*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Στις 5 Μαΐου 1887, ο Άντον Τσέχωφ γράφει στον Λέϊκιν (ακολουθώ τη μετάφραση της Μέλπως Αξιώτη):
Τώρα πάω στο Σλαβιάνσκ κι’ από κει στα Άγια Όρη όπου θα περάσω τρεις-τέσσερεις μέρες με νηστεία και προσευχή. Από τα Άγια Όρη, επιστροφή στο Ταϊγάνι.
Φοβερό πράμα: έχω πενήντα τρία ρούμπλια όλα κι’ όλα. Πρέπει να σφιχτώ και να καταπίνω το σάλιο μου αντί να τρώω. Τώρα ταξιδεύω Τρίτη θέση κι’ όταν δε θα μου μένουν παραπάνω από είκοσι ρούμπλια, θα του δίνω για τη Μόσχα, για να μην πέσω στην αλητεία. […]
Τον τελευταίο καιρό ήμουν στην «Ελβετία του Ντονιέτς», στο κέντρο αυτού που λέγεται οροσειρά του Ντονιέτς: βουνά, λίμνες, δασάκια, ποτάμια και η στέπα όπου γυρίσεις να δεις! Έμεινα στο σπίτι ενός απόστρατου κοζάκου υπολοχαγού, που έχει ένα απόμερο κομμάτι γης. Μου μαγειρέψανε χήνα βραστή, με βάλανε να κοιμηθώ σ’ ένα ξύλινο ντιβάνι, τη νύχτα με ξυπνούσαν οι τουφεκιές –εδώ τις κότες και τις χήνες δεν τις σφάζουν, τις σκοτώνουν με το τουφέκι– και τα γαυγίσματα των σκύλων που δέρνουν, ωστόσο η ζωή ήταν πολύ ευχάριστη. Και πλήθος οι εντυπώσεις.
~·~
Έχοντας ήδη πια επιστρέψει στο Ταγκανρόγκ (το Ταϊγάνι των Ελλήνων), στις 11 Μαΐου 1887, περιγράφει στην αδελφή του Μαρία και στην οικογένειά του, αυτή την επίσκεψή του στην Λαύρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην απόκρημνη δεξιά όχθη του ποταμού Σεβέρτσκι Ντονέτς, στα Άγια Όρη της περιφέρειας του Ντονέτσκ. Αντιγράφω:
Συνεχίζω, κατασυγκινημένος. Από το σπίτι του Κραφτσόφ πήγα στα Άγια Όρη. Για να φθάσω στη σιδηροδρομική γραμμή του Αζόφ έπρεπε να πάρω τη γραμμή Κρέστναγια προς Κραματαρόφκα. το σιδηροδρομικό δίκτυο του Ντονιέτς είναι κάπως έτσι:
*

*
Το στρογγυλό της μέσης είναι ο σταθμός του Ντεμπόλτσεβο, όλα τ’ άλλα είναι κάτι Μ[π]αχμούτ, κάτι Ιζιούμ, Λισιτσάνσκι, Λουγκάνσκι, και άλλες φρικαλεότητες. Όλες οι σιδηροδρομικές γραμμές μοιάζουν σαν τα Καμπουροβάκια [φιλική τους οικογένεια], κι’ έτσι από το Ντεμπάλτσεβο μπορείς κάλλιστα να κάμεις λάθος στο τραίνο, όπως μπερδεύεις στο σκοτάδι τον Βέστα και τον Παραχαράκτη [τα σκυλιά των Λεβιτάν και Κισελιόφ]. Αποκαλύφθηκε ότι είμαι τόσο στοχαστικός κι’ επιτήδειος, που δεν έκαμα λάθος στο τραίνο κι’ έφθασα χωρίς εμπόδια στην Κραματαρόφκα στις επτά το βράδυ. Εκεί, ζέστη αποπνιχτική, μυρωδιά καρβουνίλας […]. Από την Κραματαρόφκα παίρνω τη γραμμή Αζόφ για να πάω στο Σλαβιάνσκ. Σκοτάδι. Οι αμαξάδες δε δέχονται να με πάνε νύχτα στα Άγια Όρη, με συμβουλεύουν να κοιμηθώ στο Σλαβιάνσκ και το κάνω ευχαρίστως, γιατί είμαι ξεθεωμένος κι’ από τον πόνο κουτσαίνω χειρότερα από χίλιους Λέϊκιν. Απ’ το σταθμό στην πόλη με αμάξι, τριάντα καπίκια.
Η πόλη είναι κάτι σαν το Μιργκορόντ του Γκόγκολ, έχει ένα κουρείο, ένα ρολογάδικο, μπορείς λοιπόν να υπολογίζεις πως σε χίλια χρόνια το Σλαβιάνσκ θα έχει ακόμα και τηλέφωνο. Στους τοίχους και στις μάντρες βλέπεις ρεκλάμες για το τσίρκο, δίπλα στους φράχτες, ακαθαρσίες και γαϊδουράγκαθα, στους χορταριασμένους χωματόδρομους περιφέρονται γουρουνάκια, αγελάδες και άλλα κατοικίδια ζώα. Τα σπίτια έχουν ένα καλοκάγαθο και χαδιάρικο ύφος, σαν κάτι χοντρές γυναικούλες, η δημοσιά είναι λασπουδερή, οι δρόμοι πλατείς, ο αέρας μοσκοβολά πασχαλιές και ακακίες, ακούς από μακριά να κελαϊδούν τ’ αηδόνια, βατράχια να κράζουν, ακούς κανένα σκυλί, καμιά φυσαρμόνικα, ή καμιά γυναίκα να φωνάζει […]
Το πρωί, καιρός υπέροχος. Καθώς είναι μεγάλη γιορτή [6 Μαΐου, γενέθλια του τσάρεβιτς Νικολάου Β΄], σημαίνουν οι καμπάνες της Μητρόπολης. Τελείωσε η λειτουργία και βλέπω να βγαίνουν από την εκκλησία αστυνομικοί, ειρηνοδίκες, στρατιωτικοί και άλλοι βαθμούχοι του καλού κόσμου. Αγοράζω για δυο καπίκια σπόρους ηλιοτρόπιου, και νοικιάζω για έξη ρούμπλια μαι καρότσα με σούστες για να πάω και να ’ρθω από τα Άγια Όρη μέσα σε δυο μέρες. Βγαίνω από την πόλη από κάτι δρομάκια πνιγμένα κυριολεκτικά στις κερασιές, μπουρνελιές και μηλιές. Τα πουλιά κελαϊδούν αδιάκοπα. Οι ντόπιοι που συναντώ, με παίρνουν σίγουρα για τον Τουργκένιεφ και μου βγάζουν τους σκούφους τους. Ο αμαξάς μου ο Γκριγόρι Πολενίτσκα πηδά όλη την ώρα απ’ το κάθισμά του για να ταχτοποιήσει τα γκέμια ή να δώσει καμιά καμιτσκιά στους μάγκες που τρέχουν πίσω απ’ την καρότσα… Πάνω στο δρόμο βλέπεις βαδίζουν στην αράδα προσκυνητές. Παντού τριγύρω ξασπρίζουν βουνά και λόφοι, πέρα-κει ο γαλάζιος ορίζοντας, ψηλά στάχυα, που και που δάση από πλατάνια· άλλο τίποτα δε λείπει, οι κροκόδειλοι και τα φίδια.
Έφθασα στα Άγια Όρη το μεσημέρι. Το μέρος είναι ωραιότατο και πρωτότυπο. Το μοναστήρι βρίσκεται πάνω στην όχθη του Ντονιέτς, στα ριζά ενός πελώριου λευκού βράχου όπου σκαρφαλώνουν κλιμακωτά, δίπλα-δίπλα, αμέτρητα κηπαράκια, πλατάνια κι’ εκατοχρονίτικα πεύκα. Θαρρείς πως τα δέντρα δε χωρούν πάνω στο βράχο και κάποια δύναμη τα σπρώχνει όλο και πιο ψηλά. Τα πεύκα κρέμονται κυριολεκτικά στον αέρα, ακόμα λίγο θα κατρακυλούσαν, οι κούκοι και τ’ αηδόνια δε σταματούν μέρα και νύχτα.
Οι καλόγηροι, πολύ συμπαθητικοί άνθρωποι μου δώσανε μια κάμαρα αντιπαθητική, μ’ ένα στρώμα σαν κουρελού. Έμεινα στο μοναστήρι δυο νύχτες κι’ έχω πλήθος εντυπώσεις. Είδα να καταφθάνουν για του Αγίου Νικολάου δεκαπέντε χιλιάδες προσκυνητές κι’ απ’ αυτούς, τα εννέα δέκατα ήταν γριούλες. Δεν το ’ξερα ακόμα πως υπάρχουν τόσες γριές στον κόσμο, ειδεμή από καιρό τώρα θα είχα τινάξει τα μυαλά μου στον αέρα… Για τους καλόγηρους, τις σχέσεις μου μαζί τους, για το πώς γιατροπόρεψα καλόγηρους και γριές, θα γράψω στους «Νέους Καιρούς» και θα σας τα πω όταν ιδωθούμε. Οι ιερουργίες δεν έχουν τελειωμό. Τα μεσάνυχτα, χτυπά ο Όρθρος, την αυγή στις πέντε η πρώτη λειτουργία, στις εννέα η τελευταία στις τρεις το απόγεμα ο Ακάθιστος, στις πέντε ο Εσπερινός, στις έξη το Απόδειπνο. Πριν από κάθε ιερουργία, ακούς μέσα στους διαδρόμους ένα καμπανάκι να θρηνεί και τρέχει ένα καλόγηρος φωνάζοντας σαν κανένας πιστωτής που παρακαλεί το χρεοφειλέτη του να του δώσει έστω πέντε καπίκια στο ρούμπλι.
―Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς! Ο Όρθρος σημαίνει, ο Όρθρος!
Δε σου ’ρχεται να μείνεις κλεισμένος στην κάμαρά σου, λοιπόν, σηκώνεσαι και φεύγεις. Βρήκα μια θεσούλα στην ακροποταμιά του Ντονιέτς και κάθισα εκεί όσο διάστημα κράτησε η τελετή.
Αγόρασα ένα εικονισματάκι για τη θεία Φιόντοσια Γιακόβλεβνα.
Τροφή μοναστηριακή δωρεάν για δεκαπέντε χιλιάδες άτομα: ξυνό λάχανο και ψαρόσουπα από παστούς γοβιούς. Πολύ καλά και τα δυο, όπως και το ψωμί της σίκαλης.
Η καμπανοκρουσία είναι θαυμάσια, οι ψάλτες σκάρτοι. Πήρα μέρος σε λιτανεία μέσα σε βάρκες.
Σταματώ την περιγραφή για τα Άγια Όρη, δε μπορεί να τα πεις όλα μαζί τόσο βιαστικά, θα χάσουν πολύ. Στην επιστροφή μου περίμενα έξη ώρες στο σταθμό. […]
Μια ολόκληρη νύχτα στην τρίτη θέση, μέσα σ’ ένα τραίνο που αγκομαχά, ψωριάρικο κι’ ελεεινό, που φορτώνει επιβάτες μαζί μ’ εμπορεύματα. Είμαι ψόφιος απ’ την κούραση […].
*

ΥΓ. Η περιοχή καθώς και η Λαύρα των Αγίων Ορέων δεν έμειναν απρόσβλητες από την ρωσική εισβολή και τον πόλεμο που ακόμα μαίνεται στην Ουκρανία. Έχουν μάλιστα καεί και καταστραφεί και ορισμένες σκήτες σε παραπλήσια χωριά. Από την ουκρανική κυβέρνηση, οι ευθύνες αποδίδονται στους Ρώσους, με τους Ρώσους να ισχυρίζονται το αντίθετο.
iliasmalevitis.wordpress.com
*
