*
Να σε μετράνε, θάλασσα, να μη χορταίνουν
κι εμείς να σε μαθαίνουμε τριγύρω απ’ τη φωτιά·
με στίχους μαγικούς να δροσιζόμαστε
κι απ’ την ανάσα των φτωχών μας φίλων
τα βρώμικα μαλλιά μας ν’ ανεμίζουν.
Μη δώσεις, λένε, στον ιθαγενή νεφέλες
μόνο γραφίδα-ακόντιο στη θήρα
κι άσ’ τον με φαντασία να πλανάται.
Μα πρόσεξε! Το μέρος που του αναλογεί
πρέπει να συντηρεί μια θύμηση νωθρή.
Τα πτώματα δεν περπατούν στους δρόμους
που απλόχερα μας φτιάξαν· διάβασε
την ιερή περγαμηνή να δεις τι λέει
κι αν δεν μπορείς, θα σου το πει η βροχή.
Υπομονή για εκείνη τη χρυσή εποχή.
Προετοιμάστηκε μα ποιος περίμενε
τη φοβερή μας καταιγίδα; Δες τους, φεύγουν
απ’ τα ξερά χωράφια μας κι αράζουν,
ίδιοι με τροφαντά σφαχτάρια,
στα ταπεινά μας πάνω εικονοστάσια.
Μας ατενίζεις, θάλασσα, και δεν χορταίνεις
κι αντίδωρο προσφέρεις ιστορίες και σκοπούς·
σ’ εμάς που θα ’πρεπε να δίνουμε στη χάρη σου
κοσμήματα της πατημένης τούτης γης,
της κουρασμένης σκέψης μας τους θησαυρούς.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ
*
*
*
