Νυχτερινές περιπέτειες

*

Ἔχω ἕνα ξύλινο κρεββάτι ποὺ ὅλο τρίζει
–ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ πρὸ πάντων– μὰ ἀγνοῶ
ἂν στοὺς θορύβους ἔχω τοῖχο στεγανό·
ὁ γείτονάς μου, μοῦ ’χει πεῖ, δὲν ροχαλίζει,

ἀλλὰ οὔτε κι ἄκουσα ποτὲ ἀπὸ δίπλα κρότους.
Ἔλα ποὺ ὡστόσο κι ἡ ἠρεμία μ’ ἐνοχλεῖ –
ἀφοῦ δὲν ἔχω κἂν μιὰν ἔνδειξη ἁπαλὴ
ἐὰν μ’ ἀκούει μέσ’ ἀπ’ τὴ σιγὴ τοῦ σκότους…

Πολὺ τὸ σκέφτομαι. Ἡ ἔγνοια δὲν μ’ ἀφήνει,
τὶς νύχτες πλέον δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ.
Μ’ αὐτὶ στημένο προσπαθῶ ν’ ἀφουγκραστῶ
ἂν μ’ ἀφουγκράζεται κι αὐτὸς μὲς στὴ γαλήνη.

Κάθομαι ἀσάλευτος, βουβὸς παραμονεύω
κάθε του κίνηση: μὴ βήξει κι ἀκουστεῖ,
μὴν ψιθυρίσει ἤ, ἔστω, μὴ χασμουρηθεῖ
μὲ τεταμένη προσοχὴ κατασκοπεύω.

Ἀπ’ τὸ διαμέρισμά μου ἔπαψα νὰ βγαίνω
–πῶς τὸ μπορῶ; κι ἂν μπεῖ ὅσο λείπω αὐτὸς ἐκεῖ;–
σὰν τοὺς ἀνέμους ποὺ τοὺς ἔκλεισαν στὸ ἀσκὶ
κρατάω τώρα τὴν ἀνάσα ποὺ ἀνασαίνω.

Γιατὶ τὸ ξέρω πιά, τὸ ξέρω… Ἂν δὲν προλάβω
πρῶτος νὰ φέρω τοὺς σκοπούς του ἐγὼ στὸ φῶς,
θὰ μὲ προφτάσει –θέ μου!– θὰ προφτάσει αὐτός.
Καὶ θά ’ν’ ἀργὰ τότε τὰ μέτρα μου νὰ λάβω.

Ἔτσι περνοῦν οἱ ὧρες μου, μέσα στὴ ζάλη,
ἔτσι κι οἱ μέρες κι οἱ βδομάδες μου περνοῦν –
σὰν desperados σὲ κακόφημο σαλοὺν
πάντα στὴν τσίτα νὰ τραβήξουν τὴ σκανδάλη.

Ἴσως πολὺ ν’ ἀδημονῶ… Δὲν θέλει βιάση,
δὲν ὑποκύπτει ἔτσι εὔκολα ὁ ἐχθρός.
Θέλει περίσκεψη ἅμα θὲς ὁλοσχερῶς
νὰ τὸ ἐκθέσεις τοῦτο τὸ ὕπουλο κουμάσι !

Θὰ περιμένω ὥσπου νὰ ’ρθεῖ, νὰ φτάσει ἡ κρίση…
Μὰ ὣς τότε ὑπάρχουν –ναί, τ’ ὁμολογῶ– φορὲς
ποὺ μὲς στὸ νοῦ μου μιὰ ἀπορία ἀστράφτει ἐξπρές:
τί θ’ ἀπογίνω ἂν ξαφνικὰ μετακομίσει;

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

*