*
τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
Τὸ ἀνώτερο εἶδος ἱστοριογραφίας εἶναι ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἐπαγγελματίες ἱστορικοὶ τοῦ καιροῦ μας τὸ βλέπουν κάπως ἀφ’ ὑψηλοῦ, ἂν δὲν τὸ περιφρονοῦν κιόλας: ἡ κλασσικοῦ τύπου ἀφήγηση, ἐκείνη ποὺ ἐκθέτει γραμμικὰ τὰ συμβάντα, ἡ ἀποκαλούμενη ὑποτιμητικὰ «γεγονοτική». Ἡ πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ διπλωματικὴ ἱστορία κυρίως, καὶ τὰ ὑποείδη τους.
Καὶ ὑπερέχει αὐτὴ ἡ ἱστοριογραφία κατὰ πολὺ ἀπὸ τὶς τωρινὲς ἱστορικὲς σχολὲς γιὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὰ ἐκφραστικά της μέσα. Ἱστορῶ σημαίνει ἀφηγοῦμαι, διηγοῦμαι, ἀναθιβάλλω καταπὼς ἔλεγε ὁ Κορνάρος. Ἀνακαλῶ χρονικὰ μιὰ ἁλυσίδα συμβάντων, ἀφήνω τὰ ἴδια τα συντελεσθέντα νὰ παρουσιάσουν τὸν ἑαυτό τους, νὰ αὐτοαναλυθοῦν, κρατῶ τὰ συμπεράσματα τὰ δικά μου γιὰ τὸ τέλος καὶ περιορίζω τὶς εἰδικὲς ἔννοιες στὸ ἐλάχιστο.
Οἱ μεγάλοι τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας, ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο καὶ δῶθε, ἦταν πρὶν ἀπ’ ὅλα σπουδαῖοι παραμυθάδες, ἦταν τεχνίτες τοῦ λόγου, ἤξεραν νὰ αἰχμαλωτίζουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἀναγνώστη, νὰ τὸν τέρπουν μὲ τὸ πιὸ ἁπλὸ μέσο, ἐκθέτοντάς του γραμμικά τα καθέκαστα. Οἱ σημερινοὶ ἱστορικοὶ πάλι, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ εὐφραδεῖς ἀνάμεσά τους, ἐπειδὴ συνήθως ἀναλύουν πολὺ καὶ ἀφηγοῦνται λίγο, ἢ καὶ καθόλου, στὴν καλὴ περίπτωση εἶναι ἐξαίρετοι λόγιοι. Πάει νὰ πεῖ, χαμένοι ἀπὸ χέρι στὴ σύγκριση.
Ὁ δεύτερος λόγος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν γνωστικὸ πλοῦτο τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας. Πλάι στὴ λογοτεχνία, ἡ ἀφηγηματικὴ ἱστορία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μελετᾶ στὸ ὠμό, χαοτικό της ξετύλιγμα τὴν ἀνθρώπινη πράξη. Ἄρα καὶ ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ φέρει στὸ φῶς τὴν ἀβυσσαλέα τυχαιότητα ποὺ διέπει τὴ ζωή μας, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπροσδιοριστία ποὺ ὁρίζει τὴ μοίρα μας. Ἀλλὰ καὶ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἀνθρώπινων παθῶν.
Διαβάζοντας ἀπὸ πρῶτο χέρι γιὰ τὰ χούγια τοῦ Κανδαύλη ἢ τοῦ Ἀλκιβιάδη, τοῦ Κηρουλάριου ἢ τοῦ Μαρά, μαθαίνεις πόσο ἀλλιῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν πάει τὰ πράγματα, πῶς μιὰ ἐλαφρὰ μετατόπιση, ἕνα πέταγμα τῆς ἱστορικῆς πεταλούδας ἐδῶ, θὰ μποροῦσε νὰ φέρει τὰ πάνω κάτω σὲ ὅλα ὅσα ἐπακολούθησαν. Ἕνα ἁμάξι στὸ Σαράγεβο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν προκαθορισμένη του διαδρομή, μιὰ μαϊμοῦ ποὺ δαγκώνει ἕναν ἐστεμμένο, μιὰ πανδημία ποὺ χτυπάει νωρίτερα τὸν ἕνα στρατὸ καὶ ἀφήνει τὸν στρατὸ τοῦ ἀντιπάλου του ἐπὶ δὐο βδομάδες ἀλώβητο, μιὰ βόμβα ποὺ δὲν σκάει ὅπως πρέπει – πόσες τέτοιες συμπτώσεις ἀλήθεια δὲν χρειάστηκαν γιὰ νὰ γίνει ὁ 20ὸς αἰῶνας; Ὅπως στὸ περίφημο ποίημα τοῦ Ρόμπερτ Φρόστ, τὰ μονοπάτια ποὺ παίρνουμε ἢ δὲν παίρνουμε, στὸ ξεκίνημά τους ἐλάχιστα διαφέρουν, τὸ ποιό θ’ ἀκολουθήσουμε τὸ κρίνουν παράγοντες κάποτε ἀσήμαντοι. Στὸ τέλος μόνο καταλαβαίνουμε σὲ πόσο ἀποκλίνοντες προορισμοὺς ὁδηγοῦν.
Κι ὅσο γιὰ τὰ μοιραῖα πάθη καὶ τὶς συνέπειές τους, οἱ θυμικὲς ἰδιοσυγκρασίες ἑνὸς Ἀλέξανδρου ἢ ἑνὸς Ναπολέοντα, ἑνὸς Νέρωνα ἢ ἑνὸς Χίτλερ, μιλοῦν ἀπὸ μόνες τους. «Ἀποδίδω μεγάλη βαρύτητα στὰ συναισθήματα», λέει ἕνας ἱστορικὸς τοῦ καιροῦ μας, ὁ μεγάλος Ἔρνστ Νόλτε.
«Καὶ μάλιστα τόσο στὰ ἀνυψωτικά, τὰ συνεγερτικὰ συναισθήματα, ὅσο καὶ στὰ νοσηρά, τὰ ἀρρωστημένα συναισθήματα. Ἀπ’ αὐτὰ ξεπηδοῦν οἱ περισσότερες μεγάλες στιγμὲς τῆς ἱστορίας».
Ἔμμονοι πόθοι καὶ ποικιλώνυμα σύνδρομα, ἀπωθημένες ἐνοχὲς καὶ ζωτικὰ ψεύδη, ἡ ὁρμὴ τῆς αὐτοκαταστροφῆς προπάντων, ποὺ τόσο καθαρὰ τὴν ἀκοῦμε στοὺς δρόμους τοῦ σαστισμένου μας κόσμου τὰ χρόνια αὐτά, ὠμὰ πάθη δηλαδή – αὐτὰ κινοῦν τὴν ἱστορία περισσότερο ἀπ’ ὅλη τὴ σταθμίσιμη δυναμικὴ τῶν ψυχρῶν μεγεθῶν. Τῆς προμηθεύουν τὸ ὑλικὸ ἀπ’ τὸ ὁποῖο εἶναι φτιαγμένη.
Εἶναι λογικὸ βέβαια, σὲ καιροὺς ἀναλυτισμοῦ καὶ νουμεροποίησης τῶν πάντων, καὶ οἱ ἱστορικοὶ νὰ ἐναγκαλίζονται τοὺς θετικισμοὺς καὶ τὶς θεωρίες. Τὸ σύμπλεγμα ἀπέναντι στὶς ἀκριβεῖς λεγόμενες ἐπιστῆμες ἀπὸ τὸν 19ο αἰῶνα ὣς τὶς μέρες μας καλὰ κρατεῖ. Ὕστερα, ὅσο πιὸ πολύπλοκοι γίνονται οἱ πολιτισμοὶ καὶ οἱ βιοτικές μας σχέσεις, τόσο πιὸ πολὺ οἱ ἄνθρωποι ζητοῦν νὰ βροῦν παραμυθία σὲ ἑρμηνευτικὰ “σχήματα” ‒ ντετερμινιστικά, οὐτοπικά, μεσσιανικὰ προπάντων. Σὲ οἰκονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικοὺς “νόμους”. Μέσα ἀπ’ αὐτά, τοὺς ἐπιτρέπεται κάπως, φαντάζονται, νὰ προεικάσουν τὸ μέλλον. Ἄρα καὶ νὰ πιστέψουν ὅτι τὸ ἔχουν στὰ χέρια τους. Ὅμως τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ τὰ παιχνίδια τῆς τύχης εἶναι ποὺ φτιάχνουν τὸ αὔριο, τὶς μελλούμενες κοινωνίες, τὴ νέα ζωή. Ὄχι κάποια ἀφηρημένα διαγράμματα.
Ὑπάρχει κάτι τὸ ζοφερὸ καὶ τὸ τυχάρπαστο στὴν ἀνθρώπινη φύση. Κάτι ποὺ ὑπηρετεῖ τὴν αὐτοσυντήρηση ἀνάποδα ἀπ’ ὅ,τι οἱ θιασῶτες τῆς πρόνοιας συνετὰ θὰ ὑπέθεταν – γυμνάζοντας τὴν ἀντοχή της καὶ τιμωρῶντας τὴν ἀδυναμία της, ὅπως τὰ κύτταρα τοῦ καρκίνου τὸ ζωντανὸ σῶμα. Δὲν ἔχουν λόγο ἐδῶ τὰ ἐξηγητικά μας θεωρήματα. Στὸ τέλος, ξαναγυρνᾶμε ἔκθαμβοι στὶς ἴδιες ἐκεῖνες, τὶς τόσο οἰκεῖες μας, ὅπως νομίζαμε, σελίδες τοῦ Θουκυδίδη. Κι ἀναρωτιόμαστε πῶς γίνεται νὰ μὴν τὶς ἔχουμε ὣς τώρα συλλογιστεῖ.
*
*
*
