Στην Κηφισιά, στις 13 Αυγούστου του 1857

Άποψη της Πάρνηθας από την Κηφισιά, σε απεικόνιση του Γρηγορίου Σούτζου· στο κέντρο διακρίνεται ο λόφος του Προφήτη Ηλία (Εθνική Πινακοθήκη).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Αν ανατρέξει κανείς τα φύλλα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως των χρόνων της βασιλείας του Όθωνος, θα διαπιστώσει ότι συχνά, κατά τους μήνες του θέρους, τα βασιλικά διατάγματα είχαν ως τόπο υπογραφής τους την Κηφισιά —  «ἐν Κηφισσίᾳ», κατά τη γλώσσα της εποχής. Ο Βαυαρός πρώτος μονάρχης της Ελλάδας δεν διέθετε θερινά ανάκτορα και κατέφευγε τα καλοκαίρια σε αυτό το μικρό χωριό της Αττικής, που χάρις στην πηγή του Κεφαλαρίου και την πλούσια βλάστησή του, πρόσφερε τη μοναδική διέξοδο από την αφόρητη ζέστη της Αθήνας. Η Κηφισιά των 312 κατοίκων —κατά την απογραφή του 1844— γινόταν τότε η θερινή έδρα του βασιλείου και συγκέντρωνε, εκτός από τον βασιλιά και την ακολουθία του, κυβερνητικούς αξιωματούχους, πολιτικούς, διπλωμάτες και άλλα διακεκριμένα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας.

Ο Όθων διέμενε σε ταπεινά οικήματα δίχως βασιλικές ανέσεις, τα οποία του παραχωρούσαν οι ιδιοκτήτες τους. Μόνον κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του χρησιμοποίησε τη νεόδμητη κατοικία του Μιχαήλ Τοσίτσα, την πρώτη αληθινά άνετη και πολυτελή για τα δεδομένα του οικισμού, με άπλετη θέα προς την Πάρνηθα και μεγάλο μέρος της αθηναϊκής πεδιάδας. Οι μέρες του βασιλιά μοιράζονταν ανάμεσα στη διεκπεραίωση των κρατικών υποθέσεων, σε ακροάσεις, σε έφιππους και πεζούς περιπάτους στις εξοχές της Κηφισιάς και τα δάση της Πεντέλης, καθώς και σε υπαίθριες δεξιώσεις που παρέθεταν ο ίδιος και οι παρεπιδημούντες πρέσβεις. Ο Όθων είχε επίσης τη συνήθεια να παίρνει ένα πολύ πρωινό λουτρό, πριν ακόμη χαράξει η μέρα, στην πηγή του περίφημου νερού του Κεφαλαρίου.

Στις 13 Αυγούστου του 1857, το χωριό της Κηφισιάς έγινε το σκηνικό μιας ρομαντικής  γιορτής, την οποία οργάνωσε ο Όθων για να τιμήσει τα γενέθλια του πατέρα του Λουδοβίκου του Α΄, πρώην βασιλιά της Βαυαρίας. «Ἡ δι’ ἀφελοῦς μεγαλοπρεπείας τελεσθεῖσα ἑορτὴ ταύτη», γράφει δύο ημέρες αργότερα η “Eφημερὶς τῶν Φιλομαθῶν, «εὐφρόσυνον ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν τοῖς εἰς Κηφισία ἐπὶ τούτῳ παραγενομένοις καῖ τοῖς αὐτόθι διαθερίζουσι». Ο Όθων παρέθεσε γεύμα σε υπουργούς και αυλικούς μέσα στο λεγόμενο σπήλαιο των Νυμφών, ένα μεγάλο φυσικό κοίλωμα στο ρέμα της Πύρνας, προς τον Κοκκιναρά, με το οποίο συνδέονταν παραδόσεις και δοξασίες των παλαιών Κηφισιωτών. «Ἡ ἑστίασις ἐγένετο ἐν τῷ δὴ λεγομένῳ ἄντρῳ τῶν νυμφῶν, ἐν ᾧ, ἐπὶ ταῖς φυσικαῖς αὐτοῦ καλλοναῖς, προσετέθησαν καὶ ποικίλαι τεχνηταὶ διακοσμήσεις μετὰ πολλῆς φιλοκαλίας· διαρκούσης τῆς ἑστιάσεως ἐπαιάνιζεν ἡ μουσική», συνεχίζει η ίδια εφημερίδα.

Το δειλινό ανάφθηκαν φωτιές και φαναράκια σε όλο το μήκος του δρόμου από το σπήλαιο ως την κατοικία του βασιλιά, στην πλατεία του Πλατάνου και στον λόφο του Προφήτη Ηλία. Όπως γράφει ο Αἰών,

«Tὸ δ’ ἑσπέρας μέχρι τῆς 9 ὥρας τῆς νυκτὸς ἐφωταγωγήθησαν διὰ πολλῶν πυρῶν καὶ φανῶν, ἡ ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων εἰς τὸ ἄντρον τῶν μουσῶν ἄγουσα ὁδός, ὁ πρὸς δυσμὰς λόφος τοῦ Προφήτου Ἡλιοῦ καὶ ἡ πλατεῖα τῆς κωμοπόλεως, ἰδίως διαπρεπούσης κατὰ τοῦτο τῆς ἐν αὐτῇ πλατάνου, τοῦ μεγαλοπρεποῦς αὐτοῦ καὶ εὐρυχωροτάτου φυσικοῦ ἀλεξιβροχίου.»

Ο πελώριος πλάτανος ήταν το κέντρο της ζωής των ντόπιων και των παραθεριστών, οι οποίοι ξεκουράζονταν κάτω από τον ίσκιο του αιωνόβιου δέντρου. Απέναντί του έστεκε ακόμα το τζαμί της Κηφισιάς, που είχε κτιστεί τον 16ο ή 17ο αιώνα για να εξυπηρετήσει τους Τούρκους της Αθήνας, οι οποίοι επίσης συνέρρεαν στο χωριό τα καλοκαίρια. Την εποχή του Όθωνος, το λεηλατημένο τέμενος χρησιμοποιούνταν ως στρατώνας και σταθμός της χωροφυλακής και της δασοφυλακής. Από τον πλάτανο, ένας δρόμος οδηγούσε στον Προφήτη Ηλία, δυτικά  του χωριού, στην κορυφή ενός υψώματος απ’ όπου ο ορίζοντας ανοιγόταν ευρύς έως και τις ακτές του Σαρωνικού.

Ο βασιλιάς, που εκείνη την ημέρα έχαιρε κατά τον Aἰώνα «ἄκραν ὑγείαν καὶ μεγάλην διάχυσιν καρδίας», περπάτησε όλη τη φωταγωγημένη διαδρομή, για να χαιρετίσει το συγκεντρωμένο πλήθος.

«Εἰς πάντα τὰ μέρη ταῦτα ἐπεριπάτησεν ἡ Α. Μεγαλειότης μετὰ τῶν Κ.Κ. ὑπουργῶν καὶ λοιπῶν προσκεκλημένων, εὔχαρις προσχαιρετῶσα τὸ εὐφημοῦν πλῆθος τῶν ἐγχωρίων καὶ τῶν παρεπιδήμων, συρρεόντων ἐν τοῖς εἰρημένοις τόποις, ἔνθα καὶ ἡ μουσικὴ ἠκολούθει παιανίζουσα μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας.»

Ο Όθων έφερε πάντοτε την ελληνική φουστανέλλα, με περίτεχνα χρυσοκέντητα εξαρτήματα· το ίδιο ένδυμα χρησιμοποιούσαν και οι υπασπιστές του. Στον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί εκείνο το απόγευμα στην Κηφισιά, θα έβλεπε κανείς και άλλες παραδοσιακές ενδυμασίες, αναμεμειγμένες με εμφανίσεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού συρμού, τον οποίο ακολουθούσαν οι ευκατάστατοι Αθηναίοι. Οι ντόπιοι Κηφισιώτες φορούσαν τις πουκαμίσες των χωρικών της Αττικής, ενώ οι γυναίκες του χωριού ντύνονταν σε επίσημες, εορταστικές στιγμές, την πολύχρωμη αρβανίτικη φορεσιά της περιοχής.

Από αυτή την καλοκαιρινή γιορτή ενός άλλου καιρού και άλλου κόσμου, σήμερα απομένουν ελάχιστα, κακοποιημένα ίχνη του φυσικού της σκηνικού, που συνιστούσε επί αιώνες το ιστορικό τοπίο της Κηφισιάς. Το άντρο των Νυμφών εξακολουθεί να υπάρχει στο ρέμα της Πύρνας, αφού για χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως στάνη· το ρέμα παραμένει ανοιχτό, δίχως πλατάνια και πολύ νερό, ενώ γύρω του απλώνεται μία νέα συνοικία. Το Κεφαλάρι είναι πλέον μόνο όνομα πλατείας· η πηγή του έχει καλυφθεί και ρέει υπογείως.  Ο αιωνόβιος πλάτανος έχει εξαφανιστεί προ πολλών δεκαετιών και επιβιώνει επίσης ως όνομα πλατείας, με πολλά φανάρια και έντονη κυκλοφοριακή επιβάρυνση. Νωρίτερα κατεδαφίστηκε το τζαμί, ως ανεπιθύμητο κατάλοιπο της τουρκοκρατίας. Ο λόφος του Προφήτη Ηλία έχει και αυτός ανοικοδομηθεί, αλλά διατηρείται κατάφυτο το ψηλότερο τμήμα του, που ανήκει στον κήπο του επισκοπείου της Κηφισιάς. Το ομώνυμο εξωκκλήσι, επίσης ανοικοδομημένο, εξακολουθεί να πανηγυρίζει κάθε καλοκαίρι, δίνοντας την ευκαιρία να επισκεφθεί κανείς τον χώρο. Αν κάτι μένει ίδιο, παρά τη συνεχιζόμενη ασέλγεια ημών των νεοελλήνων στο αττικό τοπίο, είναι ο τερπνός ανοικτός ορίζοντας της Κηφισιάς, με την χαρακτηριστική ομαλή κατωφέρεια του εδάφους προς τον Κηφισό και το Μενίδι, και στο βάθος το ανάγλυφο στήθωμα της Πάρνηθας, σχεδόν γυμνό μεν από βλάστηση, αλλά με το προαιώνιο περίγραμμα των κορυφών της πάντοτε παρόν.

*

Ο Όθων σε επίσημο πορτραίτο φιλοτεχνημένο από τον Carl Rahl το 1859 (Neue Residenz, Βαμβέργη).

*

*

*