*
«Ο τόπος στην ποίηση του Πορφύρη βιώνεται ως τραύμα αλλά και ως ίαση. Πικρή και γλυκιά η επιστροφή της μνήμης στον τόπο, το χρόνο, τους ανθρώπους, αναμετρά τις απώλειες, αλλά την ίδια στιγμή τις επουλώνει ανασυστήνοντας τη μαγική γεωγραφία του παρελθόντος. Στην ποίηση του Πορφύρη συναντάς, με την απλή, την άνετη κουβέντα της περιγραφής, έναν κόσμο που δεν είναι παλιός, αλλά μόνιμος: τη μνημειακή ομορφιά της φύσης, τον καημό των εσαεί ξενιτεμένων και αυτών που τους περιμένουν, τα χαμένα χνάρια των νεκρών του πολέμου, των θυμάτων της προόδου που προχωρά σε νέες ερειπώσεις και προσπερνά την διαρκέστερη κάτω από τον ουρανό ανάγκη του ανθρώπου για ομορφιά και αλήθευση μέσα στη σχέση με τον άλλον.»
ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ, «Ένας θαλερός ποιητής», ΝΠ, 30.10.2024
Στη μνήμη του εκλιπόντος, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία ποιήματα από τα Παιδιά της Νεμέρτσκας, εκτενές κείμενο αυτοβιογραφικό του ποιητή (Νέο Πλανόδιον, τχ, 7, χειμώνας 2023).
///
ΚΩΣΤΑΣ ΡΑΠΤΗΣ
Μὲ τὸ μουλάρι κίνησες ἀπὸ τὰ Φραστανὰ
Καὶ τὶς χαράδρες τοῦ βουνοῦ ποὺ τὸ κυκλώνουν
Καβάλα κι ἡ φύση θάμα γύρω σου: Ὡσαννά!
Τὰ σύννεφα πὰ στὸ ποτάμι χαμηλώνουνΝεμέρτσκα Γράμμος Τασκένδη Σιβηρία
Ἕνα ταξίδι μ’ ἀνοιχτὲς πληγὲς σὲ κάθε τόπο
Μιὰ ἑτοιμόρροπη σμπαραλιασμένη γαλαρία
Πῶς νὰ τὴν διαβεῖς; Θὰ βρεῖς τάχα τὸν τρόπο;Στὴ μνήμη οἱ μάχες στὸ Καλπάκι στὴ Μουργκάνα
Ὁ στερνὸς χορὸς μὲ τὸν παπᾶ στὸ χοροστάσι
Κι ὁ καημὸς φλογίτσα στὸ εἰκονοστάσι
Ἐκεῖ ποὺ ἔκλαιγε χωρὶς σταματημὸ ἡ Μάνα.Τὰ κόκκαλά σου σ’ ἀφιλόξενα ρουμάνια
Σκορπισμένα γίναν λυγερόκορμες βελανιδιὲς
Κι οἱ ἀετοὶ φτεροκοπῶντας στὰ οὐράνια
Παρηγοριὰ στὶς κουρασμένες μας καρδιές!///
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΡΑΠΤΗΣ
Δίχως τριακόσιους μ’ ἕνα μπαστούνι ἀπὸ κρανιὰ
Κι ἕνα σακούλι σταυρωτὰ γιὰ τὴ λειψὴ μπομπότα
Τὸ χῶμα ξέρναγε ἀγκάθια ἀπὸ τὴ μπότα
Καὶ στὶς καρδιὲς μεθοκοποῦσε ἡ ἐρημιάΨηλὸς κόντρα τ’ ἀνέμου στὶς κορφὲς καὶ στὰ χωριὰ
Τοίμαζες τὸν ξεσηκωμὸ ξεχνῶντας καὶ τὸν ὕπνο
Ξαλάφρωνες τὰ στήθια τους διώχνοντας τὴν ἀνημποριά
Σὲ τάϊζαν τὴν πίκρα τους καὶ τὸ λιτό τους δεῖπνοΞένοι καὶ ντόπιοι λύκοι φρένιαζαν· μουλωχτὸς
Διάλεγε τὸ μονοπάτι του ὁ Ἐφιάλτης
Σοῦ στήσανε καρτέρι στὸ γιοφύρι Μάρτης
Μπουμπούκι ὁ γράβος κι ἡ κρανιὰ κι ἐσὺ ὀρτὸςΝὰ σὲ στεριώνει ὁ θυμωμένος ποταμὸς
Κι ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη ἀπ’ τὸν καιρὸ τοῦ Ρήγα
Στὸ δρόμο γιὰ τὰ Γιάννενα κι ὁ μαῦρος ὁ καημὸς
Νὰ μὴν μετρᾶ τὰ λόγια σου τὰ λίγαἈπ’ τὸ Μπιζάνι ἀντίκρισες στερνὴ φορὰ τὸ φῶς
Μάνα μὲ τὸ σεγκούνι σου καὶ τὴν σφιγμένη ὀμπόλια
Ὅσες χιλιάδες οἱ καρδιὲς τόσες χιλιάδες βόλια
Τὸ ροζιασμένο χέρι σου φιλοῦν ὁ ξένος κι ὁ δικόςΣτὸν κόρφο τῆς Νεμέρτσικας κουρνιάσανε τὰ Φραστανά
Τρέχει ἡ λαφίνα στὶς πλαγιὲς ψάχνοντας τὰ παιδιά της
Ἀπόκαμε ἡ Μπάμπω ἔρημα τὰ χέρια στὴν ποδιά τηςἈπ’ τὴ βροχὴ γυρνοῦν μουγκρίζοντας τὰ ζωντανά
Τὸ αἷμα δὲν σὲ πρόδωσε κι οὔτε θὰ σὲ προδώσει
Ὁ τόπος ποὺ σὲ σκότωσαν γιόμισε παπαροῦνες
Τὸ μέλλον π’ ὀνειρεύτηκες κοπάδια ἀπὸ κουροῦνες
Κι οἱ σύντροφοι ἔχουν τὴ μνήμη σου σταυρώσει.///
MHΤΣΟΣ ΚΕΡΑΜΙΔΑΣ
Κατηφορίζοντας τὶς φλέβες τοῦ βουνοῦ ρυάκια φωτὸς
Ἀνάμεσα σὲ πίδακες νεροῦ ποὺ στραφταλίζουν
Ποτίζοντας τοὺς ὑπηκόους τῆς Νεμέρτσκας
Μποστάνια ἀμπέλια κρυμμένα στοὺς κόρφους της
Νὰ εὐωδιάζουν ἕνα γύρω τὴν κατηφοριὰ κι
Ἀνάμεσα ὀάσεις ἀπὸ θάμνους μὲ φωλιὲς πουλιῶν
Κι ἕνα γύρω σκέμπια στρογγυλεμένα ἀπ’ τὸν καιρὸ
Θέσεις γιὰ τὶς χλαῖνες καὶ τὰ φυσεκλίκια τὴν ὥρα
Τῶν γενικῶν συνελεύσεων καὶ τὸ βουνὸ νὰ κρύβει
Τὶς ἀποφάσεις τῆς ὁλομέλειας στὰ ἄγρια φαράγγια του
Γιὰ τὶς ἐπιθέσεις στοὺς Γερμανοὺς στὸ Κομπότι ποὺ
Ἔσφαξαν καὶ τὸ ζευγάρι τῶν νιόπαντρων ποὺ γύριζε ἀπὸ
Τὴν ἐκκλησιὰ καὶ τὴ φωτιὰ ποὺ ἔβαλαν στὸ Κεφαλόβρυσο
Στὴν ἐκκλησιὰ τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας μὲ τὸν
Παπα-Γιώργη ἀπ’ τὸ χωριό μας ἀνάμεσα στὸ ἐκκλησίασμα
Μοναχικὲ Γλέζο ποὺ δὲν σεβάστηκες τὴ σβάστικά τους
Καὶ φωνάζεις καὶ διαμαρτύρεσαι γιὰ τὶς κλεψιές τους καὶ
Τὰ ἐγκλήματα σὲ βάρος ἑνὸς λαοῦ ποὺ ὑποφέρει
Ἀπὸ τὴ μνήμη ποὺ αἱμορραγεῖ ἀκόμα καὶ στὴν ἐπαφὴ
Μὲ τὴν πρόσφατη ἱστορία του ἕνα ἀτελείωτο
Ἠπειρώτικο μοιρολόϊ ‒ ἡ μοίρα του.///
*
*
*
