*
της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ
~.~
Πάουλ Τσέλαν, Καμπή πνοής,
μτφρ. Μιχάλης Καρδαμίτσης,
Κίχλη 2025, 2η αναθεωρημένη έκδοση
Η ποίηση
ΣΤΟΥΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ βορείως του μέλλοντος
εγώ ρίχνω το δίχτυ που εσύ
διστάζοντας βαραίνεις
με τους ήσκιους που γράφουνε
πέτρες.
(Καμπή πνοής, μτφρ. Μ. Καρδαμίτσης,
Κίχλη 2025, 2η αναθεωρημένη έκδοση)
IN DEN FLÜSSEN nördlich der Zukunft
werf ich das Netz aus, das du
zögernd beschwerst
mit von Steinen geschriebenen
Schatten.
ΣΤΟΥΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ βορείως του μέλλοντος
ρίχνω το δίχτυ που εσύ
διστάζοντας βαραίνεις
με τις πέτρες να γράφουν
σκιές.
(Ό.π., 1η έκδοση, 2018)
Η σύληση
Το Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025, ένα πάνελ πολύ ικανών ομιλητών συνόδευσε το κοινό του σε μια γοητευτική πράξη σύλησης των προσωπικών και ποιητικών μυστικών του Πάουλ Τσέλαν. Η πράξη διήρκεσε σχεδόν δύο ώρες, και σχεδόν οι μισοί από τους ακροατές θα παρατείναμε ευχαρίστως την παρουσία μας στην αίθουσα της Δραματικής Σχολής Θεοδοσιάδη στο κέντρο της Αθήνας. Είχαμε γίνει αποδέκτες βιογραφικών πληροφοριών και διακειμενικών αποκαλύψεων στις οποίες ο ίδιος ο ποιητής δεν θα μας ήθελε κοινωνούς, καθώς δεν θα ήθελε ποτέ να πλησιάσουμε την ποίησή του από τέτοιους δρόμους – «Γιατί κατά το αίμα, που σου κυλάει/ από μάτι ή στόμα ή αυτί/ αλλάζει το κλειδί σου».[1] Αλλά με ένα κράμα αγάπης και διανοητικής συγκίνησης διαλέξαμε, ευχαρίστως, να αγνοήσουμε το φάντασμά του και τις επιθυμίες του.
Η σύληση ίσως είναι κάτι που δεν θα ήθελες (δεν θα τολμούσες;) να διαπράξεις προσωπικά, αλλά όταν τη διαπράττει άλλος κι εσύ βρίσκεσαι στη θέση του παρατηρητή, συνειδητοποιείς ότι σου είναι πολύ δύσκολο να αποστρέψεις το βλέμμα. Πόσο μάλλον όταν πραγματοποιείται από τους πλέον αρμόδι
ους, με γνώση, ζέση και επιδεξιότητα.
Ο Μπερτράν Μπαντιού είναι ο κύριος επιμελητής των καταλοίπων του Πάουλ Τσέλαν και συνδιαχειριστής του έργου και του αρχείου του (από κοινού με τον γιο του ποιητή, Έρικ Τσέλαν). Ο Μιχάλης Καρδαμίτσης, κλασικός φιλόλογος και γερμανιστής, είναι ο μεταφραστής της Καμπής πνοής (Atemwende), της προτελευταίας συλλογής που ο Τσέλαν επιμελήθηκε και είδε τυπωμένη, το 1967, τρία χρόνια πριν από την αυτοκτονία του στον Σηκουάνα. Η Καμπή πνοής εγκαινιάζει την ύστερη και πλέον κρυπτική ποιητική περίοδο του Πάουλ Τσέλαν, και μέχρι το 2018, όταν πρωτοεκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κίχλη και τον Μιχάλη Καρδαμίτση, αυτή η ύστερη περίοδος εκπροσωπούνταν στη γλώσσα μας μόνο αποσπασματικά, με επιμέρους ποιήματα σε ανθολογήσεις και σε συλλογές γερμανικής ποίησης. Φέτος οι εκδόσεις Κίχλη και ο μεταφραστής επανήλθαν, με τη δεύτερη, αναθεωρημένη έκδοση της συλλογής – προϊόν της διαρκούς μελέτης και αναδίφησης του Καρδαμίτση στο έργο και στα κατάλοιπα του Τσέλαν.
Πριν από δύο χρόνια, το 2023, ο Μπαντιού και ο Καρδαμίτσης «συναντήθηκαν» σε έναν τόμο που χαρακτηρίστηκε «αληθινό ορόσημο» και χαιρετίστηκε ως «σημαντικό γεγονός για όλους όσοι νιώθουν να έχουν μια σύνδεση με την ποίηση του Τσέλαν».[2] Πρόκειται για το βιβλίο του Μπερτράν Μπαντιού Paul Celan – Eine Bildbiographie (Πάουλ Τσέλαν – Μια εικονογραφημένη βιογραφία), που εκδόθηκε από τις γερμανικές εκδόσεις Shurkamp Verlag, και αποτελεί, σύμφωνα με τον εκδότη, «την πρώτη [βιογραφία] που παρέχει εκτενείς πληροφορίες για ολόκληρη τη ζωή του Πάουλ Τσέλαν σε κείμενο και σε εικόνες». Το επίμετρο αυτού του τόμου υπογράφει ο Έλληνας μεταφραστής. Στις σελίδες της Bildbiographie ο
αναγνώστης συναντά έναν συνδυασμό ποικίλου φωτογραφικού υλικού (άνθρωποι, τόποι, αντικείμενα) και αποσπασμάτων από το έργο του αλλά και από επιστολές, σημειώσεις και ημερολόγια που δημοσιεύονται για πρώτη φορά· από αυτήν ακριβώς την εργασία προερχόταν ένα μεγάλο μέρος των βιογραφικών και διακειμενικών «αποκαλύψεων» που δέχτηκε το κοινό των Μπαντιού και Καρδαμίτση το Σάββατο 8 Νοεμβρίου. Με άλλα λόγια, εκείνο το βράδυ οι δύο ερευνητές ήταν κάπως σαν να άφησαν για λίγο το κοινό τους λαγούμι-γραφείο –όπου επί χρόνια αποσπούν απ’ το σκοτάδι της ιδιωτικότητας και του χρόνου γεγονότα, προσωπικά ημερολόγια, σημειώσεις, επιστολές, εισιτήρια, καγκελόπορτες, πορτοφόλια, εφημερίδες, βιβλία σε ράφια, κήπους, ανθρώπους, κυριολεκτικά τα πάντα, όλα όσα δέχτηκαν κάποτε το βλέμμα ή το άγγιγμα του Τσέλαν–, σαν να εμφανίστηκαν για λίγο μπροστά μας, να τοποθέτησαν καθέναν από τους καρπούς της σύλησής τους κάτω από λέξεις και φράσεις της Καμπής πνοής, και μετά να αποσύρθηκαν πάλι στη στοά τους. Αυτή τη φορά, ο φακός τους είναι στραμμένος στην τελευταία συλλογή που είδε τυπωμένη ο Πάουλ Τσέλαν όσο ήταν εν ζωή (Fadensonnen, 1969). Ειλικρινείς ευχαριστίες – τόσο στους δύο μελετητές-μεταφραστές, όσο και στην εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη, που δέχτηκε και τόλμησε τούτη τη σημαντική δεύτερη έκδοση.
Τα «κλειδιά» και οι αντιρρήσεις
Η εκδήλωση εκείνου του Σαββάτου ίσως έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο, όταν ένας ακροατής έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα δήλωση: «Δυσκολεύομαι να προσεγγίσω αυτή την ποίηση. Ακόμα κι αν έχω διαβάσει τα σχόλια, ακόμα κι αν έχω καταλάβει τη γέννηση του ποιήματος, δυσκολεύομαι να συγκινηθώ από αυτό, όπως με συγκινεί για παράδειγμα η ποίηση του Έλιοτ, του Γέιτς κ.ά.». Η δήλωση έχει ενδιαφέρον, όχι τόσο γιατί τονίζει την ύπαρξη έμπειρων αναγνωστών ποίησης οι οποίοι αδυνατούν να συνδεθούν με το ερμητικό ποιητικό ιδίωμα του Τσέλαν, νιώθοντας ότι αυτό το συγκεκριμένο μπουκάλι στη θάλασσα απλώς δεν τους αφορά, αλλά γιατί φέρνει, κατά κάποιον τρόπο, τους δύο ερευνητές-μεταφραστές σε αντιπαράθεση με τον ίδιο τον ποιητή τους. Αν μας πρόσφεραν τόσα βιογραφικού ή διακειμενικού χαρακτήρα «κλειδιά» ή «αντικειμενικά στοιχεία», όπως τα χαρακτήριζαν, ήταν ακριβώς για να μας διευκολύνουν να προσεγγίσουμε την ποίηση του Πάουλ Τσέλαν και να συνδεθούμε μαζί της. Άλλοι μελετητές του τσελανικού έργου ίσως να το έκαναν αλλιώς, στις 8 Νοεμβρίου όμως το κοινό των Καρδαμίτση-Μπαντιού προσκλήθηκε να πλησιάσει τα ποιήματα της Καμπής πνοής περνώντας μέσα από το ίδιο το γραφείο του ποιητή ακριβώς τη στιγμή που γράφονταν – μερικές φορές, πριν αρχίσουν να γράφονται καν. Έτσι, είδαμε στην οθόνη ένα φύλλο της Frankfurter Allgemeine με ανταποκρίσεις από τη Δίκη του Άουσβιτς (1963-1965), όπου ο Τσέλαν διάβασε μια συγκεκριμένη κατάθεση, η οποία περιέγραφε τις απλές κινήσεις με τις οποίες ο βασανιστής Βίλχελμ Μπόγκερ κάποια μέρα θανάτωσε χιλιάδες κρατουμένους στον θάλαμο αερίων. Κατά το δημοσίευμα, δίπλα στο οποίο ο Τσέλαν είχε σημειώσει, εκείνη τη μέρα στο στρατόπεδο έφτασαν, όπως συνέβαινε συνήθως, κιβώτια που περιείχαν δοχεία με το Zyklon B. Ο Μπόγκερ πήρε ένα δοχείο από αυτά και το έριξε στον υπόγειο θάλαμο αερίων από το προβλεπόμενο άνοιγμα. Τότε, μέσα από τη γη άρχισε να βγαίνει ένα «βουητό» – ήταν η βοή των ανθρώπων που πέθαιναν δηλητηριασμένοι.
ΕΝΑ ΒΟΥΗΤΟ: είναι
η αλήθεια καθαυτή
φανερωμένη
στους ανθρώπους,
καταμεσής στη
δίνη των μεταφορών. [3]
EIN DRÖHNEN: es ist
die Wahrheid selbst
unter die Menschen
getreten,
mitten ins
Metapherngestöber
Ως κοινό, μας είχε δοθεί η λέξη-έμπνευση, η λέξη-αφετηρία του ποιήματος, η οποία συμπληρώθηκε από την επιπλέον, βιογραφικού τύπου, πληροφορία ότι ο ποιητής κατηγορούνταν από την κριτική για υπερβολικά μεταφορική γραφή – για μια «ποίηση του σαλονιού». Με αυτά τα δύο στοιχεία ως «κλειδιά» του ποιήματος, ο Μιχάλης Καρδαμίτσης εξήγησε στο κοινό το ποίημα και τον λόγο για τον οποίο είχε καταλήξει στην απόδοση «φανερωμένη» για το «getreten»: η αλήθεια (η φρίκη) αποκαλύπτεται, φανερώνεται στους ανθρώπους και στο επίπεδο της επιφάνειας (στη «δίνη των μεταφορών») – ήταν ο τρόπος του ποιητή να απαντήσει στις κατηγορίες που δεχόταν.
Άλλο εξω-ποιητικό «κλειδί» που δόθηκε σε αυτή τη συνάντηση αφορούσε το τελευταίο ποίημα της συλλογής:
ΜΙΑ ΦΟΡΑ
τον άκουγα,
έπλενε τον κόσμο,
αθέατος,
ολονυχτίς,
πραγματικά.
Εν και Άπειρον,
εκμηδενισμένα,
πρόφεραν Εγώ.
Φως ήταν. Σωτηρία. [4]
EINMAL,
da hörte ich ihn,
da wusch er die Welt,
ungesehn, nachtlang,
wirklich.
Eins und Unendlich,
vernichtet,
ichten.
Licht war. Rettung.
Γι’ αυτούς τους στίχους υπάρχει η εκμυστήρευση της Ζιζέλ, της συζύγου του Τσέλαν, σύμφωνα με την οποία η «μια φορά» αναφέρεται σε μια νύχτα με καταιγίδα, όταν οι δυο τους, στο εξοχικό τους σπίτι, έζησαν την τελευταία τους ερωτική βραδιά πριν σαρώσει τις ζωές τους η τρέλα του. Παράλληλα, ο μεταφραστής εξήγησε στο κοινό ορισμένες γλωσσικές ιδιαιτερότητες του κειμένου: η λέξη «ichten» άλλοτε θεωρούνταν ότι ήταν λεξιπλασία του Τσέλαν, ενώ πλέον γνωρίζουμε ότι πρόκειται για σπάνια, υπαρκτή λέξη. Στη μετάφραση της Βίβλου από τον Λούθηρο το «Εγένετο φως» είναι «Licht ward», συνεπώς εδώ έχουμε μια κίνηση διαφοροποίησης, την οποία ο μεταφραστής οφείλει να αποδώσει ανάλογα – όχι «εγένετο», αλλά «ήταν».
Μέσα από βιογραφικές, διακειμενικές αλλά και λεξιλογικού τύπου πληροφορίες ήρθαμε σε επαφή με τα ποιήματα “Give the word”, “Frihed”, «Εμένα μπορείς» και αρκετά άλλα. Είχε κάτι το μαγνητικό να μπαίνεις στον κόσμο του ποιητή, στα λεξικά του, στο σπίτι του, στην ψυχιατρική κλινική με τα κοτσύφια και τη σιδερένια γαλάζια πύλη, να τον παρακολουθείς στη συνάντησή του με τη Νέλλυ Ζακς και στο ερωτικό του σμίξιμο πάνω στο χιόνι με μια άλλη γυναίκα, να τον βλέπεις με τους φίλους, τη σύζυγο και το παιδί του, να τον παρατηρείς να κάθεται μόνος του σε ένα μπιστρό του Παρισιού τα τελευταία του χρόνια, εκείνα της τρέλας, να μαίνεται εναντίον του σερβιτόρου, αργότερα εναντίον ενός γείτονα γιατί φαντάστηκε ότι απείλησε τον γιο του, να γράφει, να επεξεργάζεται, να παίρνει μέρος στις διαδηλώσεις του Παρισιού, τελικά να πηγαίνει προς τη γέφυρα Μιραμπό έχοντας στην τσέπη του δυο εισιτήρια για την παράσταση Περιμένοντας τον Γκοντό και να ρίχνεται στον Σηκουάνα, μην αντέχοντας πια την πίεση που είχε ασκήσει επάνω του η «υπόθεση Γκολ».
Ωστόσο, σε αυτό ακριβώς το σημείο θα μπορούσαν να διατυπωθούν ξανά τα αιώνια ερωτήματα που αφορούν την καταλληλότητα ή μη ποικίλων τύπων ανάγνωσης για την εξήγηση-ερμηνεία-κατανόηση-προσέγγιση-πρόσληψη του λογοτεχνικού έργου.
Θα αποφύγουμε αυτά τα θεωρητικά και συγκρουσιακά μονοπάτια, όχι μόνο γιατί οδηγούν σε παλιές διενέξεις που δεν είναι δυνατόν να επιλύσουμε, αλλά και γιατί θα μας απομακρύνουν από τον Τσέλαν και από το μεταφραστικό έργο του Μιχάλη Καρδαμίτση. Άλλωστε, τόσο ο ίδιος ο μεταφραστής όσο και ο Μπαντιού δεν διατείνονται ότι οι βιογραφικές ή οι διακειμενικές πληροφορίες που εντοπίζουν κατά την έρευνά τους αρκούν για να ερμηνεύσει κανείς την ποίηση του Τσέλαν. Μάλιστα, στο YouTube, σε μια συζήτηση που έγινε πριν από επτά χρόνια για το βιβλίο του Γάλλου φιλοσόφου Denis Thouard Pourquoi ce poète? Le Celan des philosophes, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει (στα γαλλικά) τον Μπαντιού να υπερασπίζεται αρκετά διεξοδικά αυτό που αποκαλεί «τεκμηρίωση» (“la documentation”) της τσελανικής ποίησης μέσω της έρευνας των πηγών. Μάλλον εμφατικά, καθώς πρόκειται για θεωρητική αντιπαράθεση με τον Thouard, εξηγεί ότι η βιογραφική προσέγγιση δεν ερμηνεύει το ποίημα, ούτε είναι κανείς τόσο ανόητος ώστε να πιστεύει κάτι τέτοιο, δίνει ωστόσο έναν «τόνο», δημιουργεί μια «ατμόσφαιρα», που μπορεί να βοηθήσει σε μια προσέγγιση του ποιήματος από «διαφορετικές οπτικές γωνίες». Προσθέτει, επίσης:
«Αυτές οι πηγές δεν παρατίθενται καθόλου μέσα σε ένα πνεύμα θετικιστικό, αλλά ως αφετηρία, για να προσπαθήσουμε να αγκυρώσουμε το ποίημα σε κάποιο περικείμενο και να δούμε πώς αυτό το περικείμενο εγκαταλείπεται, πώς αποσπάται, όπως το ποίημα, μακριά από αυτό».[5]
Από την πλευρά του, προς το τέλος της συζήτησης ο Thouard συνοψίζει τις αντιρρήσεις του για τον τρόπο που χρησιμοποιούνται τα προϊόντα της διεθνούς έρευνας γύρω από τα ποιήματα:
«Μας μαθαίνει [ενν. η έρευνα των πηγών] χρήσιμα πράγματα διαρκώς, αλλά αυτός ο όγκος περιστασιακών συνεισφορών, σε συνδυασμό μάλιστα με τη δημοσίευση ενός μεγάλου μέρους της αλληλογραφίας, ίσως καταλήγει σε διαστρέβλωση, επειδή η προσοχή πολλών αναγνωστών φεύγει από τα κείμενα, τα οποία, μέσα στη δυσκολία τους, συνεχίζουν να αντιστέκονται, και κατευθύνεται προς βιογραφικά σενάρια και προς τις περιστάσεις. […] Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πρωταρχική λειτουργία όλων αυτών των εξαιρετικά χρήσιμων μέσων που πλέον έχουμε στη διάθεσή μας είναι ακριβώς να φωτίσουν τα κείμενα».[6]
Φαίνεται ότι, στις 8 Νοεμβρίου, ο Μιχάλης Καρδαμίτσης και ο Μπερτράν Μπαντιού μας μετέφεραν την «ατμόσφαιρα» όχι μόνο της τσελανικής ποίησης, αλλά και της συγκεκριμένης θεωρητικής διένεξης, η οποία μεταξύ των Γάλλων και Γερμανών, ως επί το πλείστον, μελετητών παραμένει έντονη εδώ και δεκαετίες – απ’ ό,τι καταλαβαίνω, κυρίως από τότε που τα κατάλοιπα του Πάουλ Τσέλαν πέρασαν στη διαχειριστική αρμοδιότητα του Μπερτράν Μπαντιού κι εκείνος άνοιξε την πόρτα τους στους ερευνητές. Κορυφαίος καρπός τέτοιας έρευνας είναι το έργο της Barbara Weidemann: σχολιασμένες εκδόσεις τμημάτων της προσωπικής αλληλογραφίας του ποιητή και ανέκδοτων ποιημάτων του ή η εξονυχιστική έρευνά της σχετικά με την «υπόθεση Γκολ», κατά την οποία κατάφερε να εντοπίσει όλα τα έγγραφα (πληθώρα άρθρων σε εφημερίδες, αλληλογραφία κ.ά.) που με οποιονδήποτε τρόπο συνδέονται με αυτό το ζήτημα και καταδεικνύουν τον τεράστιο ψυχολογικό αντίκτυπο που είχε στον ποιητή. Κι εδώ αξίζει να αναφερθεί ότι ακριβώς η δική της εργασία, που θεωρείται μνημειώδης από την αποδώ πλευρά (τους οπαδούς της τεκμηρίωσης), έχει γίνει στόχος επιθέσεων από την άλλη πλευρά (τους οπαδούς της αδιαμεσολάβητης ανάγνωσης του κειμένου) – η αντιπαράθεση συντηρείται επί δεκαετίες, τροφοδοτώντας και τη συζήτηση για το βιβλίο του Thouard το 2017. Θα είχε ενδιαφέρον μια αναλυτική παρουσίαση αυτής της διένεξης και των προεκτάσεών της, αλλά αυτό θα απαιτούσε ένα εντελώς διαφορετικό κείμενο, καθώς και συντάκτη που να γνωρίζει γερμανικά.
Πίσω στην παρουσίαση της 8ης Νοεμβρίου, η αλήθεια είναι ότι, παρόλο που ο Καρδαμίτσης και ο Μπαντιού αποκαλούσαν όλες ανεξαιρέτως τις πληροφορίες που μας έδιναν «κλειδιά» και «αντικειμενικά στοιχεία», στην πραγματικότητα δεν ανήκουν όλες στην ίδια κατηγορία ούτε έχουν το ίδιο αρωγό βάρος. Για τη «συνάντηση» του αναγνώστη με το ποίημα, η όποια αξία έχει η αποκάλυψη της διακειμενικής σχέσης ανάμεσα σε έναν στίχο του Τσέλαν («Η αμίλητη λέπρα σού ξεκολλάει από τον ουρανίσκο/ κι αναρριπίζει στη γλώσσα σου φως,/ φως») και στον 137ο Ψαλμό, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συγκριθεί με την αδιάφορη πληροφορία ότι στο εξοχικό του υπήρχαν όντως μουριές ή ότι στην τσέπη του, όταν τον εντόπισαν νεκρό, βρέθηκαν δύο εισιτήρια για τη θεατρική παράσταση Περιμένοντας τον Γκοντό ή με το γαλάζιο χρώμα της σιδερένιας πύλης της ψυχιατρικής κλινικής όπου νοσηλεύτηκε. Κάποιες πληροφορίες ίσως βοηθούν και κάποιες άλλες σίγουρα όχι. Κάποιες βοηθούν μόνο τον μεταφραστή, κάποιες και τον μεταφραστή και τον αναγνώστη, κάποιες μόνο τον ιστορικό, και άλλες κανέναν – υπάρχει αυτό το λεπτό σύνορο, που από την άλλη του πλευρά απλώνεται η επικράτεια της ηδονοβλεψίας, και δυστυχώς δύσκολα μπορεί να είναι σίγουρος κανείς εάν και πότε το έχει περάσει – είτε είναι ο ερευνητής είτε ο αναγνώστης, που αδημονεί –γιατί;– να μοιραστεί τα ευρήματά του.
Πρόκειται για έναν προβληματισμό που φαίνεται να έχει και ο ίδιος ο μεταφραστής, καθώς στην αρχή της παρουσίασης μας μίλησε για το πλήθος των ευρημάτων που εντοπίζει κανείς όταν αναζητά τις πηγές και τις συνθήκες γέννησης του ποιήματος και για τη δυσκολία, ενίοτε, να αποσαφηνιστεί ο ρόλος και η σημασία καθενός από αυτά.
Οι κλειδοκράτορες στο γραμμένο χορτάρι
Στην πρώτη έκδοση, του 2018, ο μεταφραστής είχε αποδώσει τους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Give the word» που αναφέρθηκαν παραπάνω («Η αμίλητη λέπρα σού ξεκολλάει από τον ουρανίσκο/ κι αναρριπίζει στη γλώσσα σου φως,/ φως») ως εξής:
Η σιωπηλή λέπρα ξεκολλάει απ’ τον ουρανίσκο σου
κι αναρριπίζει τη γλώσσα σου με φως,
φως.
Der stille Aussatz löst sich dir vom Gaumen
und fächelt deiner Zunge Licht zu,
Licht.
Ο εντοπισμός της σχέσης ανάμεσα στον πρώτο από αυτούς τους στίχους και στον 137ο Ψαλμό («ας κολληθή η γλώσσα εις τον ουρανίσκον μου, εάν δεν σε ενθυμώμαι [ενν. Ιερουσαλήμ]») οδήγησε τον Καρδαμίτση στην αντικατάσταση του επιθέτου «σιωπηλή» με το επίθετο «αμίλητη» για την απόδοση του γερμανικού «stille» – αυτό μπορεί να το δει κανείς αντιπαραβάλλοντας τις δύο εκδόσεις. Κάτι όμως που δεν θα δει κανείς, γιατί δεν έχει αποτυπωθεί γραπτώς, είναι ότι την ώρα της παρουσίασης ο μεταφραστής, αποκαλύπτοντάς μας αυτό το κομμάτι του μεταφραστικού του ταξιδιού, όταν διάβασε τον αναθεωρημένο στίχο από τις σημειώσεις του απέδωσε το «stille» ως «γαληνή»: «Η γαληνή λέπρα ξεκολλάει απ’ τον ουρανίσκο σου…» – φανερώνοντάς μας έτσι, από μια πολύ ενδιαφέρουσα παραδρομή, περισσότερα από όσα σκόπευε. Η λέξη «γαληνή» φαίνεται πως υπήρξε μία από τις πολλές αποδόσεις που εξέτασε ο μεταφραστής – υποθέτει κανείς πριν από τον εντοπισμό του Ψαλμού. Έτσι, εξηγώντας μας τον τρόπο που δούλεψε, ο Καρδαμίτσης μας δίνει την ευκαιρία να δούμε ότι η απόδοση στην οποία κατέληξε για την αναθεωρημένη έκδοση φαίνεται να είναι η πλέον ερμηνευτική από τις επιλογές του: «stille» όχι με την έννοια μιας κατάστασης σιωπής, όχι ως έκφραση ανάπαυσης και γαλήνης, αλλά με την έννοια της απουσίας φωνής, «αμίλητη», όπως αμίλητο μένει ένα στόμα που αδυνατεί να ψάλει και να υμνήσει την Ιερουσαλήμ του.
Οι διακειμενικές σχέσεις θα μπορούσαν πράγματι να αποδειχτούν «κλειδί» για την ερμηνεία του νοήματος – ωστόσο, στον βαθμό που όντως είναι, αυτό το κλειδί κατ’ αρχήν παραδίδεται ούτως ή άλλως, άρρητα και έμμεσα, στον αναγνώστη μέσα από τις συγκεκριμένες μεταφραστικές επιλογές. Φυσικά, όμως, τίποτα δεν είναι τόσο απλό: το μόνο αντικειμενικό στοιχείο σε τέτοιες περιπτώσεις έγκειται στο ότι κάπου, κάπως, κάποια στιγμή, ένα κείμενο δημιούργησε μια σχέση με ένα άλλο – αλλά τι είδους σχέση ακριβώς, και πώς ή πόσο μετασχηματίστηκε το ένα κείμενο στο άλλο, από ποιες μεταμορφώσεις πέρασε μέσα στη σκέψη του ποιητή μέχρι να επανεμφανιστεί, διαφορετικό, μέσα στο ποίημα, όλα αυτά αναπόφευκτα είναι ζήτημα υποκειμενικής ερμηνείας. Είχε δίκιο ο Καρδαμίτσης να ακολουθήσει τόσο στενά τα ίχνη του ευρήματός του; Η «αμίλητη λέπρα» βρίσκεται σημασιολογικά εγγύτερα στη «stille Aussatz» του Τσέλαν; Και γιατί η «αμίλητη» λέπρα παραπέμπει στον Ψαλμό, ενώ η «άφωνη», ή ακόμα και η «σιωπηλή», όχι; Ακόμη και κρατώντας αυτό το διακειμενικό «κλειδί», ο μεταφραστής –αλλά εξίσου και ο αναγνώστης που έχει την ίδια πληροφορία– μάλλον στέκεται στο ίδιο σημείο που θα βρισκόταν και χωρίς αυτό: «Εκτοπισμένος στη/ χώρα/ με το άσφαλτο ίχνος»· ακόμη και κρατώντας αυτό το «κλειδί», εντέλει το μόνο που έχει κανείς για να προχωρήσει στη συνάντηση με το ποίημα είναι το «Χορτάρι, γραμμένο το ένα πλάι στο άλλο χωριστά» – το γραμμένο τοπίο του ποιήματος. Χρειάζεται στ’ αλήθεια κάτι επιπλέον; Όχι, λέει ο Πάουλ Τσέλαν: «Μη διαβάζεις άλλο – κοίτα!/ Μην κοιτάς άλλο – προχώρα!// Προχώρα, η ώρα σου/ δεν έχει αδελφές, είσαι – είσαι πάλι σπίτι».[7]
H απόδοση «αμίλητη» της αναθεωρημένης έκδοσης θα μπορούσε να είναι η πιο ενδεδειγμένη – αλλά νομίζω όχι επειδή εντοπίστηκε η σχέση της με ένα δεύτερο κείμενο, το οποίο μάλιστα είναι κι αυτό, από μόνο του, ανοιχτό σε ερμηνείες. Αν είναι η πιο ενδεδειγμένη, αυτό θα οφείλεται στις ενδοκειμενικές σχέσεις που δημιουργεί με τις λέξεις του συγκεκριμένου ποιήματος ή/και στον τρόπο της να ανήκει στο τσελανικό ιδίωμα γενικότερα. Κι εδώ πια φτάνουμε πάλι στην υποκειμενική κατανόηση του μεταφραστή. Αλλά ποια κατανόηση; Ο Μιχάλης Καρδαμίτσης μάλλον θα συμφωνούσε με τον Πιερ Γιόρις, ο οποίος για πάνω από μισό αιώνα, μέχρι και τον θάνατό του φέτος τον Φεβρουάριο, είχε αφιερωθεί στη μετάφραση της ποίησης του Τσέλαν, αναθεωρώντας, και αυτός, διαρκώς τις αποδόσεις του:
«Ο Μάικλ Χάμπουργκερ είπε κάποτε για τη συλλογή Atemwende, «Μετέφρασα μόνο τα ποιήματα που μπορούσα να καταλάβω”. Κι αυτό για μένα απλώς δεν έβγαζε νόημα, τι σημαίνει εδώ “καταλαβαίνω”; Εγώ δεν θα πω ποτέ, “Ω, αυτό το ποίημα το κατάλαβα”. Όχι. Δούλεψα πάνω σε αυτό το ποίημα, έκανα μια μετάφρασή του, και κάθε φορά που επιστρέφω, και επιστρέφω πολύ συχνά, βρίσκω σε αυτό κάτι καινούριο».[8]
Η «παρουσία» του Πάουλ Τσέλαν στις 8 Νοεμβρίου
Αυτό το σημείωμα εστιάστηκε περισσότερο σε σκέψεις γύρω από τη γοητεία και τη χρησιμότητα των ποικίλων εξω-ποιητικών πληροφοριών, αντί να είναι μια μελέτη αποκλειστικά της αναθεωρημένης μετάφρασης της συλλογής, δείγμα της οποίας δόθηκε στην αρχή – είναι ένα εκδοτικό εγχείρημα που σε καλεί να σκύψεις από πάνω του και να το απολαύσεις από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Ωστόσο, αν εδώ κυριάρχησαν οι εξω-ποιητικοί προβληματισμοί, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον χαρακτήρα της ίδιας της παρουσίασης και στον τρόπο με τον οποίο επέλεξαν να μας συστήσουν την Καμπή πνοής οι ίδιοι οι ομιλητές. Κάποιος άλλος, κάποιοι άλλοι, που θα γνωρίζουν γερμανικά, ίσως μας δώσουν σύντομα ενδιαφέρουσες συγκριτικές παρουσιάσεις της δουλειάς του Μιχάλη Καρδαμίτση – για παράδειγμα, πώς θα ερμήνευαν την αλλαγή στο τελευταίο δίστιχο από το προαναφερόμενο ποίημα, «Στους ποταμούς», με την αλλαγή θέσης των λέξεων «πέτρες» – «σκιές» (εδώ «ήσκιους»); Πώς θα ερμήνευαν τη συντακτική αμφισημία της αναθεωρημένης εκδοχής;[9] Προσωπικά, θα ήθελα να κλείσω με μια αναφορά σε ένα σημαντικό συστατικό στοιχείο της συνάντησης της 8ης Νοεμβρίου που, πριν και πέρα από τις κλεφτές ματιές στον προσωπικό κόσμο του Πάουλ Τσέλαν ή στο πλούσιο ταξίδι του μεταφραστή του, προσέδωσε ιδιαίτερο βάρος σε εκείνη τη βραδιά, σε εκείνη την αίθουσα – τη φόρτισε με μια συγκίνηση πολύ προσωπική και τόσο εξω-ποιητική όσο και οι πληροφορίες που δεχόμασταν. Ήταν η παρουσία του 70χρονου γιου του ποιητή, Έρικ Τσέλαν. Ο Έρικ, λόγω μιας πρόσφατης ιατρικής επέμβασης, μίλησε ψιθυριστά, πρώτος, για πολύ λίγο. Έπειτα, για όλο το υπόλοιπο δίωρο, έμεινε σιωπηλός, αμίλητος, γαληνός. Αλλά βρισκόταν εκεί, και η συγκινησιακή επίδραση που είχε η παρουσία του, με την τόσο μεγάλη φυσική ομοιότητά του με τον Πάουλ Τσέλαν, δικαίωνε με περίεργο τρόπο τους δύο συλητές: όταν έχεις ήδη συναντηθεί, τα πάντα γύρω από αυτόν που σε κάλεσε σε αυτή τη συνάντηση βαραίνουν, αποκτούν κάποιο ιδιάζον νόημα. Για ποιο πράγμα; Για να καταλάβεις το ποίημα; Όχι. Για κάτι άλλο. Εξω-ποιητικό, προσωπικό, που όμως έχει γεννηθεί από το ποίημα και σε μαγεύει.
Και πάλι, θερμές ευχαριστίες, τόσο στους ομιλητές όσο και στην εκδότρια.
///
[1] «Με κλειδί που αλλάζει» (“Mit wechselndem Schlüssel”), μτφρ. Χρ. Γ. Λάζος, στην εισαγωγή της συλλογής Του Κανενός το Ρόδο – Die Niemandsrose, Άγρα 1995
[2] Helmut Böttiger, Deutschlandfunk Kultur, και Boris Schumatsky, Frankfurter Allgemeine: Sonntagszeitung, https://www.suhrkamp.de/rights/book/bertrand-badiou-paul-celan-fr-9783518429082
[3] Χωρίς αλλαγές στην αναθεωρημένη έκδοση.
[4] Χωρίς αλλαγές στην αναθεωρημένη έκδοση.
[5] Pour Poesie, Le Celan des philosophes, https://www.youtube.com/watch?v=5pm_J0os6Ys&t=536s. 20 Μαΐου 2017
[6] Ό.π.
[7] Στρέττο (Engfuhrung), μτφρ. Χρήστος Γ. Λάζος, ό.π.
[8] Deutsches Haus, Paul Celan’s «Breathturn into Timestead: The Collected Later Poetry»: Pierre Joris & Paul Auster, December 2014, ΥοuTube.
[9] Με αφορμή την κυκλοφορία της 1ης έκδοσης γράφτηκαν ενδιαφέροντα κείμενα, τα οποία μπορεί κανείς να αναζητήσει και να διαβάσει ξανά. Ενδεικτικά, από όσα μπορούν να βρεθούν ηλεκτρονικά: Σοφία Βούλγαρη, «Η ποίηση χωρίς γλώσσα» (8/12/2018)· Στέφανος Ρέγκας, «Πείνα για φωτεινότητα» (29/11/2019) και «Celan / Atemwende I.1. Du darfst mich getrost» (15/1/2020).
*
*
*
