου τα διοικητικά μέτρα αντικαθιστούν βαθμιαία το κράτος δικαίου, υπήρξε το δεξιό αυταρχικό καθεστώς του Αλφρέδο Στραίσνερ στην Παραγουάη κατά τις δεκαετίες του 1960-70, που οδήγησε τη λογική της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης στο αξεπέραστο παράλογο άκρο του. Την εποχή του Στραίσνερ η Παραγουάη ήταν –με όρους συνταγματικής τάξης– μια «κανονική» κοινοβουλευτική δημοκρατία με διασφαλισμένες όλες τις ελευθερίες. Όμως λόγω της πάλης ανάμεσα στην ελευθερία και στον κομμουνισμό, υπήρχε μια μόνιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης με αναστολή των σημαντικότερων άρθρων του Συντάγματος (κυρίως αυτά που αφορούσαν στα δικαιώματα του πολίτη) επ’ άπειρον. Έτσι η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης είχε μεταμορφωθεί σε μια κανονική κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή αναφερόταν και η εξαιρετική ταινία του Κώστα Γαβρά Κατάσταση πολιορκίας.

Ακόμη χειρότερη απ’ όλα είναι η απροκάλυπτα εμφανιζόμενη δημόσια συζήτηση περί επαναφοράς των βασανιστηρίων ως μέσου υποστήριξης… των δημοκρατικών θεσμών. Μάλιστα στη γειτονική μας Ιταλία, επί κυβερνήσεως Μπερλουσκόνι, κατατέθηκε υπό μορφή σχεδίου νόμου μια άκρως αμφιλεγόμενη τέτοιου είδους πρόταση[9]. Όλο και περισσότερο «πολιτικοποιείται» η ζωή, η «γυμνή ζωή», η «ιερή ζωή», οδηγώντας σε καταστάσεις που λίγο απέχουν από τον ολοκληρωτισμό. Το πρώτο βήμα σε αυτήν τη κατεύθυνση γίνεται με την απόφαση να δοθεί η πρωτοκαθεδρία στο ιδιωτικό επί του δημοσίου, ως αποτέλεσμα διεκδίκησης της απόλαυσης της γυμνής ζωής.

«Αυτή είναι η δύναμη και συνάμα η βαθύτερη εσωτερική αντίφαση της νεωτερικής δημοκρατίας : δεν καταργεί την ιερή ζωή, αλλά τη συνθλίβει και τη διασπείρει σε κάθε ατομικό σώμα, μετατρέποντάς την σε διακύβευμα της πολιτικής σύγκρουσης».[10]

Όμως το πλέον συνταρακτικό και υπό μιάν έννοια παράδοξο είναι το ότι οι δυτικοί άνθρωποι «πείθονται» για την ανάγκη αυτών των μέτρων οδηγούμενοι σε κατάσταση εθελοδουλίας[11] . Ο σημερινός Δυτικός τείνει σιγά-σιγά, όπως σημειώνει ο Ζίζεκ, προς την φελαχοποίησή του . Ο ψυχισμός του έχει εξαντληθεί. Μάλιστα αποδέχεται με περίεργη παθητικότητα τις πρακτικές των πολιτικών του ηγεσιών. Είναι διαπιστωμένο και αποτελεί περίεργο αλλά αληθές γεγονός: από τη στιγμή που η φυλή δέχτηκε δημοσίως ότι ο κ. Χ είναι μεγάλος αρχηγός, όπως γράφει ο Κάφκα στην «Τραγουδίστρια Ζοζεφίνα», τα πλήθη θα τον χειροκροτούν ό,τι και αν πράττει, διότι νοιώθουν μια περίεργη δέσμευση.

Είναι ολοφάνερο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια παγκόσμια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης με πρόσχημα τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, κατά των βαρόνων των ναρκωτικών, των φιλελεύθερων, της Ρωσίας, κατά ενός κακού που πάντοτε είναι εκεί για να αποτελέσει το άλλοθι, κάτι που νομιμοποιεί ολοένα και περισσότερες αναστολές των νόμιμων δικαιωμάτων όλων των ειδών. Η δημοκρατία ουσιαστικά βρίσκεται σε κατάσταση αναστολής. Ή μήπως σε πλήρη αποχώρηση από τη σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας; Μαζί της καταρρέει και κάθε έννοια κράτους δικαίου.

///
[1] C. Schmitt, Πολιτική Θεολογία. Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία περί κυριαρχίας, Λεβιάθαν 1994.
[2] Ό.π., σελ. 17
[3] G. Agamben, Stato di Eccezzione, Bollati Borigheri, Tορίνο 2003 (ελληνική μετάφραση Κατάσταση εξαίρεσης, Πατάκης 2007), και του ιδίου Η Εξαίρεση και οι Κανόνες, Εκδόσεις Άρθρο 46. 2005.
[4] G. Agamben, Κατάσταση Εξαίρεσης, Πατάκης 2007, σελ. 15.
[5] Ό.π., σελ. 15.
[6] Ό.π., σελ. 21.
[7] G. Agamben, Κατάσταση εξαίρεσης, Πατάκης 2007, σελ. 22.
[8] S. Zizek, Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού, Scripta, 2003.
[9] G. Agamben, Η Εξαίρεση και οι Κανόνες, Εκδόσεις Άρθρο 46, 2006, σελ. 33-37.
[10] G. Agamben, Homo Sacer, Scripta 2005, σελ. 197.
[11] Etienne de la Boetie, Πραγματεία περί εθελοδουλείας, Πανοπτικόν, 2002.

*

*

*