*
του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ
~.~
Υπάρχουν ταινίες όπου η ομοφυλοφιλία είναι μια αγωνιστική ατζέντα διεκδίκησης και συνηγορίας, και άλλες (οι σπανιότερες) όπου είναι ένα στοιχείο ομαλά ενταγμένο στο κοινωνικό υπόβαθρο, όπου δεν διεκδικείται κάτι, δεν εκφράζεται κάποια δυσφορία από τη θέση της μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον, αλλά προκύπτει φυσικά και χωρίς αντιδράσεις. Ίσως και λόγω της σκανδιναβικής περιρρέουσας ατμόσφαιρας στην οποία εντάσσεται η ταινία Όνειρα του Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ η κοινωνική της αντίληψη φαίνεται να είναι τόσο προωθημένη ώστε δεν απαιτεί μαχητικά καμιάν προκαταρκτική αναγνώριση μειοψηφίας: εκφράζεται σαν να είναι ένα ήδη κεκτημένο και δεδομένο της κοινωνίας. Ούτε εκ μέρους της εφήβου πρωταγωνίστριας, σε ατομικό ψυχολογικό επίπεδο, εκφράζεται κάποιος σχετικός φόβος και ενδοιασμός.
Τρεις γενιές συγκλίνουν μέσα στην υπόθεση: εκείνη της γιαγιάς, που απηχεί την κοινωνική κινητικότητα και συνείδηση της δεκαετίας του ’60, έστω και από μια θέση παραίτησης και ματαίωσης. Εκείνη της μητέρας, που δείχνει να είναι περισσότερο αγχώδης, περισσότερο αμυντική απέναντι τους νεωτερισμούς των ηθών, αλλά και περισσότερο ταυτισμένη με ένα σκεπτικό πολιτικής ορθότητας και δικαιωματισμού, που ενδιαφέρεται περισσότερο για την τήρηση των αποστάσεων ασφαλείας απέναντι σε ένα ανήλικο άτομο, έστω κι αν αυτό το σκεπτικό δεν εκφράζεται ρητώς: πάντως υποβόσκει ως μία απειλή μήνυσης εις βάρος κάποιου κρατικού λειτουργού, μιας δασκάλας δηλαδή, παρότι αυτή δεν συνιστά μια κλασική περίπτωση δασκάλας, είτε βάσει τυπικών προσόντων είτε εξαιτίας της ιδιομορφίας του μαθήματος που διδάσκει, της τέχνης του πλεξίματος. Η ηρωίδα της υπόθεσης είναι τυπικά ανήλικη και είναι αυτή που κινητοποιεί την υπόθεση όταν ερωτεύεται την καθηγήτριά της: και είναι απορίας άξιον το πότε η «ανήλικη» σεξουαλικότητα και ο χειρισμός της αποτελεί σκάνδαλο και πότε όχι για τις κοινωνίες μας.
Η απειλή της μήνυσης για κακοποίηση ανηλίκου έρχεται στο τραπέζι αλλά τείνει να αντισταθμιστεί και να ακυρωθεί από την απειλή της καθηγήτριας ότι και η ίδια έχει δεχτεί μια ψυχολογική πίεση εξαιτίας της εμμονής της μαθήτριάς της κατά τη διάρκεια των μαθημάτων πλεξίματος. Οπότε τα πράγματα «πλέκονται» και περιπλέκονται· κανείς δεν είναι ασφαλής πίσω από το μετερίζι των δικαιωμάτων του και το δίκαιο μπορεί, όχι τόσο δύσκολα, να αλλάξει παράταξη. Στη μεταμοντέρνα κοινωνία του ατομισμού και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο. Σε κάποιες στιγμές τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, η μητέρα και η καθηγήτρια, ταλαντεύονται για το αν και εκ μέρους ποιου έχει ασκηθεί βία και έχουν παραβιαστεί δικαιώματα. Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι σε αυτήν τη διελκυστίνδα η ανήλικη κόρη φαίνεται να είναι ένας αδιάφορος και ουδέτερος παρατηρητής. Ο έρωτας μεροληπτεί υπέρ του εαυτού του και κανείς δεν είναι ικανός να τον πείσει ότι υπάρχει κάποιο σφάλμα, κάποια υπέρβαση, από αμφότερες τις πλευρές, στη σχέση με την καθηγήτρια. Εξάλλου, η ερωτική πρωτοβουλία ξεκινά από την ίδια τη μαθήτρια Καρολίνε και δεν χρήζει καμιάς προστασίας ανηλίκου.
Η ρευστότητα των ορίων φαίνεται και από το γεγονός ότι η δασκάλα αρχικά ομολογεί ότι δεν κατάλαβε τίποτα για τα συναισθήματα της μαθήτριας, ενώ στη συνέχεια φαίνεται ότι ήδη είχε αντιληφθεί αρκετά πράγματα: το ζήτημα δεν είναι εδώ η κοινωνική υποκρισία, αλλά το γεγονός ότι η ίδια η κοινωνία κάνει ότι δεν καταλαβαίνει πολλές φορές ότι τα όρια είναι εκ φύσεως ρευστά, και ότι ιδίως η εφηβική σεξουαλικότητα είναι κάτι το ιδιαζόντως αμφίσημο και αμφίστομο ώστε να προκαλεί μιαν αμυντική στάση εκ μέρους όλων των ενεχομένων.
Το μόνο λάθος που φοβάται η μαθήτρια είναι ότι το συναίσθημά της δεν θα γίνει κατανοητό από τη καθηγήτριά της, και άρα από την κοινωνία που την περιβάλλει. Έχουμε έρωτες γυναικών, βέβαια, το πάθος και η βίαιη διεκδίκηση δεν εξωτερικεύονται με τα κλασικά εκρηκτικά στερεότυπα της ερωτικής σχέσης. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γυναικείο «κλίμα» μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η σχέση. Η μαθήτρια σαγηνεύεται από την υφή του δέρματος της δασκάλας, η οποία σημειωτέον είναι μιγάδα, ενώ σε άλλο σημείο της ταινίας, καθώς η ηρωίδα μάς ξεναγεί στην πόλη της, το Όσλο, μας εισάγει στον κόσμο των μεταναστών, στον κόσμο μιας διαφορετικότητας που κρατά το κλειδί της σαγήνης η οποία ασκείται από την αλλότρια υφή του δέρματος και όχι μόνο.
Ο σκηνοθέτης αφήνει την ηρωίδα να μιλήσει σε μιαν αφήγηση off παράλληλη με γκρο-πλαν όπου εξηγούνται πολλά στοιχεία της ερωτικής εμπλοκής, τα οποία η κινηματογραφική εικόνα από μόνη της δεν θα μπορούσε να αποδώσει. Έτσι, η ταινία χάνει σε κινηματογραφική αμεσότητα, που δείχνει τους ήρωες να δρουν, αφήνοντας τα κίνητρά τους να εννοηθούν. Από την άλλη όμως, κερδίζει στον τομέα της ψυχολογικής διείσδυσης και σαφήνειας, και, αν κινδυνεύει κάποτε να γίνεται κουραστική και αντικινηματογραφική, είναι γεγονός ότι η σκηνοθετική δεξιοτεχνία δεν την αφήνει να βαλτώσει σε έναν σολιψιστικό πλεονασμό.
Το πάθος, η εξωτερίκευση του πάθους μάλλον, λείπει από τη νεαρή μαθήτρια, τη Γιοχάνε. Αυτή μεθοδεύει ήρεμα την ερωτική της πολιορκία χωρίς να παρεκτραπεί, παρά την ψυχολογική και συνειδησιακή πίεση που δέχεται η εφηβική ψυχή της. Και τούτη η πίεση συνίσταται στο ότι με βάση το ερωτικό συναίσθημα κατασκευάζει μια υποκειμενικότητα που την αποκόπτει από τη συνείδηση των άλλων: μόνο η ίδια καταλαβαίνει το συναίσθημά της, το πόσο υπέροχο είναι (και ίσως ως εκ τούτου να είναι υπέροχο, καθότι κλεισμένο σε ένα αυστηρά προσωπικό σύμπαν): ό,τι και να της πουν οι άλλοι, αυτή θα υπερασπίζεται, μέσα σε μιαν ακραία αποκλειστικότητα, την υποκειμενικότητά της. Θέλει πάση θυσία τη δασκάλα της, έστω κι αν αυτή η θυσία σημαίνει ότι… πρέπει να μάθει πλέξιμο.
Οι δύο γενιές γυναικών που έχει από πίσω της η Γιοχάνε είναι συνειδητοποιημένες με διαφορετικό τρόπο η καθεμία. Εκείνο που προέχει είναι το μέλημα της αποφυγής του ψυχολογικού τραυματισμού. Κάτι βέβαια που είναι αναπόφευκτο σε μια εκ κατασκευής συγκρουσιακή σχέση όπως η ερωτική. Ένας έρωτας χωρίς τραυματισμούς παύει να είναι έρωτας: η παιδαγωγική που εμπνέεται από τον σεβασμό της διαφορετικότητας το ξέρει πολύ καλά αυτό, και ο συμβιβασμός εν προκειμένω αποτελεί έναν αναπόφευκτο γόρδιο δεσμό.
Η ερωτική σχέση, επιπλέον, παρουσιάζεται μέσα από κάποιους ευανάγνωστους «κοινούς τόπους» στους οποίους ο σκηνοθέτης δεν εστιάζει περαιτέρω καθότι το ερωτικό φαινόμενο καθαυτό δεν αποτελεί το θέμα του. Έχουμε, ας πούμε, την αθέλητη ερωτική ζήλια που ξεσπά μέσα από μια «σκηνή» η οποία καταλαμβάνει το οπτικό πεδίο της ζηλιάρας ερωμένης Γιοχάνε, καθόσον η θέα του αγαπημένου προσώπου με κάποιο τρίτο άγνωστο μπορεί να χρησιμεύσει ως προσάναμμα της ιοβόλου και μοιραίας ζήλιας. Η εξημμένη φαντασία του ερωτευμένου παγιδεύεται μέσα στο ναρκοπέδιο της ζήλιας, καθώς νιώθει αποκλεισμένος από μια σχέση με ένα τρίτο πρόσωπο. Η ζήλια μεταδίδεται ακαριαία μέσα από μια εικόνα, χωρίς καμιάν άλλη λεκτική διαμεσολάβηση. Αυτόν τον ρόλο παίζουν μέσα στην υπόθεση οι φίλες της αγαπημένης καθηγήτριας με τις οποίες η μαθήτρια συναντιέται τυχαία (κι εδώ βέβαια έχουμε ένα άλλο θέμα, αυτό της τύχης, μέσα σε μια σχέση που περηφανεύεται αυτάρεσκα ότι είναι καθοριστική και μοιραία, προορισμένη για μιαν απαρασάλευτη αιωνιότητα).
Στον ερωτικό μύθο παρεισφρέει επίσης η μαθητεία, και όχι μόνο η ερωτική. Η γυναίκα που ερωτεύεται η μαθήτρια είναι δασκάλα του πλεξίματος. Μιας καθαρά «γυναικείας» δραστηριότητας, που απαιτεί ευλυγισία των δακτύλων και λεπτότητα χειρισμού, αίσθηση της μικροδιάστασης και υποτυπώδη μυϊκή δύναμη. Η γυναίκα αράχνη, η γυναίκα-Κλωθώ, η γυναίκα με τους οικόσιτους δόλους, η φροϋδική λεπτουργός του εφηβαίου τριχωτού, είναι εκείνη που θα είναι ταγμένη στο πλέξιμο, μια τόσο σημαντική πολιτισμική τεχνική, έστω κι αν η ηρωίδα ομολογεί ότι δεν τα καταφέρνει τόσο καλά στο εν λόγω πεδίο. Πάντως, η δεξιότητα της αγαπημένης της στην εν λόγω δραστηριότητα είναι ένας από τους μαγνήτες της ερωτικής έλξης (μιας και βγάλαμε από τη μέση τα μαχαίρια και τα πιστόλια των ανδρών, συνεχίζουμε την κατάκτηση του πολιτιστικού πεδίου με τα μέσα που μας παραχώρησε και αναγνώρισε η ανδροκρατική κοινωνία, καθιστώντας τη διαφορά μας πηγή ερωτικής σαγήνης).
Έτσι, βλέπουμε ότι και στον έρωτα, σε μια σχέση «μύχια» και «αποκλειστική», ποτέ δεν είναι κανείς μόνος. Ο έρωτας διπλασιάζεται υπό το βλέμμα της γιαγιάς αλλά και υπό το βλέμμα της μητέρας, για να μη μιλήσουμε για τις, υποθετικές ή πραγματικές, αντιζήλους της Γιοχάνε που διαθλούν την υποτιθέμενη δυαδική σχέση των δύο γυναικών σε πολλαπλά και παραμορφωτικά είδωλα. Εκείνο που οι Ντελέζ και Γκουαταρί αποκαλούσαν πολλαπλότητες πολλαπλοτήτων. Ένα κατεξοχήν αντικοινωνικό συναίσθημα όπως ο έρωτας (καθότι απαιτεί αποκλειστικότητα, για να μην πούμε δυαδικότητα) επικαλείται διαρκώς αλλότριους κοινωνικούς παίκτες (σχολείο, καθηγητές, αστυνομία). Τίποτα το αμιγές «ερωτικό» δεν ευσταθεί, φευ, τελικά.
Μόνο που η ερωτική σχέση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς στο τραπέζι πέφτει η ιδέα να αναπαρασταθεί μέσω της λογοτεχνικής γραφής ο δεσμός των δύο γυναικών. Αυτή η καταγραφή του ερωτικού χρονικού θα προταθεί από τη γιαγιά της νεαρής μαθήτριας: είναι μια δοκιμή υπεραναπλήρωσης πάνω στο χάσμα που ανοίγει η ματαίωση της ερωτικής επιθυμίας στην ψυχή της Γιοχάνε. Θα εκδικηθώ τον εαυτό μου κάνοντάς τον ήρωα μιας ερωτικής αφήγησης, και θα εκδικηθώ με τον ίδιο τρόπο εσένα για την απόρριψή σου. Τα πολλαπλά είδωλα που παράγει η μηχανή της ερωτικής αναπαράστασης με προστατεύουν από τις πληγές μου, προστατεύουν την εικόνα μου που τρεμοπαίζει επικίνδυνα πάνω στη ναρκισσιστική επιφάνεια της ερωτικής σχέσης. Ναι, εκτέθηκα, απέτυχα, υποτιμήθηκα, έχασα στο ηρωικό παιχνίδι, είμαι όμως εγώ ακόμη που το διαιτητεύω, που έχω τον τελευταίο λόγο πάνω σε αυτό, εγώ που θα το «λήξω» (για να χρησιμοποιήσουμε ένα οπαδικό γλωσσικό τικ), εγώ που θα υπογράψω το ερωτικό «φύλλο αγώνος». Μη με λυπάστε, εγώ είμαι η ηρωίδα του σκληρού αυτού παιχνιδιού, κατάφερα να «μετουσιώσω» το τραύμα του. Η ίδια η πρωταγωνίστρια δεν είναι αρχικά, ομολογουμένως, τόσο φανατική με την ιδέα του να μεταγράψει, έστω μυθοπλαστικά, την ιστορία της. Αυτές που επιμένουν εν προκειμένω είναι περισσότερο οι γυναίκες μιας άλλης γενιάς, η γιαγιά και η μητέρα (είναι χαρακτηριστικό ότι μνεία του πατέρα δεν υπάρχει, επομένως το κλάσμα μας πρέπει να διαιρεθεί με έναν αυστηρά μητριαρχικό παρονομαστή: το ερωτικό ξέσπασμα κατ’ αυτόν τον τρόπο φωτίζει τις κοινωνικές και ψυχολογικές δομές της νορβηγικής κοινωνίας). Οι γυναίκες συγγραφείς, εξάλλου, ήταν μέχρι πρότινος σπάνιες περιπτώσεις στην ιστορία της λογοτεχνικής δημιουργίας, και όπου εμφανίζονταν η ανδροκρατούμενη κοινωνία φρόντιζε να ανακαλύψει πίσω τους μια ερωτική ματαίωση (αδελφές Μπροντέ, Βιρτζίνια Γουλφ, Πηνελόπη Δέλτα…)‒ ή μήπως ήταν οι ίδιες οι κοινωνικές δομές που οδηγούσαν αμετάκλητα στη ματαίωση αυτή; Το βιβλίο που θα εκδοθεί τελικά με βάση το ημερολόγιο της ερωτικής σχέσης που κράτησε η Γιοχάνε, και που επανειλημμένως τίθεται το ζήτημα της δημοσίευσής του η μη, θα έχει μια σχετική επιτυχία, μαζί με αρνητικές κριτικές, κάτι που κάνει τη Γιοχάνε να συνειδητοποιήσει ότι το ερωτικό «απόλυτο» που βίωσε ήταν συνάρτηση και μόνο της δικής της υποκειμενικότητας.
Επιπλέον, κάποια συμβολικά στοιχεία, κάποια υποκειμενικά πλάνα που «νοθεύουν» τρόπον τινά την αφήγηση, δεν καταφέρνουν να την παρεκτρέψουν. Το συμβολικό στοιχείο όπως η σκάλα του Ιακώβ αφομοιώνεται από την κυρίαρχη υποκειμενικότητα της αφήγησης. Η σκάλα οδηγεί στην απρόσωπη πολυκατοικία όπου μένουν οι τρεις γυναίκες, κάποτε λες και είναι ένας φωτεινός αιωρούμενος κλιμακωτός διάδρομος. Σε θρησκευτικό πλαίσιο πολλά έχουν γραφεί για τη σκάλα αυτή: η γυναικεία παρουσία μέσα στην υπόθεση θα έτεινε να τη δει ως το γήινο θήλυ που στήνει μια γέφυρα με τον ουρανό, μιας και η κυρίαρχη άποψη για τη σκάλα αναγνωρίζει πίσω της τη Θεοτόκο, κατεξοχήν γέφυρα ανθρώπινου και θείου από χριστιανική θεολογική άποψη, και κατεξοχήν συμβόλου του θήλεος.
Σε τούτη την ιστορία των τριών, τεσσάρων, αλλά και πέντε γυναικών, ο μόνος άνδρας είναι ο ψυχαναλυτής στον οποίο καταφεύγει η ηρωίδα εκ των υστέρων. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι αυτός ακυρώνεται με την ίδια τη συμπεριφορά του. Με την επίφαση υπεροχής που του προσδίδει η υπεροπτική και εκ του ασφαλούς απάθειά του (κάτι συστατικό, βέβαια, της σχέσης γιατρού-ασθενούς στην ψυχανάλυση), η εμμονή του στο αν η πελάτισσα θα συνεχίσει να τον τροφοδοτεί με συνεδρίες, με χρηματική ροή δηλαδή αμφίβολης αποτελεσματικότητας όπως ψυχανεμίζεται η ηρωίδα. Η φαλλοκρατική αντίληψη περί ψυχανάλυσης, με κατευθείαν προέλευση από το φροϋδικό βιενέζικο σαλονάκι, θα ακυρωθεί μπροστά στα μάτια της ηρωίδας. Με μια εκπληκτικής λιτότητας υποκριτική η νεαρή πρωταγωνίστρια Έλα Εβερμπάι πιστώνει την ταπεινή και ηττημένη θηλυκότητα απέναντι στη φιλάργυρη ανδρική υπεροψία, δίνοντας ταυτόχρονα να καταλάβουμε τη θέση του γυναικείου φύλου μέσα στις συμπληγάδες των οικονομικών σχέσεων. Παραδειγματικά νηφάλια και πιστή στις εσώτερες δυνάμεις της, η ανήλικη ηρωίδα θα εγκαταλείψει το γραφείο του ψυχαναλυτή, εγκαταλείποντας συγχρόνως και το ψυχαναλυτικό ιστορικό της στο στικάκι που ξέχασε πάνω στον καναπέ του ψυχαναλυτή. Μια νεαρή γυναίκα που είχε τυχαία γνωρίσει στο σπίτι της πρώην, πλέον, αγαπημένης της θα την παρασύρει για έναν καφέ, και ίσως για κάτι περισσότερο. Δεν ερωτεύεται κανείς μόνο δυο ή τρεις φορές στη ζωή του, τελικά, όπως υποστηρίζει η γιαγιά. Ο έρωτας δεν είναι κάποια μονοπαγής προσωποληψία, που κρύβει μια καθήλωση στη μοναδικότητα, στο άπαξ, άντε δις, δεδομένο το οποίο καθορίζει μια ολόκληρη ζωή: ο έρωτας είναι μια συνεχής προδιάθεση, μια ανοικτότητα για παν ενδεχόμενο, που δεν μπορεί να μπλοκαριστεί όμως από την πίστη στο άπαξ δεδομένο· ο έρωτας είναι ένα πεδίο, ή ναρκοπέδιο, τελικά, πιθανοτήτων έτοιμο να ξεσπάσει πάνω σου όσο το επιτρέπει η πολλαπλότητα των αισθήσεών σου. Η ερωτική περιπέτεια θα αρχίσει καθώς η ταινία φτάνει στο τέλος της. Και όλα δείχνουν ότι, τελικά, επρόκειτο για μια ιστορία μαθητείας.
///
ΘΑΥΜΑΤΟΤΡΟΠΙΟ
Αν όλα δουλεύουν καλά, τότε όλα θα πάνε κατά διαόλου. Ο έρωτας όντας η μεγαλύτερη από όλες τις επιθυμίες μας, το ξέρει πολύ καλά αυτό. Είναι το απίθανο, το ιδιαίτερο, το εύθραυστο, το απειλούμενο. Αν του στερήσουμε όλα αυτά, γρήγορα γίνεται ανιαρός. Το να μας αγαπούν είναι αυτονόητα ένα συναίσθημα που μας εξυψώνει ακριβώς επειδή το ίδιο δεν είναι αυτονόητο. […] Για τους άλλους πάλι όλα είναι πολύ πιο απλά. Όπως άλλωστε γνωρίζουν προ πολλού χάρη στους οδηγούς συμβουλών τα πράγματα στον έρωτα είναι κατά βάση πανεύκολα. Να δείχνετε στον σύντροφό σας περισσότερο σεβασμό, να βεβαιώνεστε συχνότερα για τον έρωτά σας, μη δίνετε χτυπήματα κάτω από τη μέση όταν μαλώνετε, αλλάζετε πότε πότε ερωτική στάση, προφυλαχθείτε από τις σταθερά επαναλαμβανόμενες επιθέσεις […], να ζείτε μαζί με τον άλλον μια μικρή περιπέτεια σε τακτική βάση και, φυσικά, προσφέρετε στη γυναίκα σας πού και πού μερικά λουλούδια…
Richard David Precht, Έρωτας, ένα απειθάρχητο συναίσθημα, μτφρ. Χ. Καρβούνης, Πατάκης, 2011.
*
*
*
