Ποιητική ἀτμοσφαίρα

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 3

Ποιητική ἀτμοσφαίρα

Ὁ Ἄγγελος Βλάχος ἀποκαλεῖ τόν Ροΐδη, στή διαμάχη πού εἶχε μαζί του, νέο κριτικό, νεοφώτιστο, νεοσκευή, νεότευχο καί ὄψιμο. Τίνι τρόπω εἶναι παλαιός ὁ Ἄγγελος Βλάχος; Τό μῆλον τῆς ἔριδος εἶναι ὡς γνωστόν ἡ ἀκόλουθη, ἀπό τήν περιώνυμη εἰσήγηση τῆς 19/3/1877 στήν αἴθουσα τοῦ Παρνασσοῦ, γνωμοδότηση:

«Ἀδύνατον φαίνεται ἡμῖν ποιητής νά γεννηθῇ καί νά ὑπάρξῃ ἐκτός μιᾶς οἱασδήποτε [«περιρρεούσης αὐτόν»] ποιητικῆς ἀτμοσφαίρας∙ τοιαύτην δέ σήμερον δέν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ τά μέν πάτρια ἤθη ἀπηρνήθημεν, τοῦ δέ διανοητικοῦ βίου τῶν ἐθνῶν τῆς Δύσεως δέν μετέχομεν εἰσέτι, οὐδέ τήν ἐμπνέουσαν τούς ἑσπερίους ποιητάς νόσον τοῦ αἰῶνος νοσοῦμεν».[1]

Ὁλοστρόγγυλος φράσις! Δέν ἀφήνει τίποτα ἀπ’ ἔξω∙ συνάγονται, χωρίς νά συμφύρονται, ἅπαντες. Πολύτιμη καί ἀσυναγώνιστη φράση, ἀπό τίς κεφαλαιωδέστερες πού διατυπώθηκαν στόν αἰῶνα καί ἔχουσα τέλεια ἐφαρμογή μέ τή φορά τῶν περιστάσεων στή σύγχρονη Ἑλλάδα.[2] Πρός ὄφελος τῆς ταχύτερης ἀντίληψης τῶν πραγμάτων ἀξίζει νά συμπληρωθεῖ μέ ὀλίγες σειρές ἀπό τό μεταγενέστερο, καί ὁπωσδήποτε ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς διαμάχης, μελέτημα τοῦ Ροΐδη Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως. Διακρίνει δύο εἰδῶν ποιήσεως, τήν ἀντικειμενικήν, τήν πρός τά ἔξω στραφεῖσα, καί τήν ὑποκειμενικήν, «τήν ἐξετάζουσα τά μύχια αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς».[3]

Ὁ Ἄγγελος Βλάχος δηλώνει πώς δέν κατανοεῖ τή διάκριση∙ στήν πραγματικότητα ὅμως δέν κατανοεῖ τίποτα, γιά λόγους δικῆς του ψυχικῆς οἰκονομίας, ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ Ροΐδη. Δέν δουλεύει, ἔστω, μέ ἔννοιες, δηλαδή ἀπό ἀνάγκη πνεύματος, ἀλλά μέ πολυτέλειες, τίς συνιστώμενες ἀπό τά νεοελληνικά ἰδανικά. Πρησκομάγουλος, διαρκῶς, μέ τά ρήματα μιᾶς ἀβαθοῦς ἑλληνοπρέπειας, ὑποδύεται κι αὐτός, μέ παντοίους ἐθνωφελεῖς ἀκκισμούς, τό γνήσιο τέκνο τῆς Ἑλλάδος. Δέν ἀποκηρύττει ὁ Ροΐδης τόσο εὔκολα, ὅσο ὁ Ἄγγελος Βλάχος, τή «νόσον τοῦ αἰῶνος» καί ἀναφέρεται ἐν συνεχεία στούς παράγοντες πού προάγουν τήν ποίηση στήν Ἑσπερία καί παρατηρεῖ ἐξ ἀποστάσεως καί μέ κάποιο θαυμασμό τή διαμόρφωση στήν ἀλλοδαπή ἑνός ἐνδιαφερόμενου κοινοῦ προικισμένου μέ τό κατάλληλο γιά τήν ποίηση αἴσθημα. Ἀντιλαμβάνεται ἐν συμπεράσματι τή νεωτέρα Ἑλλάδα «ὡς μή φιλοσοφήσασα», ὥστε καί «οὐδέ φιλοσοφικούς μώλωπας  [ἐνν. τούς μηδενιστάς] ἠδύνατο νά πάθῃ».[4] «Ἄξιον δέ ἐξετάσεως ἤθελεν εἶναι μόνο τοῦτο, ἄν πρός ἀποφυγήν μηδενιστῶν συμφέρῃ τῷ ὄντι νά μένῃ ὅλως ξένη τοῦ διανοητικοῦ βίου τῶν ἄλλων ἐθνῶν».[5] Πορίζεται, ἐν τέλει, τό συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἕλλην ἀπέχει τοῦ ὁποιουδήποτε πνεύματος: «Δέν λέγει τίποτα [!]».[6]

Δικαίως, συνεπῶς, ὁ Δημηρούλης διαπιστώνει πώς ὁ Ροΐδης «ἐντόπισε στήν ἑλληνική κοινωνία τά τυπικά γνωρίσματα ἑνός ἀδρανοῦς ὀργανισμοῦ πού στερεῖται ταυτότητας».[7] Ἀντιθέτως πρός τή θεώρηση τοῦ ποιητῆ ἀπό τόν Ροΐδη ὡς κοινωνική ὑπάρξη ἀναμεμιγμένη στίς ὑποθέσεις τοῦ ἐνεστῶτος κόσμου καί ἀναμετρώμενη μέ τίς ἐπιδιώξεις τίς δικές της καί τῶν ἄλλων, ὁ Ἄγγελος Βλάχος, ὡς γνωστόν, φρονεῖ

«ὅτι κύριον τοῦ ποιητοῦ προσόν εἶναι ἡ ἔμπνευσις, ὁ ἐγγενής ἐκεῖνος σπινθήρ, οὗτινος ἀνομοίως ἔλαχον παρά τῆς φύσεως οἱ θνητοί […], ὅτι δέν δημιουργεῖ οὔτε πλάττει ποιητάς οἱαδήποτε κοινωνία».[8]

Δέν ἐξαρτᾶ τή γέννηση, ἀλλά μόνο τήν εὐδοκίμηση τοῦ ποιητῆ ἀπό τήν ἀνεπάρκεια τῶν θεσμῶν, τή δυσπραγία, τόν ψιττακισμό καί ἀπό τήν ἐν γένει νεοελληνική συνθήκη. Οὔτε ἐξαρτᾶ τήν ποίηση ἀπό τόν χαρακτῆρα τοῦ ποιητῆ, τόν πάντοτε κατά Ροΐδη δοκιμαζόμενο ἀπό τήν «κυκλούσ[α] αὐτόν κοινωνία»,[9] ἀλλά ἀπό μόνο τό τάλαντό του. Ἐσαεί σέ λανθάνουσα κατάσταση, ἀπροβάριστος, ὑποστασιοποιημένος, ὁ ἔνθεος ποιητής ἀκμάζει καταγόμενος ἀπό τή θεία του ἔμπνευση, ἀπό τήν ἐντός του ὑπεροχή, ἀκμάζει συνεπῶς «καί ἐν κοινωνίᾳ πεζοτάτη». Ὁ ποιητής, μόνος, αὐτός καί ἡ ἔμφυτη ποιητική του δύναμη, δωρεά (γιά ποιό λόγο;) τῆς προγονικῆς εὐκλείας καί τῆς θείας μανίας, ἀρκεῖ νά ἀποσφραγίσει τά χείλη του ὥστε ἡ ἐκφορά τοῦ ἰσχυροῦ του λόγου νά αὐλακώσει τόν ἀθηναϊκό οὐρανό.

Αὐτή τήν ἐκφορά, πού τη θεωρεῖ καί δική του, ὑπερασπιζόταν ὁ Ἄγγελος Βλάχος. «Τό ὕψος εἶναι ἡ ἠχώ μιᾶς μεγάλης ψυχῆς» (Λογγίνος). Τὁ κύρος ἑνός λόγου ἔχει ἐξωγλωσσική προέλευση, δέν θά μποροῦσε νά ὀφείλεται στά ἴδια τά λόγια· οὔτε στό πλαίσιο τῆς σωσσυριανής γλώσσας, μέ μιά ἐνδεχόμενη ἐπιδέξια χρήση τῶν κωδίκων οὔτε στό πλαίσιο τῆς θεωρίας τῶν ομιλιακών ενεργημάτων, μέ τήν illocutionary force, θά μποροῦσαν τά λόγια νά ἀποκτήσουν ἐκείνη τή δύναμη πού μόνο οἱ θεσμικές συνθῆκες εἶναι σέ θέση νά τούς προσδώσουν. Τό κύρος τό ἔχει αὐτός πού κρατάει τό σκῆπτρο.

Ὁ κριτικός, συνεπώς, παίρνει τό λόγο ἐν ὀνόματι τῆς ὁμάδας (ἤ τῆς ρυθμίζουσας τήν ὁμάδα ὑψηλῆς ἰδέας), ἀκόμα κι ἄν ἡ τελευταία ποτέ δέν τούς ἐξουσιοδότησε νά μιλήσει στό ὄνομά της. Οἱ κριτικοί, ὡς θεράποντες ὁμιλητές, λαμβάνουν αὐτόκλητα τόν λόγο εἰς τό ὄνομα τῆς ὑψηλῆς ἰδέας. Παριστάμενοι ἐν παντί τόπω ὡς ἀντιπρόσωποι, ἀναπληρώνοντας μέ τήν παρουσία τους τά ἄφθαρτα ἰδανικά τῆς ἀπούσας ὁμάδας, ταυτόχρονα τήν συσταίνουν, μέ τήν δι’ ἐκπροσώπου ὁμιλία τους. Λάμπουν διά τῆς ἀπουσίας τους. Δέν εἶναι αὐτοί, πού μιλοῦν, ἀλλά ἡ ὁμάδα πού μιλᾶ μέσω αὐτῶν! Αὐτοί, ἄν ἀνεβαίνουν στό βῆμα, τό κάνουν γιά νά σταθοῦν ἀντίλαλοι μιᾶς ἰσχυρῆς βούλησης νά ἐκφρασθεῖ τό ἀγαθό. Αὐτοί οἱ ἴδιοι δέν ὑπάρχουν, ἀκριβῶς γιά νά ὑπάρξει ἐνισχυμένη καί καθαρή, ἄνευ μεσολαβήσεως, ἡ δύναμη γιά τήν ὁποία καί μέσω τῆς ὁποίας ἐνεργοῦν. Εἶναι ἐκεῖ μόνο γιά νά ἀφήσουν τή θέση τους στο(ν) Άλλο(ν) γιά το(ν) ὁποῖο ὁμιλοῦν. Δέν ὑπάρχουν παρά ἐξ ἀντανακλάσεως, γιά λογαριασμό ἄλλων, καί ὄχι γιά τούς ἴδιους. Αὐτοί οἱ ἴδιοι εἶναι chargé d’ affaires, πληρεξούσιοι ὑπουργοί, ἐπιτετραμμένοι.

Ἐν τέλει, ἄν δέν ὑπάρχουν, εἶναι γιά νά ὑπάρξουν διπλασιασμένοι. Ἄν δέν δίδουν σημεῖα ζωῆς, εἶναι γιά νά τιμήσουν διά τῆς παρουσίας-απουσίας τους τόν μεγάλο ἀπόντα: τήν ἀργοπορημένη Μεγάλη Ὑπόθεση. Εἶναι αὐτοί πού τῆς δίνουν τή φωνή τους νά μιλήσει. Ὅσο μεγαλύτερος ὁ ἀπών τόσο λιγότερο παρόντες αὐτοί. Μηδενιζόμενοι διπλασιάζονται σέ ἰσχύ, καθώς δέν παύουν νά εἶναι ἐκεῖ, παρόντες, εἰς αὐτό ἐκεῖ τό μέρος, ὑπό τά ὄμματα τοῦ ἀπόντος, ἁπλῶς ἐκπρόθεσμου, σπουδαίου προσκεκλημένου. Ἡ πραγματικότητα, τήν ὁποία πρακτορεύουν ἀπό τώρα οἱ ἀνταποκριτές τοῦ μέλλοντος, εἶναι προκαταβολικά ἐνισχυμένη ἀπό τήν ὑποσχόμενη δράση τοῦ ἀξιολογοῦντος ὁμιλητή. Ὁποιαδήποτε ἀξιολογική κρίση γιά τήν ἐνεστώσα κατάσταση εἶναι καί πρόρρηση μέλλοντος. Ὅλες οἱ παροῦσες στιγμές ἀνάγονται σέ αὐτό πού πρόκειται νά τούς συμβεῖ στό μέλλον. Τό παρόν χρονομετρεῖται ἀπό κοινοῦ μέ τό αλλόμορφο μέλλον πού τοῦ ἔχουν ἐπιφυλάξει οἱ αξιολογητές του. Ἡ ἑκάστοτε παροῦσα στιγμή, ὅταν εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ παρελθόντος χρόνου, συνεχίζει νά ἐκτίει τήν ποινή της καί νά ὑφίσταται τήν τιμωρία τῆς ὁριστικῆς της δυσπραγίας, ἐνῶ ὅταν εἶναι τοῦ μέλλοντος χρόνου ἄλλο δέν κάνει ἀπό τό νά θηρεύει εὐκαιρίες πού νά τήν ἀνταμείβουν γιά τούς κόπους της. Τό μέλλον ἀξίζει πολύ. Ὅλοι οἱ ἐξ ὀνόματος ὁμιλοῦντες σέ αὐτό στοιχηματίζουν. Ἡ κυριαρχία ἀνήκει σέ αὐτούς καί ἡ δουλεία στούς ἀκροατές τους.

Κοντολογίς, ὁ ποιητής κενώνει ταπεινά τόν ἑαυτό, γίνεται ἐνεργούμενο ὄν, γιά νά μιλήσει μέσω αὐτοῦ ὁ Θεός. Ἡ ἔμπνευση θεωρεῖται «εἴσπνευση, εἴσοδος τοῦ πνεύματος». Ὁ Μιχαήλ, λόγω ἰδιοσυγκρασιακής εἰδίκευσης, δέν μετεῖχε σέ τέτοιου εἴδους παραστάσεις. Δέν πρόκειται, ὅσον ἀφορᾶ τή μεταξύ Βλάχου καί Ροΐδη διαμάχη, γιά ἀνταγωνιστικές κριτικές καί αἰσθητικές θεωρίες. Δέν ὑπῆρχαν ποτέ τέτοιες. Μιά ὁποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τῆς ἀπαντώμενης στήν Ἑσπερία κριτικῆς σκέψης (ἀρκεῖ λ.χ. ἡ ἀναφορά σέ ποιητές μέ κριτικό ἔργο ὅπως τοῦ: Κόλεριτζ, Γουέρντσουερθ, Σίλλερ κ.ά.) καί τῆς δικῆς μας τήν ἐποχή τοῦ Ἄγγελου Βλάχου, θά ἀρκοῦσε ὥστε νά ἀπελπίσει καί τόν πλέον ἐνθουσιώδη ζηλωτή.

Θά χρειαστεῖ νά περάσουν δεκαετίες ὥστε ἕνα πεπαιδευμένο κείμενο σάν τό Δοκίμιο γιά τήν ποίηση τοῦ Δημαρᾶ νά κάνει τήν ἐμφάνισή του. Καί πάλι, ὅμως, εἶναι τό μεμονωμένο ἀπόσταγμα σοφίας ἑνός λογίου∙ ὑπάρχουν κι ἄλλα τέτοια, συνήθως ὅμως ἐγκαταλελειμμένα στήν τύχη τους, χωρίς νά διαδραματίζουν σπουδαῖο ρόλο στήν ὀργάνωση μιᾶς νεοελληνικῆς κριτικῆς σκέψης. Ἡ γενιά τοῦ ’30 εἶναι ἴσως ἡ μόνη πού διεξήγαγε συζητήσεις. Πέραν τούτης, οὐδέν. Σήμερα, χώρα ἀδειανή, χωρίς κωμοπόλεις καί κοσμοπόλεις, οὔτε λόγος γιά κηπουπόλεις, ἐκλείπουν μετά τίς σημασίες ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀκόμη κι αὐτά τά εἴδη φυτῶν καί δένδρων∙ τήν ἐπιπολάζουν, ἀποκλειστικῶς φθόνω κινούμενοι, γηγενεῖς πληθυσμοί, ἀγεωγράφητοι καί παρασιτικοί∙ ἔνιοι δέ ἐξ αὐτῶν ὑποδύονται τούς διακοσμητικούς ρόλους σέ ἔργα τῶν ὁποίων ἡ αὐλαία ἔχει πρό πολλοῦ πέσει. Ὑπάρχει ἀκόμα ρόλος γιά τόν καθαρολόγο ἤ γιά τόν ὑπερασπιστή τῆς δημώδους παράδοσης; Ὄχι βέβαια. Ἀκκισμοί εἶναι. Δέν θά ἦταν ἄσχημη ἰδέα οἱ συνεχίζοντες περαιτέρω τήν ἐπωνυμία νά πάρουν γρήγορα τέλος. Νά δωθεῖ ἡ χώρα σέ παρεπίδημους∙ θά τῆς βροῦν μιά χρήση  κρεμώντας, ἐπιτέλους, στήν εἴσοδο τήν παλαίφατη ἐπιγραφή: Sic transit gloria mundi.

Τό ζήτημα δέν εἶναι λοιπόν αἰσθητικῆς θεώρησης τῶν ποιητικῶν πραγμάτων, ἀλλά μᾶλλον προσωπικό καί πολιτικό. Εἰσβάλλει ὁ Ροΐδης, αἰφνιδίως, εἰς τοῦτο τό σπαρασσόμενο ἀπό ποιητικούς ἀγῶνες μέρος, ὁ νεοφώτιστος κριτικός ξεπροβάλλει ἐδῶ ἀκριβῶς καί ὑφαρπάζοντας τό λόγο δογματίζει τά ἀκόλουθα:

«Ὅτι ποιήσεως ἐν αυτοῖς [δηλαδή στήν ὑποβληθεῖσα δωδεκάδα ποιητικῶν λόγων] οὔτε σπινθήρ ὑπάρχει οὔτε ἴχνος οὐδέ σκιά  […καί] ἡ ἔλλειψις αὕτη ποιήσεως, ἡ καθ’ ἡμᾶς χαρακτηρίζουσα οὐ μόνο τά ἐφετινά ἀλλά καί πάντα ἀνεξαιρέτως τά ἀπό τῆς συστάσεως τοιούτων ἀγώνων ὑποβληθέντα ἔργα, καί ἐν γένει τήν παροῦσαν ἐν Ἑλλάδι γενεάν, οὔτε νά ἐκπλήττῃ πρέπει οὔτε ὑπέρ τό δέον νά θλίβῃ […]».[10]

Μετέδωσε δηλαδή τήν εἴδηση ἀπό τό βῆμα τοῦ Παρνασσοῦ πώς ὁ Ἄγγελος Βλάχος, ὁ ἀξιώτατος ποιητής τῶν διαγωνισμῶν, δέν ἀξίζει μιά πεντάρα. Ἔβαλε σ’ ὅλους κουλούρα! Αὐτή εἶναι ἡ μεταξύ τους διαφορά. Στό μεγαλύτερο μέρος τῆς διαμάχης τους οἱ πολυπράγμονες καί ἁμιλλητικότατοι ἀντίπαλοι ἐνδιέτριψαν σέ κουραστικές λεπτομέρειες. Ἡ κατάδειξη τῆς ἔλλειψης εὐσυνειδησίας, ἡ συνεχής προσέλευση μαρτύρων καί αὐθεντιῶν, ὁ ἀγῶνας τῶν παραθεμάτων καί ἡ ἀποκάλυψη τῆς «προκρούστειας μεθόδου» τοῦ Ροΐδη, οἱ φρικιάσεις ἀπό τούς ἰσχυρισμούς τοῦ ἀντιπάλου, ἀπασχόλησαν ὑπέρ τό δέον τή μεταξύ τους διαπάλη. Πολύτιμο πνεῦμα δαπανήθηκε σέ μικροπράγματα.

Λ.χ. φρίττει ὁ Ἄγγελος Βλάχος ὑπενθυμίζοντας στούς ἀναγνῶστες του ὅτι ὁ «προπηλακιστής ποιημάτων» ἔχει ξεγράψει, ἄν εἶναι δυνατόν, τούς οὐσιωδέστερους ποιητάς τῆς νεότερης Ἑλλάδος. Ποίους; Τούς Σούτσους, Ραγκαβῆ, Καρασούτσα, Τερτσέτη, Τανταλίδη, Ορφανίδη (ναί, συγκαταλέγει κι αὐτόν), Ζαλόκωστα κ.ἄ. Ὁ Ροΐδης προσέβαλε τούς ποιητές. Ἄν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀπό τούς ζωντανούς μόνο τόν Βαλαωρίτη ἐξαίρεσε, μέ τόν ὁποῖο ἀλληλογραφοῦσε διαρκούσης τῆς διενέξεως.  Ὁ εἰσηγητής μιᾶς κριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὁ Ροΐδης, ἀρνεῖται νά δώσει τή συγκατάθεσή του σέ κάποιο ἔργο, παρενείροντας ἐμπόδια στήν ἐλεύθερη καί ἀτελώνιστη διέλευση ὅλων τῶν ποιημάτων. Δέν ὑπάρχει οὔτε κρινόμενο ἔργο οὔτε κριτική ἐπιτροπή. Τόσον καιρό παίζαμε τούς πνευματικούς ἀγῶνες. Ὁ Ροΐδης ἐνεφανίσθη παράσπονδος. Κήρυξε ἄκυρη τή νεοελληνική σύμβαση. Ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη διοικήσεως, ὑπάρχει καί βούληση κύρωσης τῶν κυκλοφορούντων πνευματικῶν ἔργων. Τουλάχιστον εἰς παλαιότερους χρόνους τά κυκλοφοροῦντα ἔργα ρητῶς ὄφειλαν νά εἶναι ἐγκεκριμένα τῆς ἐργοδοσίας προϊόντα. Τήν ἐποχή ὅπου τό “δίδω τήν εὐλογία μου” συνέπιπτε μέ τό “δίδω τήν ἔγκρισή μου”, τά κριθέντα εὐμενῶς ἔργα ἔφεραν τή σφραγῖδα τῆς κυριαρχικῆς ἐγκρίσεως.

Ἄς ἀναγνώσουμε μιά τέτοια ὡραιότατη ἔγκριση, προερχόμενη ἀπό μία καθαρόαιμη, ὑψηλῆς ἀποστολῆς, ἐπιτροπή:

«Ἡμεῖς, οἱ κατά τόν Ὑψηλόν προσκυνητόν Ὁρισμόν, ἀποκατασταθέντες Προστάται τῆς ἐν τῷ Πατριαρχείῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως τυπογραφίας, δηλοποιοῦμεν ὅτι τό παρόν βιβλίον χειρόγραφον, Ἐπιτομή ἐπιγραφόμενον ἐκ τῶν Προφητανακτοδαβιτικῶν Ψαλμῶν κτ. ἐνεφανίσθη ἡμῖν παρά τοῦ Ἐξοχωτάτου ἄρχοντος Ἰατροῦ Βασιλείου, τοῦ καί Ἐφόρου τῆς Τυπογραφίας ταύτης∙ καί ὡς μή περιέχον τι ἐναντίον τῇ ἁγίᾳ ἡμῶν Ἐκκλησίᾳ καί τῇ πολιτικῇ Διοικήσει [ἐνν. τόν Σουλτᾶνο], ἐκρίθη ἄξιον ἐκδόσεως, καί ἐλευθέρου πωλήσεως ἐν τοῖς εργαστηρίοις, ἅτε δή ἐσφραγισμένον πρός ἔνδειξιν καί ἀσφάλειαν».[11]

Ἡ ἔγκριση ἐξεδόθη τό 1799. Παρεμπιπτόντως, μέλος τῆς ἐπιτροπῆς,[12] τῆς κινούμενης μέ τή φιλοδοξία νά διατηρήσει τήν τάξη στήν Ἐκκλησία καί συνάμα νά περισώσει τό γόητρό της, ἦταν καί ὁ Μ. Διερμηνεύς Ἀλέξανδρος Σοῦτζος, ἀδερφός τοῦ Παναγιώτη. Ὁ τελευταῖος, ὡς γνωστόν, θά ἐμπλακεῖ, τρόπον τινά, μαζί μέ τόν ἀδερφό του τό 1853 στούς ποιητικούς ἀγῶνες. Ἀφορμώμενος ἀπό τήν ἀναζωπύρωση τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, πού πυροδότησαν οἱ ποιητικοί ἀγῶνες, θηρεύει κι αὐτός τήν εὐκαιρία καί δίδει τό παρών στά πνευματικά ζητήματα τοῦ τόπου ὡς διαπρύσιος κήρυκας τοῦ ἀρχαϊσμοῦ. Ὁ Ἀσώπιος, ὡς γνωστόν, στά ὁμαδικά πυρά ἐναντίον του καί στή Νέα σχολή τοῦ γραφομένου λόγου, ἀντενεργεῖ μέ τά Σούτσεια: τό πρωτόλειο κατά Δημαρᾶ ἔργο τῆς νεοελληνικῆς κριτικῆς σκέψης. Ὁ Ροΐδης στό πρόσωπο τοῦ Ἀσώπιου ἀναγνωρίζει τόν δάσκαλό του.

Παρεμπιπτόντως, ὁ Ἀσώπιος, στό περιλάλητο λῆμμα γιά τόν Εὐριπίδη τῆς Ἱστορίας τῶν Ἑλλήνων [ἐνν. ἀρχαίων κατά βάσιν!] ποιητῶν καί συγγραφέων ἐξαπολύει δριμεῖες κατακρίσεις ἐναντίον τῶν «ψευδοποιητῶν», ὅπως τούς ὀνομάζει:

«[…] ἀνάξιοι ὄντες, τρέπονται εἰς τήν ποίησιν, αὐτοί ἑαυτούς χειροτονοῦντες καί ὀνομάζοντες ποιητάς, γίνονται ὠτομάστιγες».[13]

Ὅπως ὁ Ροΐδης, παρομοίως ὁ δάσκαλός του προσέβαλλε κι αὐτός τούς ποιητάς∙ κι ὄχι μόνο τούς ἀδερφούς Σούτσους «οἱ ὁποῖοι φωτογραφίζονται στό παραπάνω ἀπόσπασμα».[14] Διακριβώνεται ὁ κύκλος, ἄλλη μία φορά, τῶν προσωπικῶν κινήτρων καί ἐπιχειρημάτων. Κάθε πράξη εἶναι ἀντίπραξη∙ χωρίς συμμετοχή σέ ἀγῶνες ἰσοφαρίσεως ὁ ὑποψήφιος γιά τά διάσημα τοῦ πνεύματος ἄνθρωπος εἶναι κορμός ἀπερίληπτος, ἄυλος. Τέτοιος ὑπῆρξε ὁ Μητσάκης, τοῦ ἔλειπε ἡ γόμωση. Εἶναι ὡς ἐάν νά μήν ὑπάρχει ἀληθινή προήγηση, ὅλοι νά ἔρχονται δεύτεροι, νά παρέπονται κατωτέρω∙ σάν ἀδιάβαστοι στίς ἐξετάσεις νά κοιτάει ὁ ἕνας τό ποιητικό γραπτό τοῦ ἄλλου. «Εἰ μή γάρ ἥν Χρύσιππος, οὐκ ἄν ἥν ἐγώ» (Καρνεάδης).

Ἐπανερχόμενος στήν προλεχθεῖσα ἔγκριση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπιτροπῆς ἔχω τή γνώμη πώς ἡ Πανεπιστημιακή Ἐπιτροπή, ἡ συμμορφούμενη μέ τούς ὄρους καί τά ὁράματα τοῦ ἀγωνοθέτη, δέν θά μποροῦσε ποτέ νά βρεθεῖ στήν εὐχάριστη θέση νά κυρώσει τήν κυκλοφορία ἑνός ποιητικοῦ ἔργου μέ τά ἀκόλουθα λόγια: «Ἀνεγνώσθη παρά τῆς ἡμῶν ταπεινότητος τό […] καί ἄξιον τό [ἐν λόγω ποιημάτιον] διά ταῦτα κέκριται». [15] Ὁ Ροΐδης τούς εἶπε πώς τά πάντα εἶχαν τελειώσει τή στιγμή πού ὅλα ἄρχιζαν. Δέν ὑπῆρξε ποτέ ἀληθινός κύκλος διαπάλης, ὥστε νά εἰσέλθει κανείς ἐντός του. Ὅλα συνέβησαν γιά τά μάτια τῶν ξένων. Μάλιστα, τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ διαπρεπεῖς λόγιοι τῆς Ἑσπερίας παρέλειπαν, ὡς εὐκόλως ἐννοούμενο, νά προσδιορίσουν σέ ποιῶν Ἑλλήνων τή σοφίαν προσέβλεπαν, ὅταν ἀναφέρονταν σέ αὐτούς. Ἔχω πρόχειρη μπροστά μου τή φράση τοῦ Σίλλερ: «Ἀλλά στούς Ἕλληνες μονάχα […]».[16] Ποίους ἐννοεῖ; Φροντίσαμε, ἐσπευσμένως, μέ τήν τρίσημη Ἱστορία μας, νά συμπεριληφθοῦμε στίς ἐγκωμιαστικές τους ἀναφορές, νά καλεστοῦμε μόνοι μας στόν κόσμο τοῦ πνεύματος, στή «δαψιλῆ πλησμονή τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς»[17] μέ τήν ὁποία ὁ ἑκάστοτε Σίλλερ χαρακτηρίζει τούς Ἕλληνες. Οἱ ὑποστηρικτές τῆς ἑνότητας σέ τρία στάδια, λ.χ. ὁ Βερναρδάκης καί ὁ Παπαρρηγόπουλος, συνελάμβαναν τήν Ἑλλάδα ὡς ἕνα σύνολο. Μία γλῶσσα. Ἡ ἑνότητα μᾶς τοποθετοῦσε συνεχιστές τῶν Ἑλλήνων (τῶν μεγάλων). Ἤμασταν ἐμεῖς που… Τό μόνο σημεῖο παρουσίας, ἄξιον νά λάβει «δικαίως τόν ἔπαινον τῆς σοφῆς Εὐρώπης» (Π. Σοῦτσος), ἦταν ἡ παντί σθένει ἐπανεμφάνιση τῶν παλαιότερων καιρῶν∙ δέν ἀπουσιάζαμε τόσον καιρό, ἐξακολουθούσαμε. Ἡ ἀδιάλειπτος ἐσωτερική διάρκεια τῶν Ἑλλήνων.

Ὁ ἀναγνώστης πού δέν γνωρίζει τόν 19ο αἰῶνα θά δοκιμάσει μεγάλη ἔκπληξη μέ τό μέγεθος τῆς κακόζηλης ἀρχαιοπρέπειας. Ἐκτός ἀπό ποιητικές ἐπιστολές πρός κριτάς, εἴχαμε τρόπον τινά καί ποιητικές ἐπιστολές πρός ἀγωνοθέτας: Ἡ ἄρσις τῆς αὐλαίας τῶν ποιητικῶν διαγωνισμῶν, τό 1851, ἀποκαλύπτει τό ποίημα τοῦ διαγωνιζομένου Σοφοκλῆ Καρύδη, φέρον τόν τίτλον: Τό ὄνειρον τοῦ ἀθλοθέτου τῶν ποιητικῶν ἀγώνων Ἀμβροσίου Στεφάνου Ράλλη. Εἶναι χειρότερο ἀπ’ ὅ,τι τό φαντάζεται κανείς. Ὁ Ράλλης ἐπισκέπτεται, στό ἔμμετρο ὄνειρο τοῦ ποιητοῦ, τήν Ἀκρόπολη! Βλέπει τό φάντασμα τοῦ Περικλῆ νά τοῦ ζητᾶ νά γίνει ὁ εὐεργέτης τῶν νέων ποιητῶν(!):

Τρέξ’ εὐεργέτησε τήν Ἑλλάδα!
Τῶν φώτων ἄναψε τήν λαμπάδα [18]
[…]

Ὁ Ράλλης τότε κλίνει τό γόνυ,
Καί χεῖρας καί ὄμματα ἀνυψώνει.
Θερμῶς τόν Πλάστην εὐχαριστῶν. [19]

Ὁ Δημαρᾶς βαρυγνωμεῖ μέ τήν τόση, στά ὅρια τοῦ παραληρήματος, «νοσταλγία ἐνδόξων περασμένων χρόνων, τήν πατριδολατρία καί ἀρχαιολατρία», ὥστε νά κάνει λόγο γιά «ἐθνικό οἴδημα».[20] Περιορίζει ὅμως τήν κρίση του στήν περιοχή τῆς ποίησης καί φρονεῖ πώς «μόλις ἐξέλιπε ἡ ἐπιβολή τῆς καθαρεύουσας»[21] ὁ νεοελληνικός κριτικός καί ποιητικός στοχασμός ἀπελευθερώνεται. Εἶναι ὅμως ἔτσι;

Ἄς θυμηθοῦμε, ἀνθολογώντας τα, ὁρισμένα πράγματα. Περιτρέχοντας τόν 19ο αἰῶνα συγκομίζω προχείρως, καί σχεδόν ἀπό μνήμης, λιγοστά δείγματα τῆς ἐθελοτυφλούσας, ἐπίσημης, ἀρχαιομανίας: Ἄραγε, χάριν ἀστειότητος, ὁ μέν Βενιαμίν Λέσβιος βεβαίωνε πώς «οἱ Ἕλληνες δέν ὑπέκειντο οὔτε τό πάλαι οὔτε τό νῦν εἰς τούς νόμους τῆς φύσεως», ὁ δέ Ἀθανάσιος Ψαλίδας, προφανῶς οἰστρήλατος, φθεγγόταν ὅτι «ἡ φύσις εἰς τήν ἀνωτάτην βαθμίδα τῆς κλίμακος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους κατέστησεν τούς Ἕλληνας [καί πώς] μετά δέ [αὐτούς] ἤρχοντο οἱ ἄγγελοι»;[22] Σπουδαιολογοῦσαν νομίζω ἐκ προθέσεως. Ὁ Νεόφυτος Δούκας ἔχει τήν πεποίθηση ὅτι «δύναται, μετά πάροδον τριάντα ἤ πενήντα ἐτῶν, ν’ἀνασταθῇ ἡ βασίλισσα τῶν γλωσσῶν καί νά ἔλθῃ ἡ γλῶσσα ἡμῶν εἰς τήν προτέραν καί εὐδαίμονα ἐκείνην ἀκμήν!».[23]

Κι ὅμως, εἶναι δυνατόν νά καταπλημμυρίσει κανείς σελίδες ἐπί σελίδων μέ παρόμοιους ἀρχαϊσμούς. Αὐτοί δέν ἀφοροῦν μόνο τή σοφολογιώτατη διδασκαλία καί μάθηση, ἀλλά ἐνστάλαξαν ἀκόμα καί τό θετικισμό τῆς γλωσσολογικῆς ἐπιστήμης τοῦ 20ού αἰῶνα. Ἀρκεῖ νά συλλογιστεῖ κανείς τό “θεώρημα τῆς ἐγγενοῦς συντηρητικότητας”, ἐν ἰσχύι, κατ’ ἀποκλειστικότητα, γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα. Ἡ ἐν λόγω ἐπιστημονική πρόταση ἐξαιρεῖ ἀπό τήν ἱστορικότητα, στήν ὁποία εἶναι καταδικασμένες νά παραφθείρονται οἱ ἄλλες γλῶσσες, τήν ἑλληνική, ἡ ὁποία γινόμενη μυθική ὀντότητα «πέφυται νά ζῇ ἀϊδίως». Θεωροῦσαν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς δεδομένη τήν ἀειζωία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. «Ἡ συντηρητική δύναμις τῆς γλώσσης συνεκεντρώθη εἰς τόν πατριαρχικόν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως»[24] ἔγραφε, ἀντιθέτως πρός τήν ὀρθή κατεύθυνση τῶν πραγμάτων, τήν ἀποδίδουσα τή συντηρητική δύναμη στήν ὕπαρξη τοῦ ἴδιου τοῦ θρόνου καί μόνο, ὁ Ἰακωβάκης Ρίζος Νερουλός, ὁ πρῶτος πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἑνός ἀπό τούς πρώτους κατεπείγοντες θεσμούς πού συγκρότησε τό νεοελληνικό κρατίδιο τό 1837.

Ἡ ἱδρυτική συνεδρία τῆς Ἑταιρείας λαμβάνει, βεβαίως, χώρα στήν Ἀκρόπολη. «Τό ἀρχαιολογικό ἐνδιαφέρον εἶναι ἀσφαλῶς πολύ ἀξιέπαινο», λέει ὁ Φρόυντ,

«ἀλλά δέν διεξάγει κανείς ἀνασκαφές, ἄν πρόκειται μέ αὐτές νά ὑποσκάψει τίς κατοικίες τῶν ζωντανῶν ἔτσι πού νά καταρρεύσουν καί οἱ ἄνθρωποι νά θαφτοῦν στά ἐρείπιά τους».[25]

Κι ὅμως, ἀκριβῶς αὐτό ἔκαναν. Τούς κατέπεσε ὁ ἑλληνισμός στό κεφάλι· καταπλακώθηκαν! Διπλή ἡ αὐταπάτη. Ὁ Νερουλός ἐκφωνεῖ στήν Πνύκα πανηγυρικούς γιά τήν ἀρχαία Ἑλλάδα∙ βδελύσσεται τό Βυζάντιο καί τούς ἑλληνιστικούς χρόνους. Ἡ Ἑλλάδα γι’ αὐτόν εἶναι μόνο Ἑλλάδα. Ἐκλέγει τήν ἄνευ μεσολαβήσεως, αὐτοπρόσωπη συνάφεια τοῦ νεοελληνικοῦ κρατιδίου μέ τήν ἀρχαιότητα. Ὁ Ἀσώπιος τόν ἀποδοκιμάζει. Παρομοίως ἀποστρέφονται τό Βυζάντιο οἱ Ρενιέρης, Κουμανούδης καί Καλλιγάς. Μᾶς χωρίζει ἀκόμα κάποια ἀπόσταση ἀπό τήν πλήρη ἐξασφάλιση τῆς θέσης τοῦ Βυζαντίου στόν νεοελληνικό πνευματικό ὁρίζοντα. Οἱ πρῶτες βυζαντινές ἀρχαιολογικές ἑταιρεῖες ἱδρύονται στίς ἀρχές τοῦ 20ού αἰῶνα. Ἡ πρωτεύουσα μεταφέρεται στήν Ἀθήνα ἀπό τό Ναύπλιο. Στή νέα πρωτεύουσα, οἱ ἐκτεταμένες ἀποξέσεις τῶν ἐνοχλητικῶν ἄξεστων στρωμάτων τοῦ χρόνου, σκοπό ἔχουν νά φέρουν εἰς τό φῶς, ἀπαστράπτουσα, ἐξυσμένη, τή νέα ἀρχαιότητα. Τά ἀποκαλυπτήρια ἑνός κράτους. Ἡ ἀρχαιότητα ἦταν πάντα ἐδῶ: «[…] σώζονται κεκρυμμέναι ἐν ταῖς καλύβαις τῶν χωρικῶν τετρακισχίλιαι λέξεις ἀρχαῖαι».[26]

Ὁ Νικόλαος Πολίτης, «ὁ σοφός ἐπικριτής», θά ἀναλάβει νά τήν καταστήσει διαυγῆ, ἐνῶ ἡ νομική ἐπιστήμη τοῦ βαυαρικού καθεστῶτος (Μάουερ) ξεθεμελιώνει καί τήν ἐλάχιστη παρουσία ἐθιμικοῦ δικαίου. Τόν 19ο αἰῶνα, δηλαδή νεωστί, τελευταίως, ἡ χώρα, ὑποστᾶσα τόν ἀπαραίτητο εὐρωπαϊκό ἔλεγχο, ἀπαρχαιώθηκε. Ἡ ἑλληνική ἀρχαιότητα ἀξιολογήθηκε στούς Νέους Χρόνους καί προσέλαβε μεγίστη ἀξία. Διατιμητής, διαχειριστής καί ἐπίτροπος τοῦ ἐν λόγω πνευματικοῦ κεφαλαίου εἶναι ὁ εὐρωπαῖος κυρίαρχος. Ἡ χώρα δέν ἔχει λόγο ὕπαρξης, παρά μόνο ἄν ἐξαρχαϊζόμενη ἐμπνεύσει τόν προσήκοντα σεβασμό τοῦ ἐκτελοῦντος χρέη διαχειριστῆ. Εἶναι ἐξελεκτέα χώρα. Ὑπό ἐπιτροπεία. Ἤμασταν ἐμεῖς, ναί!, ἐκεῖνοι οἱ δημότες πού ἀνακάλυψε, γιά δικό της λογαριασμό, ἡ Δύση στά μητρῶα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας. Ἡ κεφαλαιοποίηση τῆς ἀξίας καί ἡ ἐξαργύρωση τῶν τίτλων (καταγωγικά δικαιώματα) εἶναι ἡ σταθερή ἀπασχόληση τῆς νεοελληνικῆς μετριότητας. Ὅταν ἡ Εὐρώπη δέν ἀναλύεται εἰς ἐπαίνους γιά τήν σύγχρονη Ἑλλάδα καί δέν φροντίζει νά τήν διατηρεῖ ὡς ἀναθυμητική στήλη ἀνά τούς αἰῶνες, τότε τήν ψέγουμε σκαιῶς πού δέν ἐνθυμεῖται τό χρέος της πρός ἐμᾶς. Διότι τά φῶτα πού λαμβάνουμε ἀπό αὐτήν εἶναι κι αὐτά ἡ μορφή ἑνός ἀντιδανείου. Μᾶς ἐπιστρέφονται. Εἶναι ἡ πεποίθηση πώς «οἱ Ἕλληνες πηγαίνοντας πρός τήν Δύση καί παίρνοντας ἀπό ἐκείνην ὁδηγίες, συνθήματα, ἰδεολογίες, ἀνακτοῦν ἁπλῶς τήν προγονική τους περιουσία».[27]

Ἡ αὐτεπίγνωση δέν εἶναι παντελῶς ἀποῦσα. Λ.χ. ὁ Παῦλος Καλλιγάς, ὁ ὁποῖος προσπάθησε μέ τίς πολλαπλές του σταδιοδρομίες νά ἐξασφαλίσει μιά θέση στήν ἀθηναϊκή κοινωνία, ἔγραφε σέ μελέτημά του τά ἑξῆς:

«Ἀνοίγοντας βιβλίον ἐξ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, κανείς γνήσιος στοχασμός δέν τό ἐμψυχώνει, καμμία δύναμις δέν ἐγείρεται ἐκ τοῦ βάθους του διά νά μᾶς προσηλώσει. Ἄλλο εἰς αὐτό δέν εἶναι εἰμή βαθύς ρόγχος παχέων Ἑλληνισμῶν».[28]

Παρεμπιπτόντως, τήν κηδεμονία τοῦ Καλλιγά ὅταν ἦταν νεαρός εἶχε ἀναλάβει ὁ τότε πρόεδρος τῆς ἑλληνικῆς κοινότητας τῆς Τεργέστης Αμβρόσιος Ράλλης. Οὔτε ἀπό τόν Βερναρδάκη ἀπουσίαζε ἡ αὐτεπίγνωση τῆς καταστάσεως. Ἔγραφε κι αὐτός:

«Φαντασιώδης λατρεία ἑνός ἀγνώστου ἰδανικοῦ, τῆς προγονικῆς γλώσσης, καί ἄδικος καί πτωχαλαζονική περιφρόνησις τοῦ μητρικοῦ ἰδιώματος, ἰδού τί κατ’ οὐσίαν ἦτο καί εἶνε τό παράλογον ἅμα καί ἀκαταμάχητον αἴσθημα, ὅπερ ἀπεπλάνησε τό ἑλληνικόν ἔθνος ἀπό τῆς εὐθείας».[29]

Ὁ νεοσύστατος κρατικός ἑλληνισμός, δοκιμαζόμενος ἀπό τόν μισελληνισμό, κατεχόμενος ἀπό «τό ἐθνικό ἄγχος τῶν Ἑλλήνων τῆς μετεπαναστατικῆς περιόδου [νά ἀντικρούσουν] τίς κατηγορίες τοῦ διαβόητου Fallmerayer»,[30] ἐκτεθειμένος ἐξακολουθητικῶς σέ μιά τραυματική, ὑπερευαίσθητη καί συμπλεγματική ἑλληνικότητα, ἡ ὁποία συνεχῶς ἰχνηλατεῖ τρόπους νά ἀποδείξει τή νομιμότητά της, δέν εἶχε ἄλλο τρόπο νά προαχθεῖ στόν κόσμο τῆς κρατικῆς ὑπόστασης παρά καί μέ τήν πλαστουργία τῆς ἐθνικῆς παράδοσης. Ὁ Μηνᾶς Μινωΐδης, στήν Πνύκα κι αὐτός ἀνυψωμένος –Λόγος ὁ ἀπό Πνυκός ἐκφωνηθείς περί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης– ὁμιλοῦσε γιά τούς βυζαντινούς λογίους πού μεταλαμπάδευσαν τά φῶτα στήν Ἑσπερία. Ὁ ἴδιος ἀποστέλλει ἐπιστολές, τή μία μετά τήν ἄλλη, en sèrie, πρός τό γαλλικό ὑπουργεῖο. Προσκαλεῖ τή γαλλική εἰδημοσύνη νά ἐπισκεφτεῖ τήν Ἑλλάδα καί ὅλοι μαζί νά πρωτοδοῦν, νά ἀνακαλύψουν καί νά ἐξιχνιάσουν ἀνεύρετα χειρόγραφα ἑλληνισμοῦ.

Ὁ μεταγενέστερος Σιμωνίδης (γιά ἕνα διάστημα τούς μπέρδευα) ἐπιλαμβάνεται προσωπικῶς τούς χιμαιρικούς πόθους καί ἀναδεικνύεται σέ μέγα πλαστουργό. Ἦταν εγγράματος καί πλαστοποιός∙ ὄχι κιβδηλοποιός. Ὁ πρῶτος «κατασκευάζει ἔργα μέ καινοφανῆ χαρακτηριστικά»,[31] βοηθάει τρόπον τινά νά μιλήσει ἡ ἱστορική ἀλήθεια. Οἱ Σούτσοι, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον τήν ἐποχή ἐκείνη, καταλαμβάνονται ἀπό αἰσθήματα ἄγχους. Ἐργώδης ἡ προσπάθειά τους νά ἀποδείξουν «πώς οἱ σημερινοί Ἕλληνες εἶναι νόμιμοι ἀπόγονοι τῶν παλαιῶν».[32] Ἐπείγει τά μέγιστα τό ἔθνος νά φανεῖ ἀντάξιο τῆς γνώμης πού ἔχουν γιά τήν ἑλληνική φυλή οἱ σοφοί τῆς Δύσεως. Ζεῖ ἐξ ἀντανακλάσεως, τῇ μεσολαβήσει τῶν ἐχόντων τήν γενικήν διοίκησιν τῆς ἑλληνίδος ἀρχαίας φωνῆς. Ἀνταποδεικνύει τήν ύπαρξή του. Νομίζουν, δέ, πώς «ὅ,τι συνδέει αὐτούς μετά τῆς παρελθούσης δόξης των δύναται νά ἐξασφαλίσῃ [καί] τό μέλλον των».[33] Ἡ λογοτεχνική ἀξία τῶν Σούτσων, ὅπως καί συλλήβδην τοῦ ἑλληνικοῦ Ρομαντισμοῦ, ἀνάξια ὁποιουδήποτε λόγου, «ξεπερασμέν[η] καί νικημέν[η] ἀπό τόν χρόνο»,[34] ἀντιστρατεύεται ἐντυπωσιακά τίς δημοσιευμένες στόν Τύπο τῆς ἐποχῆς (ἐφημερίδα Αἰών) καυχησιολογίες:

«Ἀναγιγνώσκοντες οἱ Γερμανοί [sic] τόν Βλαχάβαν ἐννοοῦσιν αὐτούς καθώς καί τούς παλαιούς Ποιητάς τῆς Ἑλλάδος […] καί ὅτι ὁ Παναγιώτης Σούτσος καθιεροῖ τό ὄνομά του, ὡς καθιέρωσαν τό ἑαυτῶν ὄνομα ὁ τέ Δάντης εἰς τήν Ἰταλίαν καί ὁ Κορέλλιος εἰς τήν Γαλλίαν».[35]

Θρυλεῖται πώς τίς ἀσυναγώνιστες μεγαλοστομίες στόν Αἰῶνα τοῦ Φιλήμονα τίς ἔγγραφε ὁ ἴδιος ὁ Σοῦτσος. Ποῖος ἄλλος θά μποροῦσε νά κοινολογήσει ὅτι «ὁ Παναγιώτης Σοῦτσος πρῶτος ἀναφαίνεται [ἐννοεῖ κορυφαῖος μεταξύ τῶν: Αἰσχύλου, Εὐριπίδη, Σοφοκλῆ, Κορνέιγ, Ἀλφιέρι, Ρακίνα, Σαίξπηρ, Βολταίρου…] εἰς τόν παγκόσμιον Παρνασσόν».[36] Ὅπως ἐπίσης, ἡ σταθερή του ἐπιδίωξη νά ἀποτείνεται συνεχῶς στόν πεφωτισμένο ὅμιλο τῆς Δύσεως («αἱ Ἀθῆναι λαμβάνουσι τότε [ὅταν, δηλαδή, τό ἔθνος ἐγκολπωθεῖ πλήρως τή Νέα Σχολή τοῦ γραφομένου λόγου] ἀκροατήριον τήν Εὐρώπην»[37]) ἀντιστρατεύεται ἐντυπωσιακά τόν ἐγνωσμένο ἀντιδυτικισμό καί ἀντιδιαφωτισμό του. Ἴδιες ὄψεις. Ὅσον ἀφορᾶ τούς ποιητικούς ἀγῶνες, αὐτοί ἐντάσσονται στήν ἔργῳ κατάδειξη τῆς ἰσοδυναμίας μεταξύ ἀρχαίων καί καινούργιων Ἑλλήνων:

«[…] δέν ἔλειψαν [λέει ὁ εἰσηγητής Θεόδωρος Ἀφεντούλης στόν Βουτσιναῖο τοῦ 1872] οἱ καταμεμφόμενοι ἡμῶν ὅτι δέν εἴμεθα ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων […] Τῆς μομφῆς ταύτης μίαν ἔτι ἀναίρεσιν παρέχει καί ὁ σήμερον τελούμενος ποιητικός διαγωνισμός».[38]

Ἄς διαβῶ, γιά μιά στιγμή, τό κατώφλι τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα, γιά ὅσους πιστεύουν πώς οἱ ἀρχαϊσμοί ἀραιώνουν. Οἱ τρεῖς, καί φίλοι, σημαντικότεροι ἐργοδοτικοί στοχαστές τῆς περιόδου τοῦ μεσοπολέμου, δηλαδή οἱ Τσάτσος, Κανελλόπουλος καί Θεοδωρακόπουλος, σπουδαγμένοι ὅλοι τους στή Χαϊδελβέργη, δέν προσπέρασαν ποτέ τήν ἀρχαία Ἑλλάδα, γιά νά ποῦν, ἔστω μία φορά, κάτι ἀξιόλογο γιά τό παρόν τῆς σύγχρονης. Ἰδιαίτερα ὁ Τσάτσος, χωρίς ἴχνος βιωματικής σχέσης μέ τόν Ἑλληνισμό, ὁ ὁποῖος ὑποδεχόταν μέ γερμανικά τραγούδια στήν Ἑλλάδα τά Χριστούγεννα, τά παιγνίδια του δέ ἔρχονταν ἀπό τή Γαλλία καί οἱ φορεσιές του ἀπό τήν Ἀγγλία, ἀνακάλυψε, μέσω Χαϊδελβέργης, «τήν αἰώνια νεότητα [!!] τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος». Ὁ κενός, ἄδειος κοσμοπολιτισμός του, τόν ὁδήγησε στόν ἀνήκουστο ἰσχυρισμό, βλέπε τόν Διάλογο γιά τήν ποίηση μέ τόν Σεφέρη, πώς

«ἡ ἑλληνικότητα […] εἶναι τό μέσον γιά νά φθάσῃ [ὁ λαός] ὡς τή βαθύτερη πηγή τοῦ ἑαυτοῦ του. [Πώς] ἡ ἑλληνικότητα εἶναι μέσο γιά τόν ἔλεγχο τῆς γνησιότητας ἑνός ἔργου τέχνης».

Ἔθεσε δηλαδή, ὁ πλήρης πνεύματος Τσάτσος, τήν ἑλληνικότητα, ὡς a priori, καντιανή, καθαρή, ἄχρονη, κατηγορία. Ἑλληνικοί ἤδη πληθυσμοί ὑποχρεώθηκαν νά παλιννοστήσουν σέ μιά ἀνεξοικείωτη ἀρχαία κοιτίδα. Τούς ἐπέστρεψαν πίσω, τούς ἔσυραν ἐκεῖ, ἀναπαλαιωμένους, μαζί μέ φερτές, πού τούς ἔδωσαν, ἔγγραφες ἀναμνήσεις. Ἀπογίγνονταν καί γίγνονταν ἐκ νέου ἀπαραποίητοι Ἕλληνες.  Ἡ σκληρή χριστιανική βιοτή τους εἶχε διαλευκάνει, ὅμως, ἀπό μόνη της καί πρό πολλοῦ τή συνάφεια μέ τό παρελθόν. Τά ριζώματα τῆς ἑκάστοτε ἐνεστώσας λειτουργικῆς ζωῆς δέν φθάνουν μέχρι τό προσποιητό βάθος τῆς γραπτῆς ἐλλογιμότητας.

Αὐτά τά ὀλίγα, τά ἀφορῶντα τήν ἀποπνικτική ποιητική καί πνευματική ἀτμόσφαιραν. Ὁ Μιχαήλ Μητσάκης ἦταν καινούργιος∙ σύγχρονος καί τρελός. Στό λειψό του ἔργο ἀπουσιάζουν, δέν ἐπιζοῦν, τά ἀπαρτίζοντα τήν ἐπίσημη νεοελληνική συνείδηση στοιχεῖα. Εὐτυχῶς, «δέν τούς πολυγνώριζ[ε] τούς ἀνθρώπους». Κυκλοφορεῖ μόνος καί ἀδιέξοδος∙ δέν ἀνήκει στήν ὁλομέλεια τοῦ περιούσιου λαοῦ∙ εἶναι χωρίς ἀποστολή. Ὁ Δημηρούλης, ὁ Δημαρᾶς, θά βεβαιώσουν (;) πώς ὁ Ροΐδης ἐξῆλθε νικητής ἀπό τή διαμάχη μέ τόν Ἄγγελο Βλάχο. Πότε ὅμως; Εἶναι ὡς ἐάν ὁ Ἄγγελος Βλάχος νά ἦταν ἐκεῖνος πού κατήγαγε τήν περιφανῆ ἐπί τῶν κρατουσῶν συνθηκῶν νίκην, ἀλλά ὁ Ροΐδης νά τήν ἀπέσπασε, βραδυπορώντας, ἐν τελευταία ἀναλύσει. Τό νεοελληνικό adagio. Ἱστορική, ὄχι ἐπίκαιρη, ἡ δικαίωσή του. Τό θεσμικό μόρφωμα δέν ἐπιτρέπει ἀφροδισιασμούς εἰς τήν ὥρα τους, ἐγκαίρως, γιά περιπτώσεις σάν καί τοῦ Ροΐδη. Οὐδείς, ἐλλείψει θεσμοῦ, κέκτηται τό δικαίωμα (ἐξουσία) νά παραγάγει δοκίμως νέο πνευματικό κεφάλαιο. Ἤ θά ἐξοντωθεῖ ὁ ἀθλητής ἤ θά καταφύγει στήν ἐπισφαλῆ ὑστεροφημία.

«Εἶναι ἐντυπωσιακό ὅτι κανείς ἀπό τούς λογίους τῆς ἐποχῆς δέν συντάχτηκε στό πλευρό τοῦ Ροΐδη».[39] Τό κοινό καί ὁ Τύπος τῆς ἐποχῆς διχάστηκαν. Ἡ ποιότητα τῶν δημοσιεύσεων εἶναι ἀπελπιστική. Ἡ κοινωνική ζωή, ἐλλείψει θεσμῶν, ρυθμιζόταν ἀποκλειστικά βάσει τῶν ἰδιοτελῶν κινήτρων. Ἀρκεῖ λ.χ. μιά εὐνοϊκή κριτική τοῦ Ροΐδη στόν Δημήτριο Κόκκο γιά νά τοῦ ἐπιτεθεῖ προσβλητικά ὁ Σουρής. «Οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Ροΐδη διακωμώδησαν ὄχι μόνον τίς ἰδέες ἀλλά καί τίς συνήθειές του, τήν ἐξωτερική του ἐμφάνιση […]».[40] Τόν ἀποκαλοῦν: ἐμπαθῆ, ὑβριστή, προπηλακιστή, κακεντρεχῆ καί ἀσεβῆ. Ἐπίσης: κακοήθη, ἀντίχριστο, θρασύ καί οἰηματία.[41] Δειλά, καί εἰς τό τέλος, μόνο ἐν τελευταία ἀναλύσει, ἀναγνωρίζουν νικητή τόν Ροΐδη. Ἡ συλλογική ψυχή φημίζει ἐμπρόθεσμα τούς τενεκεδέστερους (: ἡ λέξη εἶναι τοῦ Μητσάκη, ἀποθησαυρισμένη στή Συναγωγή τοῦ Κουμανούδη). Σέ αὐτούς χορηγεῖ ὕπαρξη ζωῆς. Ὁ Ροΐδης, καί σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἔκβαση τῆς διαμάχης του μέ τόν Ἄγγελο Βλάχο, φθάνει ἀργοπορημένος, δεκαετίες μετά –ο ἴδιος πέθανε τό 1904 σέ ἡλικία ἑξήντα ὀκτώ ετών–,  φθάνει ἀργά τά μεσάνυχτα καί κάπως δικαιωμένος στήν τελευταία, περί Ρομαντισμοῦ, σελίδα τοῦ Δημαρᾶ.

Κι ὁ Ξενόπουλος, ἄν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, συμφωνεῖ μαζί του, ἀλλά ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, ὅταν ἡ διένεξη ἔχει πλέον λήξει. Ἐμπρόθεσμα, ὅμως, ἀπώλεσε τή συγκεκριμένη του ὕπαρξη, καθώς τό νόημα τῆς τελευταίας εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένο μέ τήν ἐπίκαιρη ἐπιβεβαίωση τῆς ἀξίας της. Αὐτό τούς εἶπε στήν Εἰσήγηση. Τό γράμμα ἔφθασε ὡς συνήθως ἀργά: ὅταν «ὁ συρφετός τῶν παρεστώτων εἶχε σκορπίσει» (Ἀρκούδα). Ὁ νεοελληνικός ποιητικός κανόνας ἦταν ἀνύπαρκτος. Ἡ μεταρσίωση συναρτᾶται μέ τήν ὕπαρξη τοῦ ἔγκυρου κανόνα, ὑπέρ ἤ ἐναντίον τοῦ ὁποίου στρέφεται κανείς. Ἐλλείψει κανόνα ἡ καλλιτεχνική δημιουργία δέν συγκεντρώνεται σέ ἕναν σκοπό, καί ἐλλείψει προσωπικῆς ἐξάρτυσης, ἱκανῆς νά θέσει σέ προσωπική κράτηση τίς ὁρμικές ἀνάγκες, ἀνεβάζοντας τοιουτοτρόπως τήν τιμή τοῦ προϊόντος, ἡ ars poetica δέν φέρεται ἀπό μία persona grata, προσκεκλημένη στούς κύκλους γνωριμιῶν.

Ὁ Μητσάκης, ἀνέκδοτος καί κολοβός, δαρείς καταμεσίς τοῦ δρόμου, στό ἴδιο μέρος, ἐκεῖ στοῦ Ζαχαράτου, πού ὁ Σουρής ἔβαζε τόν Ροΐδη νά τρώγει τά γαλατομπούρεκα, περιττοσυλλάβησε στά καλύτερά του διηγήματα καί ἔζησε κατ’ ἰδίαν, ἐν μονώσει, τήν κακουχημένη του μοῖρα. Ἁπλοῦς, ἐπαναλαμβανόμενος, «ὁλοτρόγυρα, γύρω-τριγύρω-γύρω», δέν ἀναπτύχθηκε, γινόμενος ἄλλος τόσος, σέ κεκρυμμένα ἐννοήματα. Ἄπνους, στιγμές στιγμές, «δέχ[τηκε] συγκεντρωμένους τούς θορύβους τῆς γῆς, τούς τρισμυρίους, τούς ποικίλους, τούς ἀπείρους, τούς παντοίους […] (Ἀόρατος). Μέχρις εκεί…

///

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Περί συγχρόνου ἐν Ἑλλάδι κριτικῆς, στό Ἐμμανουήλ Ροΐδης, Ἅπαντα, τόμ. Β΄, Ἑρμῆς 1978, σ. 250. Εἶμαι σχεδόν ἕτοιμος ἐπίσης νά ἀκολουθήσω τήν πεπατημένη σέ παρόμοιες περιπτώσεις καί νά ἐκφράσω τή γνώμη πώς ἡ Κρίσις τῆς τῶν ἀγωνοδικῶν ἐπιτροπείας πού ἀνέγνωσε ὁ εἰσηγητής Ροΐδης θά ἔπρεπε νά διδάσκεται στό σχολεῖο∙ βάλλουσα διαμπάξ τήν πνευματική νωθρότητα τῶν Νεοελλήνων.
[2] Ἐν ἄλλοις λόγοις: «Αὐτή εἶναι ἡ συνθήκη τοῦ νεοελληνικοῦ βίου… Μεταξύ ἑνός χρόνου πού δέν μπορεῖ νά ἐπιστρέψει κι ἑνός ἄλλου πού ἀδυνατεῖ νά ἔρθει». (Ἠλίας Παπαγιαννόπουλος, Ὁ Φρόυντ στήν Ἀκρόπολη. Μιά ατοπογραφία, Περισπωμένη 2019, σελ. 124).
[3] Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως, στό Ἐμμανουήλ Ροΐδης, Ἅπαντα, ὅ.π., σ. 286.
[4] Αὐτ., σ. 293.
[5] Αὐτ., σ. 293.
[6] Αὐτ., σ. 294.
[7] Δ. Δημηρούλης, Εἰσαγωγή στό Ἡ διαμάχη γιά τήν ποίηση, Ἵδρυμα Κώστα καί Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 2011, σ. 30.
[8]Νέος Κριτικός στό Ἄγγελος Βλάχος, Κριτικά Κείμενα, τόμ. Α΄, Ἵδρυμα Κώστα καί Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 2016, σ. 350. Εἶναι ἡ ὁμιλία του στόν Παρνασσό τόν Δεκέμβριο τοῦ 1877.
[9] Δραματικός Ἀγών. Κρίσις τῆς τῶν ἀγωνοδικῶν ἐπιτροπείας, στό Ἐμμανουήλ Ροΐδης, Ἅπαντα, τόμ. Β΄, ὅ.π., σ. 241.
[10] Αὐτ., σ. 238.
[11] Μανουήλ Ἰ. Γεδεών, Ἡ πνευματική κίνησις τοῦ γένους, Ἑρμῆς 1976, σ. 211.
[12] Τά ὑπόλοιπα μέλη: πατριάρχης Γρηγόριος πρόεδρος, μητροπολίτες Ἐφέσου Σαμουήλ καί Κυζίκου Ἰωακείμ, ὁ μπᾶνος Ἀλέξανδρος Χαντζερῆς καί ὁ Μέγας Ποστέλνικος Ἰωάννης Καραντζᾶς (αὐτ., σ. 211).
[13] Λάμπρος Βαρελᾶς, Εἰσαγωγή στό Κωνσταντίνος Ἀσώπιος, Τά Σούτσεια, Ἵδρυμα Κώστα καί Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθήνα 2013, σ. 43.
[14] Αὐτ., σ. 44.
[15] Μανουήλ Ἰ. Γεδεών, Ἡ πνευματική κίνησις τοῦ γένους, ὅ.π., σ. 210.
[16] Φρήντριχ Σίλλερ, Περί ἀφελοῦς καί συναισθηματικῆς ποιήσεως, μτφρ. Π. Κονδύλης, Στιγμή 1985, σ. 32.
[17] Αὐτ., σ. 32.
[18] Κ.Θ. Δημαρᾶς, Ἑλληνικός ρωμαντισμός, Ἑρμῆς 2014, σ. 192.
[19] Panayiotis Moullas, ὅ.π., σ. 75.
[20] Κ.Θ. Δημαρᾶς, Ἑλληνικός ρωμαντισμός, ὅ.π., σ. 195.
[21] Αὐτ., σ. 312.
[22] Κ.Θ. Δημαρᾶς, Κ. Παπαρρηγόπουλος, ΜΙΕΤ 2006, σ. 63.
[23] Ἀ. Ἐ. Μέγας, Ἱστορία τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, Δωδώνη 1997, τόμ. Β΄, σ. 187.
[24] Ἰακώβου Ρίζου Νερουλοῦ, Ἱστορία τῶν γραμμάτων παρά τοῖς νεωτέροις Ἕλλησι, ἐξελληνισμένη ὑπό Ὀλυμπιάς Ι. Ν. Ἄββοτ, Ἀθήνησι 1870, σ. 37.
[25] Sigmund Freud, Το μέλλον μιας αυταπάτης, μτφρ. Π. Τσινάρη, Ροές 2015, σ. 88.
[26] Π. Σοῦτσος, Νέα Σχολή το Γραφομένου Λόγου ἤ ἀνάστασις τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης ἐννοουμένης ὑπό πάντων, στο Σούτσεια, ὅ.π., σ. 275.
[27] Κ. Θ. Δημαρᾶς, Κ. Παπαρρηγόπουλος, ὅ.π., σ. 64.
[28] Marie-Paule Masson-Vincourt, Ὁ Παῦλος Καλλιγάς (1814-1896) καί ἡ ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, μτφρ. Α. Ἀλεξάκης, Α. Παπαδοπούλου, Κ. Τσίναρης, ΜΙΕΤ 2009, σ. 256.
[29] Δημήτριος Ν. Βερναρδάκης, Ψευδαττικισμοῦ ἔλεγχος, ὅ.π., σ. 462.
[30] Λάμπρος Βαρελᾶς, Εἰσαγωγή, ὅ.π., σ. 90.
[31] Μιχαήλ Α. Τιβέριος, Πλαστές ἀρχαιότητες καί παραχάραξη τῆς ἱστορίας, ΜΙΕΤ 2014, σ. 23.
[32] Σούτσεια, ὅ.π., σ. 91.
[33] Αὐτ., σ. 91.
[34] Κ .Θ. Δημαρᾶς, Ελληνικός ρωμαντισμός, ὅ.π., σ. 167.
[35] Σούτσεια, ὅ.π., σ. 24-25.
[36] Αὐτ., σ. 26.
[37] Αὐτ., σ. 93.
[38] Παναγιώτης Μουλλᾶς, Ρήξεις καί συνέχειες, ὅ.π., σ. 297.
[39] Δ. Δημηρούλης, στό Διαμάχη γιά τήν ποίηση, ὅ.π., σ. 167.
[40] Αὐτ., σ. 173.
[41] Αὐτ., σ. 174.
///

*

**