*
Ή πώς η ψηφιακή τεχνολογία κατατρώει την ύπαρξή μας
του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
Είναι μόλις 24 ετών. Και δεν έχει γνωρίσει τον κόσμο πριν από την ψηφιακή εποχή. Κι όμως. Το βιβλίο του, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη Γαλλία, θέτει το ζήτημα του καιρού μας χωρίς περιφράσεις. Αυτό που κατά τον Baptiste Detombe –αυτό είναι το όνομα νέου Γάλλου δοκιμιογράφου– διακυβεύεται με την ψηφιακή επανάσταση δεν είναι τίποτα λιγότερο από την επιβίωση ή την κατάρρευση του ανθρώπινης ύπαρξης. Το βιβλίο επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τον χώρο στον οποίο κινείται η ολοένα και πιο εικονικοποιημένη ύπαρξή μας, δείχνοντας πώς η αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας που προκαλείται από την ψηφιακή τεχνολογία διαβρώνει σταδιακά ορισμένες από τις πιο βασικές ανθρωπολογικές μας σταθερές εκ των έσω, τόσο στην κατασκευή της ταυτότητάς μας όσο και στη σχέση μας με τον Άλλο.
Εκκινώντας από την στατιστική διαπίστωση ότι τα παιδιά στη Γαλλία περνούν πλέον τόσο χρόνο μπροστά σε μια οθόνη όσο και στην τάξη και οι έφηβοι αφιερώνουν μόνο 12 λεπτά την ημέρα στο διάβασμα έντυπου βιβλίου –σε σύγκριση με 5 ώρες και 10 λεπτά σε οθόνες– ο ταλαντούχος δοκιμιογράφος εξετάζει πώς η ψηφιακή τεχνολογία «κατατρώει τη ζωή μας». Βασιζόμενος σε μια σύνθεση μελετών και δημοσιεύσεων από ερευνητές διαφορετικών ιδεολογικών χώρων, ο Μπατίστ Ντετόμπ σχολιάζει μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ που έδειξε ότι, κατά μέσο όρο, οι άνθρωποι προτιμούν «να υποβληθούν σε ηλεκτροσόκ παρά να υπομείνουν 6 έως 15 λεπτά σιωπής». Το ποσοστό των ανθρώπων που περιηγούνται στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια του χρόνου διακοπών τους, προσθέτει, «έχει αυξηθεί κατά 40 μονάδες από το 2013 (70%!)». Μέσα σε μια δεκαετία! Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους νέους, των οποίων το εύρος προσοχής κατακερματίζεται ολοένα και περισσότερο και των οποίων οι ζωές υπαγορεύονται από εφαρμογές που, χάρη σε ολοένα και πιο εθιστικούς αλγόριθμους και διαδικασίες (βίντεο 20 δευτερολέπτων, σάρωση με το δάχτυλο, ατελείωτη κύλιση), καθορίζουν τι βλέπουν, τι ακούν και τι τους αρέσει.
«Το σύγχρονο εγχείρημα της αυτονομίας έχει ολοκληρωθεί με την ψηφιακή επανάσταση», λέει σε πρόσφατη συνέντευξή του στην επιθεώρηση Philitt, ο Ντετόμπ, που όταν μιλάει για ψηφιακό κόσμο τα περιλαμβάνει όλα: μέσα κοινωνικής δικτύωσης, YouTube, βιντεοπαιχνίδια, Google, Amazon, πορνογραφία. «Η έκθεση του 2024 με τίτλο Παιδιά και Οθόνες: Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο», συνεχίζει,
«μιλάει ξεκάθαρα για μια μετανάστευση από το πραγματικό στο εικονικό. Είμαστε μάρτυρες της έλευσης ενός νέου κοινωνικού χώρου στον οποίο αλληλεπιδρούμε, δημιουργούμε συνήθειες και θέτουμε σημεία αναφοράς. Αυτός ο νέος κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο από το προϊόν των τεχνολογικών εξελίξεων που ανοίγουν στην ανθρωπότητα μια άυλη, αποαισθητοποιημένη πραγματικότητα – δηλαδή, μια πραγματικότητα στην οποία χρησιμοποιούμε ελάχιστα τις αισθήσεις μας και η οποία, παρόλα αυτά, καταφέρνει να μας αιχμαλωτίσει. Σε αυτόν τον εικονικό χώρο, τα σύνορα έχουν καταργηθεί, οι επιθυμίες έχουν γίνει απεριόριστες και η στιγμιαία κατάσταση ο κανόνας. Επιπλέον, το ψηφιακό βασίλειο είναι ένας χώρος για αυτοεπίδειξη, μια συνεχής εκδήλωση της κοινωνικής παρουσίας κάποιου. Ακόμα και εφαρμογές που θεωρούνταν άτρωτες ακολουθούν αυτή την τάση: Το Google Maps επιτρέπει στους χρήστες να δίνουν τη γνώμη και την αξιολόγησή τους για κάθε μέρος».
Ο ψηφιακός κόσμος λειτουργεί ως σύστημα, που σημαίνει ότι δεσμεύεται από κοινούς κανόνες λειτουργίας (προσέλκυση προσοχής, υψηλό ποσοστό ψυχαγωγίας, τάση για προβολή σεξουαλικού ή βίαιου περιεχομένου, χαμηλό γνωστικό φορτίο κ.λπ.). Αυτό το σύστημα γίνεται ακόμη πιο ορατό όταν παρατηρεί κανείς την τάση προς ομογενοποίηση σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες. Αυτό εξηγείται από την ανταγωνιστική δυναμική στην οποία έχουν παγιδευτεί αυτές οι πλατφόρμες: για να υπάρχουν και να αποκτούν πρόσβαση στην διαθέσιμη προσοχή, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αναπαράγουν τις πιο αποτελεσματικές τεχνικές προσέλκυσης της προσοχής, όπως η έκκληση για μεγαλύτερη εμπλοκή των χρηστών. Έτσι έφτασαν τα σύντομα βίντεο του TikTok με τη μορφή «Reels» στο Instagram και στη συνέχεια «Shorts» στο YouTube. Ο ψηφιακός κόσμος εξελίσσεται στο σύνολό του, παγιδευμένος σε μια ανταγωνιστική λογική που τον υπερβαίνει: οι οθόνες που δεν προσαρμόζονται αναπόφευκτα θα καταστούν παρωχημένες.
Υπ’ αυτή την έννοια, η έλευση του ψηφιακού κόσμου είναι μια τραγωδία, παρατηρεί ο Ντετόμπ, αφού σηματοδοτεί μια ανθρωπολογική μετατόπιση, έναν ριζικό μετασχηματισμό των συνθηκών διαβίωσης, των αλληλεπιδράσεων και της ύπαρξης της ανθρωπότητας. Η ψηφιακή τεχνολογία προσφέρει ήδη μια νέα εμπειρία της πραγματικότητας, όπου οι αισθήσεις μας διαφοροποιούνται: Η όσφρηση εξορίζεται, η αφή υποδιεγείρεται από την ίδια λεία επιφάνεια και η όραση –αντιμέτωπη με τα pixel– παραμένει η πιο ενεργή από όλες τις αισθήσεις. Παρακολουθούμε σκηνές (πεζοπορίες σε βουνά, τροχαία ατυχήματα, βράδια με φίλους κ.λπ.) χωρίς ποτέ να είμαστε συμμετέχοντες. Όλα γίνονται αντιληπτά λιγότερο έντονα, λιγότερο ζωντανά. Αυτή η ψηφιακή εμπειρία είναι, από αυτή την άποψη, δομικά φτωχή. Παράλληλα, έχοντας συνηθίσει να βλέπουμε τα πάντα, τίποτα δεν μας εκπλήσσει πια, τίποτα δεν μας σοκάρει. Από μια ανθρωπολογία συνεχούς θαυμασμού για τα φυσικά και ανθρώπινα φαινόμενα, έχουμε περιέλθει σε μια ανθρωπολογία εξαντλητικής κόπωσης.
Καμμία γενιά δεν γλιτώνει από την «απώλεια της ανθρώπινης εμπειρίας» που προκύπτει από την ανισόρροπη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας: τα παιδιά δεν έχουν πλέον πρόσβαση στο θαύμα ή την αθωότητα, οι νέοι στερούνται το πάθος και τις πρώτες τους εμπειρίες, οι ενήλικες περιορίζονται σε μια διαρκή δυσαρέσκεια, ενώ τα γεράματα θεωρούνται κάτι ξεπερασμένο. Στο κοινωνικό επίπεδο, η ψηφιακή τεχνολογία μουδιάζει τη θέληση. Προωθεί την κατανάλωση με χαμηλή γνωστική αξία, συμπιέζει το εύρος προσοχής, ισοπεδώνει την κριτική σκέψη,
«μας κάνει ληθαργικούς, νυσταγμένους, συνηθισμένους σε εύκολες ανταμοιβές. […] Γίνεται δύσκολο να ασχοληθούμε με χρονοβόρες εργασίες που συνεπάγονται ένα ορισμένο ποσό ταλαιπωρίας, επειδή αυτές ανταγωνίζονται πολύ πιο ελκυστικές οθόνες. Ο άνθρωπος τότε ικανοποιείται με αυτό που είναι και γίνεται ανίκανος να ξεπεράσει τον εαυτό του, συνηθισμένος να ενδίδει σε μια συγκεκριμένη μετριότητα».
Εν τω μεταξύ, η επαναλαμβανόμενη υπερβολική έκθεση σε περιεχόμενο από τις ίδιες σφαίρες, σε συνδυασμό με την «προκατάληψη επιβεβαίωσης», οδηγεί, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, σε μια «κοινοτικοποίηση του κανόνα», καθιστώντας κάθε άτομο μια καρικατούρα της κοινωνικής του ομάδας και παράγοντα μιας ολοένα και πιο κατακερματισμένης και πολωμένης κοινωνίας.
Αυτή η σταδιακή αποσύνθεση του κοινού κόσμου αποδυναμώνει την δημοκρατική αντίληψη της ιθαγένειας, η οποία προϋποθέτει, για να αποδεχτεί η μειονότητα τον νόμο της πλειοψηφίας, την ύπαρξη ενός αισθήματος ανήκειν, ενός κοινού οράματος πολιτισμού και κοινών αξιών και αρχών. Ενώ η Δημοκρατία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μακροπρόθεσμη ιστορική προοπτική και το κάθετο όραμα του έθνους, ο ψηφιακός κόσμος δίνει προτεραιότητα στην αμεσότητα και τις οριζόντιες αναφορές στην κοινότητα. Με αυτόν τον τρόπο, «αλλάζει την ποιότητα του να είμαστε πολιτικά όντα» και παραμορφώνει τον δημόσιο χώρο. Η πολιτικοποίηση των πάντων προκαλεί την αποπολιτικοποίηση αυτού που είναι ουσιώδες. Εξ ου και η αδυναμία διάκρισης του κοινού καλού, ο επικρατών σχετικισμός και η εξαφάνιση του πολιτικού άνδρα, με τον πολιτικό λόγο να έχει πλέον μικρό βάρος σε σύγκριση με τα πλαίσια που επιβάλλονται από τους influencers. Μια δραστηριότητα η οποία, παρά τον αποστασιοποιημένο χαρακτήρα της, διεγείρει ολοένα και περισσότερο τις φαντασιώσεις της γενιάς Ζ, με το 65% των νέων Γάλλων να ονειρεύονται να την κάνουν μια μέρα, σύμφωνα με μελέτη της νεοσύστατης επιχείρησης INFLR.
Παρά τη ζοφερή ανάλυσή του, ο Ντετόμπ αποφεύγει τόσο τους αντιδραστικούς πειρασμούς όσο και την σπασμωδική τεχνοφοβία. Ο στοχασμός του ενσωματώνει τις πιθανές θετικές χρήσεις της ψηφιακής τεχνολογίας, ενώ παράλληλα ζητά, απέναντι στις υπερβολές της, ένα άνοιγμα στην πραγματικότητα της βιωμένης ψηφιακής εμπειρίας και την ανοικοδόμηση μιας πολιτικής βούλησης που πιστεύει ότι αυτή τη στιγμή απουσιάζει: «Πρέπει να είναι στο χέρι των πολιτικών να θέσουν τα όρια της ψηφιακής τεχνολογίας, αντί η ψηφιακή τεχνολογία να θέτει τα όρια της πολιτικής». Ενάντια στην ψευδαίσθηση της «ψηφιακής ουδετερότητας», στον φιλελεύθερο πειρασμό του «κάθε άνθρωπος για τον εαυτό του» ή στη χίμαιρα της «εκπαίδευσης με οθόνη» (σαν τα σχολεία, στην τρέχουσα κατάσταση αποσύνθεσής τους, να μπορούν να κάνουν οτιδήποτε ενάντια στη δύναμη των Big Tech), ο Ντετόμπ υποστηρίζει, όπως και άλλοι πριν από αυτόν, την ανάγκη για δημόσια δράση ικανή να αποκαταστήσει την αίσθηση των ορίων, τόσο μέσω της επαναβεβαίωσης του κράτους όσο και μέσω της εξέλιξης του νομοθετικού πλαισίου και της εφαρμογής της «εποπτείας των πολιτών» στην ψηφιακή τεχνολογία.
Και η ατομική ελευθερία; Επιφανειακά, το αίτημα της αυτονομίας νοιάζει να έχει υλοποιηθεί στην ψηφιακή επανάσταση, παραδέχεται ο Ντετόμπ. Ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει το δικό του «προφίλ», να επιλέξει τις κοινωνικές του συνδέσεις και να απομακρύνει από το δίκτυό του όσους τον βαριούνται ή τον εκνευρίζουν. Το δίκτυο γίνεται «επιλεκτικό» και ολόκληρη η ψηφιακή διεπαφή είναι προσανατολισμένη: ο αλγόριθμος απευθύνεται στα ενδιαφέροντά μας και η διαφήμιση στοχεύει ανάλογα με τα γούστα μας. Ουσιαστικά, επωφελούμαστε από μια βιτρίνα που έχει σχεδιαστεί αποκλειστικά για τη δική μας προώθηση! Το τίμημα; Η κατ’ ουσίαν κοινωνική μας αποσύνδεση.
Όμως και αυτή, τονίζει, δεν προέκυψε τυχαία. Η ψηφιακή τεχνολογία έχει καλύψει ένα κενό. Αντιμέτωποι με την κατάρρευση των δομικών συμβολικών πλαισίων της θρησκείας, του έθνους και της ζωής στο χωριό, έπρεπε να προταθεί ένα νέο ιδανικό για το οποίο θα έπρεπε να αγωνιστούμε. Ο θάνατος των ουτοπιών, μετά την προβλεπόμενη, αλλά και φανταστική, νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της καταναλωτικής κοινωνίας (όπως την οραματίστηκε ο Φράνσις Φουκουγιάμα), αναμενόταν να μεταφραστεί σε μια ξέφρενη αναζήτηση μιας νέας ώθησης. Οι νέες τεχνολογίες φαινόταν –για ένα διάστημα– ικανές να ικανοποιήσουν αυτή την ανάγκη για νόημα, να παρέχουν αυτή τη νέα κινητήρια δύναμη για να προσκολληθούν. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η κοινωνική παντοδυναμία της ψηφιακής τεχνολογίας κατέστη δυνατή από ένα κλίμα κούρασης, από την αυξανόμενη μοναξιά των ατόμων που χάνονταν σε έναν κόσμο που στερούνταν ενός κοινού οράματος.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Η ψηφιακή τεχνολογία στρέφεται τελικά ενάντια στο σύγχρονο εγχείρημα που υποτίθεται ότι υπηρετούσε. Αντί να μας χειραφετήσει, μας ενθαρρύνει να καταφύγουμε σε τεχνητές ταυτότητες και σε μια καρικατούρα εαυτού, κουρασμένοι από την ασάφεια ταυτότητας που δημιουργεί και τον πολιτισμικό σχετικισμό που παράγει. Διαμορφώνοντας συνεχώς το περιεχόμενο που καταναλώνουμε σύμφωνα με τις απόψεις μας, καταλήγουμε να μην γινόμαστε τίποτα περισσότερο από πρόβατα που ακολουθούν ένα κοπάδι ομοίων. Ο ψηφιακός κανόνας μάς επιβάλλεται συνεχώς και μας κάνει πιο μηχανικούς από ποτέ. Η αραίωση, όμως, των στενών κοινωνικών δεσμών (οικογένεια, γείτονες, συνάδελφοι κ.λπ.) υπέρ των εικονικών σχέσεων δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ηθική παρουσία του άλλου, που πάντα ενσαρκώνεται τόσο από μια εμφάνιση όσο και από ένα πρόσωπο. Με λίγα λόγια, η ψηφιακή σύνδεση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την παρουσία, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με τη φυσική ενσάρκωση, έστω και μόνο στο επίπεδο της ορμονικής δραστηριότητας. Πράγματι, όταν αντιμετωπίζουμε μια οθόνη, κατά τη διάρκεια μιας βιντεοκλήσης, παράγουμε ελάχιστη έως καθόλου ωκυτοκίνη, την ορμόνη του δεσμού. Τα άτομα που περνούν ώρες μόνα τους στα δωμάτιά τους όταν είναι συνδεδεμένα με τον ψηφιακό κόσμο, βιώνουν απλώς μια προσομοίωση κοινωνικότητας, όπου έχει εξαφανιστεί το χάσμα δημόσιου-ιδιωτικού χώρου.
Ωστόσο, ακριβώς επειδή η οθόνη φέρει μαζί της ένα μέρος της κοινότητας, μας εμποδίζει να βρούμε εσωτερική γαλήνη. Συνεχώς υποκείμενοι στην φασαρία του κόσμου, σε εσωτερικές διαμάχες ή στην ψυχαγωγία, είμαστε ανίκανοι να καλλιεργήσουμε μια εσωτερική ζωή, πόσο μάλλον μια στοχαστική. Δεν έχουμε πλέον τον νοητικό χώρο να σκεφτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από την καθημερινή μας ενασχόληση που επιβάλλεται από τον ψηφιακό ρυθμό. Αυτό δίνει ουσία στο απόφθεγμα του Ζωρζ Μπερνανός, ο οποίος έλεγε ότι η νεωτερικότητα είναι μια «παγκόσμια συνωμοσία εναντίον όλων των μορφών εσωτερικής ζωής».
Ο ψηφιακός κόσμος είναι ένας εξωτερικά βιωμένος κόσμος. Δεν διαπερνά τη μνήμη μας επειδή η επένδυσή μας είναι ελάχιστη. Και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Είναι εγγενές στην ίδια τη φύση του εικονικού. Μια πρόσφατη μελέτη του MIT, αναφέρει ο Ντετόμπ, δείχνει ότι ένα δοκίμιο γραμμένο με χρήση ψηφιακού μέσου, και ακόμη περισσότερο με τεχνητή νοημοσύνη, απαιτεί ελάχιστη εγκεφαλική δραστηριότητα. Χρησιμοποιώντας αυτήν την ψηφιακή επέκταση, συσσωρεύουμε ένα γνωστικό έλλειμμα, με αποτέλεσμα ένα αδύναμο αποτύπωμα μνήμης των δραστηριοτήτων που εκτελούμε. Ο τελικός κίνδυνος είναι απλώς να χάσουμε τη ζωή. Να την παρακολουθούμε να περνάει χωρίς να την έχουμε ζήσει. Το σενάριο μιας ζωής χωρίς τραχύτητες, όπως περιγράφεται από τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, δεν είναι άλλος από τον κύριο κίνδυνο της εποχής μας. Και μια χαμένη ζωή αντιπροσωπεύει μια σημαντική ποσότητα αποθηκευμένης απογοήτευσης, η οποία μπορεί εύκολα να εκραγεί με μια μορφή εξιλαστήριας βίας. Μόλις ξυπνήσουμε, η νεοαποκτηθείσα διαύγεια απέναντι σε μια χαμένη ζωή μπορεί να αποβεί μοιραία.
Δυστοπία; Κι όμως. Ο Ντετόμπ τιτλοφορεί τον επίλογό του με την φράση: «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Πώς; Με την ενίσχυση της γνωστικής αντίστασης στον ψηφιακό κόσμο. «Χρειαζόμαστε άτομα που θα οπλιστούν για να προστατεύσουν και να αναπτύξουν το μυαλό τους. Η επιτυχία αυτής της νέας ελίτ θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να οργανωθεί και να ενωθεί για να δημιουργήσει νέους δεσμούς κοινωνικής αλληλεπίδρασης», καταλήγει.
Είμαι πολύ περίεργος να δω την εξέλιξη αυτού του νεαρού ταλαντούχου στοχαστή…
