Ο Εσταυρωμένος

*

Στο άλλοτε εγκαταλελειμμένο οικόπεδο, πλάι στην παλιά εργατική κατοικία που της είχε κληροδοτήσει ο οικοδόμος σύζυγος, ξεφύτρωσε μια μεζονέτα. Ήρθε και κόλλησε στον ανατολικό τοίχο του σπιτιού της και της έκλεψε τον ήλιο. Από την ημέρα που ξεκίνησαν οι εργασίες, μέχρι που κατοικήθηκε και ως σήμερα, ησυχία δεν είχε βρει. Αρχικά οι εργάτες, με τις αγριοφωνάρες, τα σκεπάρνια, τις μπετονιέρες και τα ανεβατόρια τους, χάλαγαν την ηρεμία της κυρά Μαρίκας. Αργότερα οι ένοικοι. Ο ιδιοκτήτης της μεζονέτας, μετανάστης από τη δεκαετία του ’60 στη Γερμανία, δεκάρα δεν έδινε, όσο κι αν του γκρίνιαζε η Μαρίκα στο τηλέφωνο. Συχνά πυκνά τον καλούσε να παραπονεθεί για τη φασαρία από τα καμώματα του ενοικιαστή του, που έπλητταν την ψυχική της γαλήνη. Αλλά εκείνου του έφτανε να μπαίνουν τα νοίκια στην τράπεζα.

Στο ισόγειο της διώροφης κατοικίας είχε αφήσει μια μονόχωρη γκαρσονιέρα για φοιτητές, και όλη την υπόλοιπη την νοίκιαζε σε ένα νεαρό ζευγάρι. Το δωμάτιο ήταν όλο κι όλο τριάντα τετραγωνικά και το έδινε επιπλωμένο. Εκεί μέσα ήταν στριμωγμένα: ένα κρεβάτι, το ψυγείο, το πλυντήριο, το πετρογκάζ και η σόμπα. Σε μια γωνιά είχε φτιάξει με γυψοσανίδα έναν χώρο, κυριολεκτικά δύο μέτρα επί δύο – κι αυτό ήταν το μπάνιο, όπου χωρούσαν μετά βίας ο νιπτήρας και η λεκάνη με το καζανάκι.

Μία ωραία πρωία, αντί για φοιτητής, αριβάρισε ο αιωνόβιος μπάρμπα Γεστάς. Ο «Εσταυρωμένος», όπως τον βάφτισε η Μαρίκα. Είχε τόσο καιρό να μιλήσει για την ηλικία του, που κανείς πια δεν ήξερε πόσο ακριβώς ήταν. Μια φιγούρα που λες και την είχε ξεχάσει ο χρόνος στα ενενήντα και δεν γερνούσε άλλο, ενώ όλοι γύρω του είχαν φύγει – οι φίλοι, οι συγγενείς του, ακόμη και τα παιδιά του.

Από την ημέρα που νοίκιασε τη γκαρσονιέρα, τα απογεύματα, χειμώνα-καλοκαίρι, καθόταν στην αυλή, κάτω από τη συκιά, με μια εφημερίδα. Όσο τον παρατηρούσε η Μαρίκα, κρυφά από το παραθυράκι της κουζίνας της, ένιωθε πως ο ήλιος του όλο και λιγόστευε. Η σκιά του έμοιαζε να είναι έτοιμη να φύγει οριστικά από τη μέρα. Κι όμως, είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια που ήρθε στη γειτονιά και τίποτα. Στο ίδιο σημείο κάθε απόγευμα.

Μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει και άλλο δεν έβλεπαν τα μάτια του για να διαβάσει, χωνόταν στο δωμάτιο. Μετά από λίγο άρχιζε η φασαρία, που κράταγε ως τα μεσάνυχτα. Ξεκινούσε να καρφώνει κάτι. Κάθε που νύχτωνε, η ίδια δουλειά. Έδινε την εντύπωση πως είχε να κρεμάσει άπειρα κάδρα, μόνο που επέλεγε να το κάνει σε τριάδες. Αφού χτυπούσε για ώρα, συνεχόμενα, κάτι μεταλλικό που τράνταζε τους τοίχους, κατόπιν έκανε μια παύση ολίγων λεπτών, και φτου κι απ’ την αρχή. Άλλες δύο φορές το ίδιο, ως τις ειδήσεις των οκτώ.

Όπως της είχε πει «Της γης τ’ αφτί» (η κουτσομπόλα της γειτονιάς), είχε υπάρξει πολιτικός, με μεγάλη δύναμη και πολλές αμαρτίες. Υπηρέτησε το κράτος με υποκρισία. Δίχως αφοσίωση στο εθνικό συμφέρον, παρά μόνο στο δικό του. Το χρήμα ήταν κάποτε ο ένας και αληθινός Θεός του. Τώρα, ολομόναχος και γεμάτος σακατιλίκια, ζούσε σε αυτή την κάμαρη.

Κάθε που δεν άντεχε άλλο τη φασαρία και ήθελε κάπου να τα πει, να ξαλαφρώσει, τηλεφωνούσε στον μετανάστη ιδιοκτήτη:

«Το σπίτι του είναι γεμάτο από σκουριασμένα καρφιά που έχει χώσει στους τοίχους. Κάθε καρφί και μία στιγμή του παρελθόντος, μια παλιά αμαρτία. Τα ρούχα τα κρεμάει εκεί. Τα παντελόνια του, τα πουκάμισα, το καπέλο – είναι όλα φθαρμένα, κι όμως τα κρεμά με μια παράξενη, σχεδόν ιερή προσήλωση. Ανοίγει πάντα την τηλεόραση στις οκτώ κι αρχίζει να βλαστημάει.

“Αυτοί οι πολιτικοί, όλοι τους είναι σκουπίδια! Κι ο πρωθυπουργός, η χαβούζα!”, λέει συνέχεια. Η φωνή του διαπερνά τους τοίχους. Ακούγεται σαν μια καταδίκη, ένας θυμός που φαίνεται να έχει επαναστατήσει ενάντια στην αδικία. Μας κάνει τα νεύρα κρόσσια! Κάθε βράδυ νομίζω πως περνά έξω από το σπίτι μου μια διαδήλωση!».

Η αλήθεια δεν ήταν πολύ μακριά από όσα έβαζε με τον νου της. Στις δώδεκα έμπαινε στο κρεβάτι του και κοιτούσε τις σκιές των ρούχων στον τοίχο, που του φαίνονταν σαν εσταυρωμένοι. Του θύμιζαν όλους όσους είχε βλάψει. Η εικόνα τους του προκαλούσε μια παράξενη ανατριχίλα, αλλά ήταν και μια απόκοσμη συντροφιά. Τους κοιτούσε μέχρι που η αναπνοή του έπεφτε σε έναν αργό, βαθύ ρυθμό. Πριν κοιμηθεί, μουρμούριζε συνέχεια, σαν προσευχή:

«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου».

Ευχόταν για κάτι που δεν μπορούσε να ελέγξει, για κάτι που ξεπερνούσε την ίδια του την ύπαρξη. Η ζωή του ήταν γεμάτη λάθη, και όμως, εκείνη τη στιγμή αναζητούσε την ελπίδα στην παράκληση για συγχώρεση κι ας ήξερε καλά πως δεν σώζονται όλοι οι καρφωμένοι.

Κάθε νύχτα ευχόταν να λάβει την απάντηση:

«Αληθώς σοι λέγω, σήμερον θέλεις είσθαι μετ’ εμού εν τω παραδείσω».

Όσο αυτή η φράση δεν έφτανε στ’ αυτιά του, ήξερε πως θα συνεχίσει να πληρώνει τα κρίματα με την κατάρα της αθανασίας, παρέα με τις σκιές όλων αυτών που αδίκησε, στους τοίχους, και τα λόγια τους να του ψιθυρίζουν μέσα στη μοναξιά της νύχτας.

ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΚΑΣ

* Γεστάς (ή Γιστάς), ο ληστής που σταυρώθηκε στα αριστερά του Ιησού και τον λοιδορούσε.

*

*

*