*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
Σαράντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από την επίσημη εισδοχή της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Τρεις υποσχέσεις είχαν λάβει οι Έλληνες, τρεις θετικές εξελίξεις προσδοκούσαν από την ένταξή τους το 1981. Η πρώτη ήταν η βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, η ενδυνάμωση της οικονομίας και των εισοδημάτων. Η δεύτερη, η στήριξη της διεθνούς θέσης της χώρας, ιδίως έναντι του αναθεωρητισμού της Τουρκίας, που ελάχιστα χρόνια πριν είχε καταλάβει τη βόρεια Κύπρο. Τέλος, αίτημα αυτονόητο αφού οι μνήμες της Χούντας ήταν ακόμη νωπές, οι Έλληνες προσδοκούσαν την εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Και οι τρεις αυτές προσδοκίες αποδείχτηκαν φρούδες. Οικονομικά, η Ελλάδα είναι σήμερα πολύ φτωχότερη από το 1981, συγκρινόμενη με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες. Τότε ήμασταν πιο εύποροι από τους Ισπανούς λ.χ., πολύ πιο ευκατάστατοι από τους Πορτογάλους, ενώ απείχαμε παρασάγγες από τις, κομμουνιστικές ακόμη, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σήμερα, οι μετρήσεις μάς φέρνουν έσχατους σε αγοραστική δύναμη, κυριολεκτικά στον πάτο. Και αυτό δεν είναι το μόνο. Το 1981 είχαμε ακόμη ισχυρή αγροτική παραγωγή, αξιόλογη βιομηχανία, ελάχιστο δημόσιο χρέος. Σήμερα είμαστε μια καταχρεωμένη χώρα εξαρτημένη από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.
Ανάλογα ισχύουν για την ασφάλεια της χώρας. Από το 1981 και εντεύθεν, οι τουρκικές διεκδικήσεις όχι μόνο δεν ανασχέθηκαν, αλλά γιγαντώθηκαν κιόλας, φέρνοντάς μας στα πρόθυρα του πολέμου τουλάχιστον τρεις φορές. Η μεν Κύπρος μπήκε και αυτή στην Ένωση, ωστόσο αυτό δεν παρενόχλησε καθόλου την ερωτοτροπία των εταίρων μας με την Άγκυρα. Εμείς υποχρεωθήκαμε να πάρουμε πίσω κάθε βέτο και ένσταση σχετική με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, οι Τούρκοι δεν εξαναγκάστηκαν στην παραμικρή υποχώρηση. Στην πράξη, οι ευρωπαϊκοί θεσμικοί μηχανισμοί (τελευταίο παράδειγμα τα επιχειρούμενα, έστω, περί ευρωάμυνας) έγιναν προνομιακό πεδίο της γείτονος διά των οποίων ενισχύουν την πίεση που μας ασκούν.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη στερέωση των δημοκρατικών θεσμών, η κατάληξη είναι και εδώ γνωστή. Μεταφέροντας όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κυριαρχίας της σε όργανα και μηχανισμούς αμφίβολης δημοκρατικής νομιμοποίησης, η Ελλάδα στερήθηκε συχνά το στοιχειώδες δικαίωμα της αυτοκυβέρνησης. Να θυμίσω την υπόθεση του «βασικού μετόχου» που επέτρεψε στους μηντιάρχες να διατηρήσουν το κράτος εν κράτει που έφτιαξαν; Την ακατάσχετη δικαιωματολογία που άνοιξε τον δρόμο όχι απλώς στην παράνομη, αλλά και στην υποβοηθούμενη από αλλότριες δυνάμεις μετανάστευση; Την στανική αναγνώριση των τίτλων σπουδών των διαφόρων «κολλεγίων»; Και ούτω καθεξής, και ούτω καθεξής…
Κορωνίδα όλων αυτών, ο επιδεικτικός κατεξευτελισμός τον οποίο υποστήκαμε στη διάρκεια της κρίσης 2010-2015. Ακόμη και η προσφυγή στην λαϊκή ετυμηγορία, το δημοψήφισμα της κυβέρνησης Τσίπρα, χρησίμευσε εντέλει ως οπερατικό σκηνικό για την κωλοτούμπα – την πειθήνια συμμόρφωσή μας δηλαδή προς τας υποδείξεις του ευρωδιευθυντηρίου. Παρά κάποιες ορθές σποράδην επεμβάσεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, η ουσία δεν αλλάζει. Η Ελλάδα του 2025 είναι μια χώρα πολύ λιγότερο διαφανής, ευνομούμενη και λαοκρατούμενη από εκείνην του 1981.
Με τα παραπάνω, δεν ισχυρίζομαι ότι η ευθύνη για τις δυσμενέστατες αυτές συνέπειες της ένταξης βαραίνει κατά κύριο λόγο την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλες χώρες κατόρθωσαν, ώς έναν βαθμό τουλάχιστον, πρωτίστως οικονομικά, να επωφεληθούν από την εισδοχή τους στην Ένωση. Η κύρια ευθύνη για το ελληνικό ναυάγιο βαραίνει το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Εκείνο ήταν που εκμεταλλεύθηκε και εκμεταλλεύεται κυνικά τους ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς πόρους – όχι για να εκσυγχρονίσει την χώρα και την οικονομία της, αλλά για να ενισχύσει τους πελατειακούς μηχανισμούς που το κρατούν στην εξουσία. Τελευταίο γλαφυρό παράδειγμα, ο δύσοσμος ΟΠΕΚΕΠΕ…
Οι ενωσιακές μεταβιβάσεις, η πλημμυρίδα των επιδοτήσεων και τα ποικιλώνυμα «πακέτα» δημιούργησαν το θερμοκήπιο μιας διπλής επάλληλης εξάρτησης. Αφενός μεν, του μέσου Έλληνα από τα κόμματα και τις δυναστείες τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική οικογενειοκρατία στην Ελλάδα είναι κατά βάση φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών. Οι Ράλληδες και οι Ζαΐμηδες και οι Θεοτόκηδες ήταν ήσσονος σημασίας φαινόμενα σε σχέση με τους Καραμανλήδες, τους Παπανδρέου και τους Μητσοτάκηδες της Μεταπολίτευσης. Αφετέρου δε, του ελληνικού πολιτικού συστήματος από ξένα κέντρα εξουσίας. Από το παραμύθι της πράσινης μετάβασης ώς το τωρινό έπος του αρειμάνιου ρωσσοφαγικού κεϋνσιανισμού, η Ελλάδα είναι πάντα ο πιο άβουλος αποδέκτης των εκ Βρυξελλών εγκυκλίων.
Στην πρώτη περίπτωση, ο εξαρτημένος (ο μέσος Έλληνας) προσέφερε ως αντάλλαγμα στο πολιτικό σύστημα την ψήφο του. Στην δεύτερη, ο εξαρτημένος (το πολιτικό σύστημα) προσέφερε ως αντάλλαγμα στα ξένα κέντρα εξουσίας –τι άλλο;– τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
*
*
*
