«Ὅλα τὰ ἐδῶ γιὰ τοὺς θνητούς, κόπος· κι ὅλα γιὰ γέλια…»

*

Από το βιβλίο Ένα ποίημα – μια ματιά. Πέντε Ομιλίες που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από την εισήγηση του Ηλία Μαλεβίτη για το έργο του Γρηγόριου Ναζιανζηνού. Στον τόμο γράφουν ακόμη οι Παντελής Μπουκάλας (δημοτικό τραγούδι), Λιάνα Σακελλίου (Γιώργος Σεφέρης), Κώστας Κουτσουρέλης (Νίκος Καζαντζάκης) και Πολύκαρπος Πολυκάρπου (Άγγελος Σικελιανός). Ο σχεδιασμός και η επιμέλεια της έκδοσης είναι του Θανάση Γαλανάκη.

///

Ὅλα στὴ ζωὴ σκιὰ καὶ φαντασία, καὶ πίσω ἀπ’ ὅλα παραμονεύει ἡ ματαιότητα, τὰ πάθη, οἱ δοκιμασίες, ἡ διαρκὴς ἀστάθεια ποὺ προκαλεῖ ἀγωνία καὶ μελαγχολία στὴν ψυχὴ τοῦ Γρηγορίου. Τίποτα πιὸ ἀδύναμο κι ἀσθενὲς ἀπὸ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους. ῍Ας προσέξουμε πόσα οὐσιαστικὰ δηλωτικὰ ἐφήμερης παρουσίας χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸν ἀνθρώπινο βίο:

Ὅλα τὰ ἐδῶ γιὰ τοὺς θνητούς, κόπος· κι ὅλα γιὰ γέλια,
ἄχνη, ἴσκιος, φαντασία, δροσιά, πνοή, φτερὸ καὶ ὁμίχλη,
ὄνειρο, κύματα, ροή, στὸ πέλαο αὐλάκι, σκόνη.
Κύκλος ποὺ ἀδιάκοπα γυρνᾶ, κυλῶντας ὅμοια πάντα·
μιὰ στέκεται, μιὰ προχωρεῖ, σπάζει καὶ πάλι σμίγει
ὧρες καὶ μέρες καὶ νυχτιές, θάνατοι πόνοι, λύπες
μ’ ἀρρώστιες ἀλλὰ καὶ χαρὲς κακοτυχιὲς καὶ τύχες.
[…]
Πόσα μὲ τὰ φτερὰ τοῦ νοῦ μὲ κύκλωσαν παλιὰ ὅσα
κι ὅσα καινούργια· ἀπ’ τοὺς θνητοὺς πιὸ ἀδύναμο δὲν ἔχει […]

(μτφρ. Ἰγνάτιος Σακαλῆς)

Πάντα μόγος θνητοῖς τἀνθάδε· πάντα γέλως,
χνοῦς, σκιά, φάσμα, δρόσος, πνοιή, πτερόν, ἀτμίς, ὄνειρος,
οἶδμα, ρόος, νηὸς ἴχνιον αὖρα, κόνις,
κύκλος ἀειδίνητος, ὁμοίϊα πάντα κυλίνδων,
ἐστηώς, τροχάων, λυόμενος, πάγιος,
ὥραις, ἤμασι, νυξί, πόνοις, θανάτοισιν, ἀνίαις,
τερπωλῇσι, νόσοις, πτώμασιν, εὐδρομίαις
[…]
Πάντα νόου πτερύγεσσιν ἐπέδραμον, ὅσσα παλαιά,
ὅσσα νέα· θνητῶν δ’ οὐδὲν ἀκιδνότερον […]

(Ι ́, Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν)

Παρ’ ὅτι ὁ σύγχρονος ἀναγνώστης δικαιολογημένα ἀναγνωρίζει μιὰ διάχυτη ἀτμόσφαιρα ματαιότητας καὶ μηδενισμοῦ νὰ διαστίζει τὴν ποιητικὴ ἀγωνία τοῦ Γρηγορίου, κι ἡ ὁποία φαίνεται ν’ ἀκολουθεῖ τὸ ἡρακλείτειο πάντα ρεῖ, ἂς μὴν βιαστεῖ στὴν τελικὴ κρίση του. Αὐτὴ ἡ μελαγχολία καὶ ἡ αἴσθηση τῆς ματαιότητας τοῦ ἀνθρώπινου βίου εἶναι γνωστὴ ἤδη ἀπὸ τὴν Γραφή. Δὲν ριζώνει σὲ κάποιο εἶδος ἐγκόσμιου σκεπτικισμοῦ ἢ μηδενισμοῦ, παρὰ ἀκουμπᾶ στὰ βιβλικὰ παράλληλα τοῦ βιβλίου τῶν Ψαλμῶν καὶ τοῦ Ἐκκλησιαστῆ· σὲ αὐτὲς τὶς σύστοιχες βιβλικὲς ἐκφράσεις ματαιότητας τοῦ βίου καὶ ἀβεβαιότητας ἐξ ἄλλου ἀνιχνεύονται κι οἱ ἐμπνεύσεις τοῦ ποιητῆ μας. Συνακόλουθα, γιὰ τὸν Γρηγόριο τὸ σταθερὸ κι ἀπαρασάλευτο σημεῖο μέσα σ’ αὐτὴ τὴ μάταιη ζήση εἶναι ἡ πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ στὴν ἕνωση μαζί του στὸ ἐπέκεινα. ̔Ο Χριστὸς εἶναι ποὺ νοηματοδοτεῖ ὅλην αὐτὴ τὴν —κατὰ τὰ ἄλλα— ἀ-νόητη, ἐφήμερη καὶ μάταιη, θνητὴ ὕπαρξη ― ἡ ἐλπίδα τῆς πληρότητας μιᾶς ἄλλης μεταθανάτιας ζωῆς. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ χριστιανικός του λυρισμὸς ξεφεύγει ἀπὸ τὴ μηδενιστικὴ ἀπελπισία, ὡστόσο διατηρεῖ ὅλη τὴν ἐκφραστικὴ παλέτα ἑνὸς ἀγωνιώδους καὶ μελαγχο- λικοῦ λυρισμοῦ, καθὼς δὲν διαπιστώνεται χαρμόσυνη καὶ δοξαστικὰ ἐκφραζόμενη αἰσιοδοξία. Μᾶλλον, εἶναι ἡ λύπη καὶ ἡ ἀγωνία ποὺ δίνουν τὸν κυρίαρχο τόνο.

῞Ενα μόνο οἱ ἄνθρωποι καλὸ καὶ σταθερὸ ἔχουν μόνο
νὰ ξεκινοῦν πάντ’ ἀπ’ αὐτὸ σέρνοντας τὸ σταυρό τους.
Τὰ δάκρυα κι οἱ στεναγμοί, νοῦς ποὺ τὰ θεῖα τὸν νοιάζουν,
ἡ ἐλπίδα, τῆς οὐρανικῆς ἡ φωταυγὴ Τριάδας
ποὺ κατοικεῖ στοὺς καθαρούς, ἀπὸ τὸ ἀνόητο χῶμα
ἡ ἀπαλλαγή, κι ἡ φύλαξη ἁγνῆς τῆς θείας εἰκόνας.
Ἡ ζωή μας νά ’ναι ἀλλιώτικη κι αὐτὸν τὸν κόσμο μ’ ἄλλον
κόσμο νὰ τὸν ἀλλάζομε σὲ μιὰ ζωὴ ὅλο πόνο.

Γράφει σχετικὰ ὁ Β. Τατάκης:

«Ἂν καὶ μένει σταθερὸς στὴν πίστη του, ὁ Γρηγόριος τρομάζει μπροστὰ στὸ χάος ποὺ παρουσιάζει ὁ κόσμος ὅπου θριαμβεύουν οἱ κακοί. ̔ Η ἴδια ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου —σύνθεση ὕλης καὶ πνεύματος— τὸν τρομάζει. Μπροστὰ σ’ αὐτά, ἡ εὐαίσθητη ψυχή του —ἂς μένει πιστή— προβάλλει τὶς ἀμφιβολίες ποὺ σχίζουν τὴν καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου, τὴ λύπη γιὰ τὴν πτώση, τὶς τύψεις καὶ τὴ λύπη γιὰ τὴν ἁμαρτία.

Πέρα ἀπὸ τὶς τύψεις καὶ τὸν φόβο τῆς ἁμαρτίας, τὸν ταλανίζει ἡ ἔγνοια τοῦ ἐπερχόμενου θανάτου καὶ τῆς θείας κρίσης. Μὲ βαθιὰ ἀγωνία ἀντικρίζει τὸ τέλος τῆς ζωῆς ποὺ πλησιάζει καὶ φοβᾶται ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος, ὡστόσο ἐλπίζει πάντα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ:

Πέρασαν τ’ ἄνθη καὶ ἔφτασε τοῦ θερισμοῦ καιρός,
ἄσπρισαν τὰ μαλλιά, ζητᾶ τ’ ἁλώνι πιὰ τὸ στάχυ,
ἡ ἀγουρίδα ὡρίμασε καὶ ὁ τρύγος νάτος ποὺ ἦρθε,
πατιοῦνται οἱ ἁμαρτίες μου τώρα στὸ πατητήρι.
Ὠιμένα ἡ μέρα μου ἡ πικρὴ καὶ πῶς νὰ τὴν ξεφύγω;
Τί θὰ γινῶ; Πῶς μὲ κρατάει τῆς ἁμαρτίας ὁ φόβος,
καὶ φόβος ἀπ’ ἀγριάγκαθα καὶ Γόμορρας σταφύλια
γεμάτος μήπως καὶ φανῶ, σὰν ὁ Χριστὸς μὲ κρίνει,
καὶ στοὺς θεοὺς Θεὸς αὐτὸς δίνει ὅ,τι τοὺς ἀξίζει,
ὅση τὰ μάτια τους βαστοῦν ἀπ’ τοῦ φωτὸς τὴ χώρα,
καὶ μιὰ μοῦ μένει ἐλπίδα πιὰ τὶς λιγοστές μου μέρες,
νὰ μ’ ὁδήγησεις καὶ νὰ ρθῶ σὲ σένα Τρισμακάριε.

(μτφρ. Ἱγνάτιος Σακαλῆς)

Παρῆλθον ἄνθη, καιρὸς ἤγγικεν θέρους.
Λευκὴ δέ μοι θρίξ, ἡ δ’ ἅλως καλεῖ στάχυν.
Ἀπῆλθεν ὄμφαξ, ἡ τομὴ δὲ πλησίον.
Ληνὸς πατεῖται τῶν ἐμῶν ἤδη κακῶν.
Φεῦ ἡμέρας μοὶ τῆς κακῆς! ἣν ποῦ φύγω;
Καὶ τίς γένωμαι; ὡς δέος μ’ ἁμαρτίας!
Δέος δ’ ἀκανθῶν, καὶ Γομόῤῥας βοτρύων,
πλήρη φανῆναι, Χριστὸς ἠνίκα κρίνων
Θεὸς θεοῖς δίδωσι τὰ πρὸς ἀξίαν,
χῶραν ἑκάστῳ φωτὸς ὡς ὄψις φέρει.
Ἐλπὶς μία μοι τὰς βραχείας ἡμέρας
παλινδρομῆσαι τῇ ποδηγίᾳ, Μάκαρ.

(ΟΒ ́, Εἰς τὴν ἔξοδον)»

Ἢ πάλι:

Γιὰ ἕνα μόνο θρηνῶ καὶ φοβοῦμαι, τὸ βῆμα τοῦ Θεοῦ,
καὶ τοὺς πύρινους ποταμοὺς καὶ τὰ σκοτεινὰ βάραθρα.
Χριστὲ βασιλιᾶ, σὺ εἶσαι πατρίδα μου, δύναμη, εὐτυχία, ὅλα.
Σ’ ἐσένα θὰ βρῶ ἀναψυχὴ γλιτώνοντας ἀπὸ ζωὴ καὶ βάσανα.

(μτφρ. Ἱγνάτιος Σακαλῆς)

Ἂς τὸν ἀκούσουμε ἄλλη μιὰ φορά, σὲ ἕνα ὄμορφο αὐτοβιογραφικὸ ποίημα, νὰ συνάπτει ὅλα τὰ παραπάνω ἀναφερθέντα θέματα ― τῆς πρόσκαιρης κι ἀσταθοῦς ἀνθρώπινης ζωῆς, τῆς ἁμαρτίας, τῆς κρίσης καὶ τῆς —χαμηλότονης— προσδοκίας τῆς σωτηρίας. Ξεκινᾶ μὲ τὴν παράθεση δυὸ ἔκδηλα ποιητικῶν ταξιδιωτικῶν εἰκόνων ποὺ παρομοιάζουν τὸ γοργοκύλισμα τοῦ χρόνου μὲ πουλιὰ στὸν ἀέρα ἢ μὲ καράβια στὸ πέλαγος:

Ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ἐγὼ κι ὁ χρόνος σὰν πουλιὰ
ἢ καράβια στὸ πέλαγος προσπερνοῦμε
χωρὶς νά ’χομε καμιὰ σταθερότητα· ἡ ἁμαρτία μου, δὲ θὰ περάσει,
ἀλλὰ μένει· αὐτὸ εἶναι τῆς ζωῆς τὸ πιὸ βαρὺ
καὶ δὲν ἔχω ὅ,τι εὔχομαι, νὰ ζήσω ἀκόμα ἢ νὰ πεθάνω.
Φοβοῦμαι καὶ γιὰ τὰ δύο. Σκέψου μαζί μου ἔτσι:
Γεμάτη μόχθους ἡ ζωή μου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. ‘ Ενῶ ἂν πεθάνω
ἀλίμονο, δὲν βρίσκουν γιατρειὰ τὰ προηγούμενα ἁμαρτήματά μου.
῍Αν ἡ ζωὴ σοῦ δίνει τέτοιες ἀποδείξεις, ποὺ εἶναι τόσο τὸ βάρος της,
οὔτε κι ὁ θάνατος δίνει τέλος στὰ βάσανα.
Κρημνὸς κι ἀπὸ τὴ μία κι ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τί νὰ κάνομε; Τοῦτο
εἶναι τὸ ἄριστο· σ’ ἐσένα μόνο ν’ ἀποβλέπομε καὶ τὴν εὐσπλαχνία σου.

(μτφρ. Ἱγνάτιος Σακαλῆς)

Ἀλλήλους μὲν ἐγώ τε καὶ ὁ χρόνος, ὡς πετεηνὰ
ἢ νέες ἐν πελάγει ἀντιπαρερχόμεθα,
ἐσταὸς οὐδὲν ἔχοντες· ὃ δ’ ἤμπλακον, οὐ παραθρέξει,
ἀλλὰ μένει· ζωῆς τοῦτο μογηρότατον.
Οὐδ’ ὅ τι εὔξομ’ ἔχω, ζῆσαι πλέον, ἠὲ λυθῆναι·
Τάρβος ἐπ’ ἀμφοτέροις· ὧδε δὲ φράζεό μοι.
Ζωή μοι πολύμοχθος ἁμαρτάσιν. Εἰ δὲ θάνοιμι,
αἲ αἴ, τῶν προτέρων οὐδὲν ἄκος παθέων.
Εἰ ζωὴ τόδε σοι τεκμαίρεται, ἧς τόσον ἄχθος,
οὐδὲ τὸ λυθῆναι λύσιν ἔχει καμάτων,
κρημνὸς δ’ ἀμφοτέρωθε. Τί ῥέξομεν; ἦ τόδ’ ἄριστον,
λεύσσειν πρὸς σὲ μόνον, σήν τ’ ἀγανοφροσύνην.

(ΙΒ ́, Περὶ τοῦ ἐπικήρου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως)

Ἒτσι, συχνὰ-πυκνὰ ἡ ἐσωστρεφὴς καὶ λυρική του φύση ἀναζητᾶ τὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὴν παρουσία τῶν ἀνθρώπων, ἐπιδιώκωντας τὴ γαλήνη μιᾶς ζωῆς μὲς στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ:

Νἄμουν ἀγριοπερίστερο, μὲ τὰ πλατειὰ φτερά του
ἢ χελιδόνι γρήγορο, νὰ φύγω ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους
νὰ πάω στὴν ἔρημο, μαζὶ μὲ τ’ ἄγρια ζῶα, ποὺ εἶναι
κι’ ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους πιὸ πιστά —νὰ ζῶ χωρὶς φροντίδα,
καὶ θλίψεις καὶ κατατρεγμούς, τ’ ἀστάχυα νὰ μὲ τρέφουν,
στὸ Θεό μου νἆμαι πιὸ κοντὰ— καὶ μιὰ ζωὴ γαλήνια
νὰ μοῦ φωτίζῃ ὁ οὐρανός, μὲ τὸ αἰώνιο φῶς του.

(μτφρ. Μιχ. Στασινόπουλος)

῎Ηθελον ἠὲ πέλεια τανύπτερος, ἠὲ χελιδὼν
ἔμμεναι, ὣς κε φύγοιμι βροτῶν βίον, ἤ τιν’ ἔρημον
ναιετάειν θήρεσσιν ὁμέστιος (οἱ γὰρ ἔασι
πιστότεροι μερόπων), καὶ ἠμάτιον βίον ἔλκειν,
νηπενθῆ, νήποινον, ἀκηδέα· ἓν τόδ’ ἄθηρον
μοῦνον ἔχειν, θεότητος ἴδριν νόον, οὐρανοφοίτην,
ὣς κε γαληνιόωντι βίῳ φάος αἰὲν ἀγείρων.

(ΛΒ ́, Περὶ τῆς τοῦ βίου ματαιότητος καὶ ἀπιστίας, καὶ κοινοῦ πάντων τέλους)

Ἡ βαθιὰ ἀγωνία ποὺ διατρέχει καὶ τὰ ἄλλα ἔργα τοῦ Γρηγορίου, κι ὄχι μόνον τὰ ποιητικά, εἶναι αὐτὴ «ποὺ κάνει νὰ ἀναδίνονται νέοι τόνοι ὑποκειμενικοῦ λυρισμοῦ». (Τατάκης) Φέρνει ταυτόχρονα κάπου-κάπου στὴν ἐπιφάνεια τὴν ἐπίμονη ἀναζήτηση γιὰ τὴν ταυτότητα τοῦ ποιητῆ / ἐπισκόπου / ἀσκητῆ· τὸ ἐρώτημα «ποιός εἶμαι, ἀπὸ ποῦ ἔρχομαι καὶ ποῦ πηγαίνω» ἔρχεται καὶ ἐπανέρχεται διαρκῶς καὶ βασανιστικά. Ἐνδεικτικά:

Ποιός ἤμουνα καὶ ποιός εἶμαι; Καὶ τί σὲ λίγο θὰ εἶμαι;
Καὶ ποῦ τὸ μέγα, ‘Αθάνατε, πλάσμα θὰ σταματήσεις;
Ποιός κι ἀπὸ ποῦ ἦρθα στὴ ζωή; Κι ἡ γῆ σὰν μὲ σκεπάσει
κι ἀναστηθῶ, ποιός θὲ νὰ βγῶ ἀπὸ τὴ σκόνη πάλι;
Ποῦ θὰ μὲ πάει ὁ μέγας Θεός; Θὰ μὲ γλιτώσει τάχα,
ἀφοῦ μ’ ἀνάστησε ἀπὸ δῶ, σὲ γαληνὸ λιμάνι;

(μτφρ. Ἱγνάτιος Σακαλῆς)

Κι ἐγώ, μέσα στὸ περιδίνισμα τοῦ νοῦ ποὺ ὅλο γυρίζει,
μιὰ τέτοια ἀμάχη λόγων ποὺ ἀντιπαλεύουν ἔχω:
ποιός ἤμουνα, ποιός εἶμαι, τί θὰ γίνω; Ξεκάθαρα δὲν ξέρω.
Κι οὔτε κανείς, μὲ πιότερη σοφία ἀπὸ μένα.
Ἀλλὰ ἀπὸ μιὰ νεφέλη τυλιγμένος δῶθε κεῖθε,
περιπλανιέμαι, τίποτα μὴν κατέχοντας,
οὔτε κὰν στ’ ὄνειρο, ἀπ’ ὅλα ὅσα ποθῶ.
[…]
Εἶμαι. Τί εἶν’ τοῦτο πές μου; Αὐτὸ ἤδη μὲ προσπέρασε·
ἄλλο πράμα γίνομαι τώρα, κι ἄλλο θὰ γένω, ἂν γενῶ.
Τίποτα ἀκλόνητο· ὁ ἴδιος ἐγὼ τοῦ ταραγμένου ποταμοῦ
εἶμαι ρεῦμα ποὺ πάντα ξεχειλάει, καὶ τίποτα δὲν ἔχει σταθερό.

(μτφρ. τοῦ συγγραφέα)

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

*

*

///

*

*

*