*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
Οι ενδιαφερόμενοι για τις εξελίξεις στην κοσμολογία γνωρίζουν ότι εδώ και χρόνια το καθιερωμένο ερμηνευτικό πρότυπο της επιστήμης αυτής, που ακούει στο ελληνολατινικό ακρωνύμιο ΛCDM και που στον πυρήνα του βρίσκεται η θεωρία της Πρωταρχικής Έκρηξης ή «Big Bang», ότι το πρότυπο αυτό λοιπόν έχει περιπέσει σε βαθύτατη, κάποιοι κρίνουν αθεράπευτη, κρίση.
Ο λόγος είναι τα νέα παρατηρησιακά δεδομένα που έχουμε συγκεντρώσει εσχάτως, ιδίως από το Διαστημικό Τηλεσκόπιο Τζέημς Γουέμπ, δεδομένα που κλονίζουν τις ώς τώρα καλά κατεστημένες βεβαιότητές μας για το σχήμα, την ηλικία και την ταχύτητα διαστολής του Σύμπαντος, τον σχηματισμό των γαλαξιών κ.ο.κ.
Βέβαια όπως όλες οι επιστημονικές επινοήσεις έτσι και το νυν Κοσμολογικό Πρότυπο γεννήθηκε εξαρχής με πολύ σημαντικά κουσούρια. Αυτά οι θιασώτες του τα έλυναν όπως οι οπαδοί της πτολεμαϊκής κοσμολογίας τον καιρό τους με «επικύκλους»: με θεωρητικά μπαλώματα δηλαδή, ad hoc εξαιρέσεις από το γενικό σχήμα, όπως η ιδέα του κοσμικού πληθωρισμού αμέσως μετά το Big Bang. Ή με αναπόδεικτες έως αυτή τη στιγμή, ή και εντελώς μη αποδείξιμες κατ’ άλλους, εικασίες, όπως η Σκοτεινή Ύλη και η Σκοτεινή Ενέργεια. Οι δύο αυτές εντελώς απερίγραπτες και μηδέποτε εντοπισθείσες «ουσίες» υποτίθεται ότι αποτελούν το… 96% του Κόσμου.
Ανάλογη χάωση έχουμε και στο πεδίο της μελέτης της υποατομικής ύλης, όπου την τριαδική συμμετρία που διδασκόμασταν λίγες δεκαετίες πριν στις τάξεις (πρωτόνιο – ηλεκτρόνιο – νετρόνιο) αντικατέστησαν δυο δεκάδες νέων παρδαλώνυμων σωματιδίων, χώρια εκείνα που προβλέπεται ότι θα ανακαλύψουμε στο μέλλον. Για να μη μιλήσω για την κβαντική φυσική που οι εκδηλώσεις της είναι τόσο αδιανόητες ώστε ήδη ο Νιλς Μπορ στον καιρό του πίστευε ότι μόνο η γλώσσα της ποίησης μπορεί να τις εκφράσει.
Που θέλω με όλα αυτά να καταλήξω; Σε δύο «υποθέσεις εργασίας». Η πρώτη έχει να κάνει με την παραδοσιακά αυτονόητη διασύνδεση της επιστήμης με τη γνώση. Νομίζω ότι οι δύο αυτές έννοιες πρέπει πλέον να πάρουν και επισήμως διαζύγιο. Η επιστήμη δεν αποτελεί γνώση για τον απλό λόγο ότι δεν μπορεί, ποτέ δεν μπορούσε και ποτέ δεν θα μπορέσει να μας παράσχει αξιόπιστες απαντήσεις στις κορυφαίες απορίες μας για τη γένεση του Κόσμου, τη φύση του Χώρου, την έννοια του Χρόνου κ.ο.κ. Στα ζητήματα αυτά δεν έχουμε κάνει βήμα από την εποχή των Προσωκρατικών – και ούτε πρόκειται. Στο πεδίο αυτό, των έσχατων ερωτημάτων, οι απαντήσεις του ποιητή ή του μύστη, ως προβολές ψυχοπνευματικές και όχι απλώς διανοητικά παράγωγα, θα εξακολουθήσουν να μας προσφέρουν ικανοποιητικότερες, δηλαδή κοινωνικά πειστικότερες αποκρίσεις. Στην πράξη, και η επιστήμη όταν καταπιάνεται με αυτά τα ερωτήματα, τις αποκρίσεις του ποιητή και του μύστη υιοθετεί, ενίοτε εν αγνοία της προέλευσής τους.
Με αυτή την έννοια, της κατανόησης της έσχατης πραγματικότητας, η επιστήμη δεν αποτελεί γνώση αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, μέθοδο εμπειρικών μετρήσεων με πρακτικό αποτέλεσμα. Τέτοιες μέθοδοι μπορεί να υπάρχουν πολλές και παράλληλες. Με την αστρονομία του Κλαύδιου Πτολεμαίου μια χαρά μπορείς και σήμερα ακόμη να διαπλεύσεις τη Μεσόγειο, με τη νευτώνεια φυσική φτάνεις ώς τη Σελήνη, με τις εξισώσεις του Αϊνστάιν φτιάξαμε πυρηνικά εργοστάσια και δορυφορικά συστήματα πλοήγησης κ.ο.κ. Όσο οι πρακτικές μας ανάγκες θα πληθαίνουν, τόσο οι μέθοδοι αυτές θα πολλαπλασιάζονται, χωρίς όμως να μας προσφέρουν μια βαθύτερη, πολλώ δε μάλλον τελική γνώση του κόσμου. Και οι μέλισσες και οι φάλαινες διαθέτουν βιολογικά συστήματα γεωεντοπισμού εξαιρετικής ακρίβειας, δεν «κατανοούν» όμως καλύτερα τον κόσμο από το πλαγκτόν ή τα κυανοβακτήρια.
Η δεύτερη εικασία μου έχει να κάνει με το χρονικό σημείο της κρίσης στη κοσμολογία. Δεν είναι τυχαίο ότι συμπίπτει με όλες τις άλλες μείζονες κρίσεις των ημερών μας, τη δημογραφική κατάρρευση λ.χ., τη σώρευση των οικονομικών κραδασμών, τις αβεβαιότητες των τεχνολογικών επινοήσεων, την ψυχική καθίζηση λόγω του γενικού σχετικισμού, ή τον κλονισμό του διεθνούς πολιτικού συστήματος. Με τον τρόπο της είναι μια υπο-κρίση της μείζονος κρίσης, μια ακόμη καταβόθρα μες στον Ωκεανό της Αβεβαιότητας όπου αρμενίζουμε πλησίστιοι. Και θα διευθετηθεί, αν ποτέ, μαζί μ’ εκείνη.
Πρώτα δηλαδή θα ανασχεθούν οι φυγόκεντρες δυνάμεις που κατακερματίζουν τον κοινωνικό μας κόσμο και κατόπιν θα αποκατασταθεί ένα επιστημονικό πρότυπο του φυσικού κόσμου ενικό και κεντρομόλο – και όχι το αντίστροφο.
///
«Θα ήμουνα τότε είκοσι χρονών. Και θυμάμαι ότι εκείνο το βράδυ της ποιητικής συνεργασίας μου με τον Καβάφη, γιατί περί συνεργασίας κατά βάθος επρόκειτο, είχα μείνει αργά στο σαλόνι του. Και τότε, σε μια στιγμή, ένοιωσα, θυμάμαι, όλη του την ψυχή συγκεντρωμένη στο βλέμμα του, στην αφή των χεριών του, έτοιμη ν’ αποτολμήσει προς εμέ κίνηση φυτού σαρκοβόρου.»
ΤΙΜΟΣ ΜΑΛΑΝΟΣ
(Το παράθεμα από την αναγνωστικά ερεθιστική νέα βιογραφία του ποιητή των Τζουσδάνη-Τσαφαρά που σε μετάφραση Μ. Μακρόπουλου κυκλοφορεί από το Μεταίχμιο.)
///
Ένας θεός ξέρει τι θα σχολιάζαμε τώρα, αν μαθαίναμε αίφνης ότι οι ελληνικές ή οι γαλλικές ή οι ρωσσικές ή οι κινεζικές δημόσιες υπηρεσίες, το πλείστο της κρατικής μηχανής, κατέβαζαν ρολά. Κι όμως, αυτό γίνεται στις ΗΠΑ δεκαετίες τώρα, πάλι και πάλι, κι έχουμε μάθει να το θεωρούμε περίπου φυσικό, αμερικάνικη παραξενιά…
Στην πράξη, το κρατικό λουκέτο στην Αμερική, είναι μια ακόμη, ίσως η επιδεικτικότερη, έκφραση της βαθιάς παρακμής που ταλανίζει αυτή τη χώρα. Ο κομματισμός, η ακραία δικομματική πόλωση, είναι τέτοια και τόση ώστε αποτρέπει όλο και περισσότερο τον συμβιβασμό και τη σύγκλιση. Σε συνδυασμό πάντα με το άθλιο συνταγματικό και δικαστικό σύστημα, που πριν από δύο αιώνες ήταν στην πρωτοπορία, σήμερα όμως πρέπει να είναι το πιο καθυστερημένο και δυσλειτουργικό του κόσμου.
Απλούστατα, τέτοια πράγματα θα ήταν παντού αλλού αδιανόητα. Σαν κάτι αρχοντοξεπεσμένους που δεν καταλαβαίνουν το κατάντημά τους όσο ακόμη οι άλλοι υποκλίνονται εμπρός τους με σεβασμό, η Αμερική ζει από τα έτοιμα, ξεκοκκαλίζει την κληρονομιά του παρελθόντος. Και δεν ακούει το σαράκι που της πριονίζει τις ρίζες και τον κορμό.
Θυμάμαι εκείνη την καταπληκτική πρόβλεψη του Κονδύλη ότι οι Κινέζοι
«θα ξεκινήσουν την αποφασιστική μάχη μόνο όταν θα έχουν ήδη ουσιαστικά κερδίσει το παιχνίδι […] Ίσως μάλιστα περιμένουν ώσπου να διαλυθούν πρώτα οι ΗΠΑ».
///
Μαμαγκάκης, Μαρκόπουλος, Θεοδωράκης, Σαββόπουλος, Χατζιδάκις… Σκέφτομαι τώρα τη μοίρα των κορυφαίων της μουσικής μας από τη δεκαετία του 1960 και δώθε. Τους δύο πρώτους τους κατάπιε ζωντανούς ακόμη η σιωπή. Παρότι εξακολούθησαν να συνθέτουν και να παρουσιάζουν σημαντικά έργα ώς το τέλος της ζωής τους, η δημόσια παρουσία τους έφθινε όλο και περισσότερο, συμπαρασύροντας σιγά σιγά στην αφάνεια και τα έργα τους εκείνα που τους έκαναν αρχικά, ιδίως τον Μαρκόπουλο, δημοφιλείς. Ο Θεοδωράκης και ο Σαββόπουλος, αντίθετα, παρέμειναν αδιαλείπτως στο προσκήνιο, χάρη όμως στην πληθωρική τους προσωπικότητα προπάντων, και λιγότερο λόγω της μουσικής τους της ίδιας. Και ο ένας και ο άλλος υπήρξαν φυσιογνωμίες πολωτικές, και πολιτεύθηκαν με παλινωδίες έχοντας πάντα ως κύριο μέλημα την επιβίωση του έργου τους σ’ ένα πολιτιστικό περιβάλλον ολοένα πιο ρηχό και αντίξοο. Για λόγους που αξίζει κάποτε να διερευνηθούν, στον Μίκη η συλλογική μας μνήμη αυτό το συγχώρεσε, στον Νιόνιο όχι.
Η μοίρα του Χατζιδάκι υπήρξε όμως η πιο σκληρή. Οι διαχειριστές της κληροδοσίας του επιμένουν να ερμηνεύουν τόσο άκαμπτα τον, ήδη υπερβολικό, αριστοκρατισμό του συνθέτη, ώστε ουσιαστικά απέσυραν το κοσμαγάπητο έργο του από την δημοσιότητα. Ας συγκρίνει κανείς τις φετεινές επετειακές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη με την απουσία αντίστοιχων τέτοιων για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μάνου (και οι δύο γεννήθηκαν το 1925)… Εδώ και χρόνια, οι τραγουδιστές που ζητούν να ερμηνεύσουν Χατζιδάκι στις συναυλίες τους ή όπου αλλού εμφανίζονται, σπανίως παίρνουν την άδεια να το κάνουν. Το αποτέλεσμα είναι η αποξένωση του έργου του από τον φυσικό του αποδέκτη, το ευρύ κοινό. Ιδίως οι νέοι, ουσιαστικά τον αγνοούν…
///
Το νέο (!) γαλλικό κυβερνητικό ναυάγιο δείχνει για μια ακόμη φορά: ο δυτικός, ιδιαίτατα ο ευρωπαϊκός, υπαρκτός φιλελευθερισμός πνέει τα λοίσθια. Όταν ως συλλογικό σώμα δεν συναινείς στα στοιχειώδη (λ.χ. στο πόσα φύλα υπάρχουν…) πώς περιμένεις οι κοινοβουλευτικοί σου εκπρόσωποι να ομονοήσουν σε ζητήματα απείρως πολυπλοκότερα (όπως, ας πούμε, στην κατάρτιση ενός προϋπολογισμού);
Ο ατομοκεντρικός κατακερματισμός έχει τόσο προχωρήσει ώστε πλέον η δημοκρατία ως πολίτευμα να μην λειτουργεί. Διότι η δημοκρατία προϋποθέτει ακριβώς έναν Δήμο, έναν λαό δηλαδή, μια συλλογικότητα που εξυπαρχής αποδέχεται έναν κοινό τρόπο του ζην και του πολιτεύεσθαι, που συναινεί όχι μόνο ώς προς τα δικαιώματα ενός εκάστου, αλλά και ώς προς τα καθήκοντά του έναντι της ολότητας. Οι τωρινές εγωτικές ατομοκρατίες δεν είναι δημοκρατίες, αλλά το αντίθετό τους, τάσεις διαλυτικές: Centre cannot hold… Άρα, αναπόφευκτα, θα σκορπίσουν.
Τι θα πάρει τη θέση τους; Κατά πάσα σχεδόν βεβαιότητα, ένας νέος ιδεολογικός και πολιτικός συγκεντρωτισμός: αυταρχικού ή και ολοκληρωτικού χαρακτήρα. Και το πιο παράδοξο; Αυτό το νέο καθεστώς θα έχει προεξασφαλισμένη σχεδόν την υπακοή της πλειοψηφίας. Όπως και στην αρχαιότητα, αθηναϊκή ή ρωμαϊκή, εμπρός στο πιο κρίσιμο μέλημα, αυτό της αυτοσυντήρησης, οι ευαισθησίες περί του τύπου του πολιτεύματος πολύ λίγο θα μετρήσουν. Όπως θα έγραφε και ένας δικός μας ποιητής, «ντόρος, κόρος, κόπος» θα νικήσουν…
///
Μπορούμε να εκτιμήσουμε πράγματι ένα έργο αν διαφωνούμε ριζικά με την κοσμοεικόνα από την οποία εμπνέεται, με τις ιδέες και την πολιτική στάση που εκφράζει;
Η απάντηση εδώ είναι και «ναι» και «όχι». Προφανώς, όταν ένας δημιουργός μάς συγχύζει τόσο σε ζητήματα που εκείνη τη στιγμή είναι για μας επείγοντα και ζωτικά, η δεκτικότητά μας απέναντι στο έργο του εξανεμίζεται. Η αυθυπέρβαση που, από πλευράς μας, απαιτείται είναι τόσο κοπιώδης ώστε η επικοινωνία καθίσταται λίγο πολύ αδύνατη.
Από την άλλη, οι κρίσιμες λέξεις εδώ είναι το «κρίσιμα» και το «ζωτικά». Αρκεί το θέμα που μας συνεγείρει να υποχωρήσει κάπως στη συνείδησή μας, αρκεί η επικαιρότητά του να αναιρεθεί και τότε βλέπουμε το αυτονόητο: ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να αναχθεί στις ιδέες που εκφράζει, καμιά ιδεολογία, καμιά πίστη δεν το χωράει ολόκληρο. Επίσης, ένα έργο, κατά το μέτρο που είναι γνήσιο, δεν υπηρετεί μια ιδεολογία παρά μόνο συγκυριακά. Αν έχει κάτι βαθύτερο, διαρκέστερο να μας πει, θα εξακολουθήσει να το κάνει με επιτυχία ακόμη και όταν το πιστεύω ή το δόγμα που υπερασπίζεται απαξιωθούν.
Αυτός είναι ο λόγος που η θρησκευτική τέχνη των αρχαίων πολιτισμών ή και των χριστιανικών Μέσων Χρόνων εξακολουθεί να μας τέρπει αισθητικά σήμερα, παρότι ο κόσμος στον οποίο αναφέρεται έχει καταβυθιστεί. Αυτός είναι ο λόγος που η στρατευμένη τέχνη που γέννησε η Γαλλική ή η Ελληνική ή Ρωσσική Επανάσταση συγκρατεί έως σήμερα μεγάλο μέρος της αξίας της, μολονότι οι ωροδείκτες της ιστορίας έχουν μετακινηθεί στην άλλη άλλη άκρη του καντράν. Αυτός είναι ο λόγος που δεν παύουμε να διαβάζουμε τον Σελίν ή τον Χάμσουν ή τον Μπενν μ’ όλο το φιλοναζιστικό παρελθόν τους. Η σπουδαία τέχνη πάει βαθύτερα από τις ατομικές προθέσεις του δημιουργού της ή τις συλλογικές ανάγκες του συγκαιρινού της κοινού. Ριζώνει σε στρώματα θυμικά πολύ μυχιότερα και η επίδρασή της στο παρόν αναγεννάται κάθε φορά, κάθε εποχή, διά της χρονικής αναστροφής: μέσω της εμβάπτισης δηλαδή του εκάστοτε επικαιρικού στην μεγάλη κολυμβήθρα της διάρκειας.
Όπως έλεγε και ο Τερέντιος, «Homo sum, humani nihil a me alienum puto», «άνθρωπος είμαι, τίποτε το ανθρώπινο δεν μου ’ναι ξένο». Κάπου στο αβυθομέτρητο βάθος του εαυτού μας, πίσω από τα φτενά τείχη των «απόψεων» που υποτίθεται ότι μας περιφρουρούν, λανθάνει κάτι ουσιωδέστερο, και γι’ αυτό ανθεκτικότερο. Αυτό είναι που μας συνέχει. Ακόμη και όταν επικαιρολογούν, οι κορυφαίοι καλλιτέχνες, οι κορυφαίοι συγγραφείς γι’ αυτό μας μιλούν.
///
Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ
Είναι φορές που εκεί που ζεις, στα ξαφνικά,
μια πόρτα ανοίγει και σου γνέφουν να περάσεις.
Κι όντως το κάνεις, μα δειλά, προσεκτικά,
σαν να φοβάσαι μη σκοντάψεις και σωριάσεις
κάτω στο πάτωμα τα ξένα γυαλικά
ή, ζαλισμένος απ’ τις αναθυμιάσεις
των δυνατών κρασιών, προσβάλλεις τραγικά
του αυστηρού σπιτιού εκείνου τις συμβάσεις.
Κι είναι φορές που, πράγματι, το πετυχαίνεις
και με τους τρόπους σου («Τι αβρός συζητητής!»
«Πόσο τα λόγια του στ’ αλήθεια έχουν ουσία…»)
όλοι σου δίνουνε μεγάλη σημασία.
Μα απ’ τα χαμόγελα εσύ μη γελαστείς.
Είσ’ επισκέπτης, κι είναι ώρα να πηγαίνεις.
(Από τη σειρά «Τα διπλά σονέτα»)
///
Τι συμβαίνει όταν οι μισοί σε αποκαλούν «αριστερό» και οι άλλοι μισοί «δεξιό» – και οι μεν και οι δε, φυσικά, όχι για να σε επαινέσουν αλλά, αποκλειστικά, για να σε ψέξουν; Την, οφειλόμενη, απάντηση έχει δώσει ο Παναγιώτης Κονδύλης:
«Όταν όλοι οι σχολιαστές μιας θεωρίας την παρανοούν προς την ίδια κατεύθυνση, τότε ένα μέρος της ευθύνης ίσως το έχουν ασαφείς διατυπώσεις του συγγραφέα, που γεννούν μονοσήμαντα ορισμένη εντύπωση. Όταν όμως την παρανοούν προς εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις, τότε μάλλον φταίνε οι ίδιοι. Στην περίπτωση των κριτικών μου το εκάστοτε περιεχόμενο του σφάλματος διαφέρει, όμως η πηγή του σφάλματος είναι κοινή. Καθώς αρνούνται να αναγνωρίσουν τον περιγραφικό χαρακτήρα της θεωρίας μου προσπαθούν, αγνοώντας κεντρικές θέσεις και αναλύσεις μου, να αντλήσουν απ’ αυτήν ό,τι αντλεί κανείς από τις κανονιστικές οδηγίες, δηλ. οδηγίες συμπεριφοράς. Καθώς όμως αντλούν από τη θεωρία μου εντελώς διαφορετικές τέτοιες οδηγίες, δείχνουν άθελά τους τι συμβαίνει στην πραγματικότητα: ότι από μια περιγραφική θεωρία μπορείς να συναγάγεις όποια πρακτικά πορίσματα θέλεις, για τον απλούστατο λόγο ότι η θεωρητική περιγραφή καθ’ εαυτήν διόλου δεν συνδέεται λογικά με πορίσματα τέτοιας υφής, τα οποία είναι και παραμένουν συναρτήσεις υπαρξιακών αποφάσεων. Από ένα εγχειρίδιο τοξικολογίας μπορείς να ποριστείς οδηγίες για την καταπολέμηση των δηλητηριάσεων και υποδείξεις για την διάπραξη ενός εγκλήματος.»
///
Γιατί δεν έχει τιμηθεί ποτέ κανείς Κινέζος με το Νομπέλ Οικονομίας, αναρωτιέται ξένος αρθρογράφος. Γιατί μήπως παίρνουν οι Κινέζοι επιστήμονες ή λογοτέχνες Νομπέλ για τις επιδόσεις τους, είναι η απάντηση. Πολύ σπανίως (η Ταϊβάν έχει περισσότερους νομπελίστες!) και κατά προτίμηση αν ζουν μακριά από την πατρίδα τους. Τα Βραβεία Νομπέλ ήταν πάντοτε δυτικοκεντρικά, υπηρέτες του αφηγήματος της ηθικής, πολιτιστικής και οικονομικής υπεροχής των (Δυτικο)ευρωπαίων και Αμερικανών επί του επίλοιπου κόσμου. Αραιά και πού, για ξεκάρφωμα, δινόταν το Μετάλλιο του Αλφρέδου Νομπέλ και σε επικριτές της ευρωαμερικανοκρατίας, ιδίως στο πεδίο της λογοτεχνίας. Έτσι το πήρε ένας Νερούδα, ένας Πίντερ, ένας Χάντκε.
Αυτά είναι όμως σταγόνες στον ωκεανό. Τα οχτώ στα δέκα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου είναι σήμερα κινεζικά, αποφάνθηκε τον Ιούνιο που μας πέρασε το Nature (το διασημότερο επιστημονικό περιοδικό της υφηλίου, που εδρεύει παρακαλώ στο Λονδίνο) με την ετήσια λίστα που καταρτίζουν οι συνεργάτες του.
Ε και; Πόσοι Κινέζοι επιστήμονες που ζουν και εργάζονται στην πατρίδα τους έχουν αξιωθεί ποτέ το Νομπέλ; Ένας! Για την ακρίβεια μία: η φαρμακολόγος Γιούγιου Του, το Βραβείο Ιατρικής για την εργασία της πάνω στην ελονοσία.
///
ΒΟΥΔΑΣ
Σαν ν’ αφουγκράζεται ήταν. Τη σιγή: από πέρα…
Στήσαμε αυτί κι εμείς, μα δεν ηχούσε πια.
Είν’ έν’ αστέρι αυτός. Κι άλλα πελώρια αστέρια,
σ’ εμάς αθέατα, του στέκονται κοντά.
Είναι το παν αυτός. Ελπίζαμε η ματιά του
να πέσει πάνω μας; Μα ποια ’χει ανάγκη αυτός;
Και να προσπέφταμε στα πόδια τα δικά του,
θα ’μενε αυτός στα βάθη του, σαν ζώο αργός.
Γιατί το κάλεσμα που εμπρός του μας τραβά,
μύριες μυριάδες χρόνια μέσα του πλανιέται.
Ό,τι γνωρίζουμε εμείς αυτός τ’ αρνιέται,
κι ένα γνωρίζει: εκείνο που μας κυβερνά.
ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ
///
«Ο πλούτος είναι ισχύς, και η ισχύς χωρίς έλεγχο οδηγεί χώρες στην εξάρτηση. Η Ελλάδα δεν μπορεί να επιβιώσει ως κυρίαρχο κράτος αν χάσει τον έλεγχο των πηγών ενέργειας, των επικοινωνιών, των μεταφορών και των υποδομών της. Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό. Οταν οι αποφάσεις λαμβάνονται από μετόχους στο εξωτερικό, η ψήφος των πολιτών χάνει το πρακτικό της νόημα. Πολλώ δε μάλλον όταν οι μέτοχοι αυτοί έχουν διασπορά συμφερόντων και σε χώρες που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή για εθνικούς λόγους.»
Ο Μιχάλης Σάλλας, ο τραπεζίτης, αυτά. Τη στιγμή που το 70% της αξίας των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών ανήκει σε ξένους. Τη στιγμή που οι μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις γδύνονται ακόμη και λεκτικά από τα τελευταία ίχνη της ελληνικότητάς τους (ο ΟΤΕ-Cosmote γίνεται Telekom, o ΟΠΑΠ γίνεται Allwyn, η Μυτιληναίος γίνεται… Metlen κ.ο.κ., κ.ο.κ.) με την κυβέρνησή μας όχι μόνο να μην κάνει το παραμικρό για να ανακόψει τον αφελληνισμό τους αλλά να χειροκροτεί και από πάνω για την… εμπιστοσύνη που μας δείχνουν λέει οι ξένοι επενδυτές. Τη στιγμή που οι ξένοι εξαγοράζουν en mass ξενοδοχεία, αστικά ακίνητα, παραθεριστικές κατοικίες και ό,τι άλλο αξίας μας έχει απομείνει – ακόμη και ιδιωτικά σχολικά συγκροτήματα!…
Παντού στον πλανήτη, τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα της κατά φαντασίαν ελεύθερης αγοράς δίνουν τη θέση τους στον οικονομικό ρεαλισμό, στη συνειδητοποίηση ότι δεν νοείται εθνική κρατική κυριαρχία χωρίς εθνικό έλεγχο των βασικών οικονομικών μεγεθών, παντού γίνεται λόγος για ψηφιακή κρατική κυριαρχία, για εθνική αυτάρκεια τροφίμων και ενέργειας, για τη ζωτική σημασία των συγκοινωνιακών κόμβων (οδών, δικτύων, λιμανιών, αεροδρομίων), κι εμείς ξεπουλάμε τα πάντα σαν να μην υπάρχει αύριο…
///
Σε βυθό πέφτει από βυθό, ώς που δεν ήταν άλλος…
*
*
*
*

