H ωραία Ελένη

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ωραία γυναίκα η Ελένη, όπως εκείνη της Τροίας. Την γλέπουν οι γέροι και τους τρέχουν τα σάλια. Την σκέφτονται οι νέοι και στεγνώνει το στόμα τους. Μπροστά της κι οι γυναίκες την παινεύουνε, και πίσω της κι οι πέτρες την φθονάνε: «Η ποίσα, η δείξα, μ’ ένα λουβί σκόρδο την περνάει και παρασταίνει την Βαλαωρίταινα!»

Και πράγματι, ψωμολύσσαγαν κι αυτήνη κι η μάνα της, απ’ όταν κατάπιαν τον πατέρα τα χώματα.

Τον έφαγε ο καημός του γιου του, που γύρισε απ’ τον πόλεμο κουτσαύλης, μανταλώθηκε στην κάμαρή του και κόσμο δεν ήθελε να ματαϊδεί. «Μωρέ καλέ, μωρέ χρυσέ, “Ήρωας Πολέμου” γράφει το χαρτί και κρύβεσαι, καημένε; Λογιέσαι εσύ σακάτης, πο’ ’δωκες το ποδάρ’ σ’ να περβατήσει η Ελλάδα;»

Αυτός να φουμέρνει στο ντιβάνι και να τηράει το ταβάνι ατάραχτος. Με το μπαστούνι θα χόρευε στο παν’ύρι τ’ Αϊ-Γιωργιού; Πώς θα ξανάπαιρνε αγκαλιά την αρρεβωνιαστικιά του την Τασούλα;

Πήρε τον γκρα αγκαλιά και παντρεύτηκε τον Χάρο.

Σήμαινε ολημερίς η καμπάνα…

Η Τασούλα παντρεύτηκε άλλον.

Βάραγαν οληνυχτίς τα νταούλια…

Τώρα, η Ελένη κι η μάνα της η Στάθαινα σφίξανε τα δόντια, σφίξανε τα μαντήλια, σφίξανε τα ζωνάρια. Κι απόμεινε η περηφάνια στην μία κι η ομορφάδα στην άλλη να τις βράσ’νε και να τις φάνε.

«Αχ, Ελένη, με τον καημό σου θα πεθάνω! Πού θα σ’ αφήκω, μωρή μαύρη, άμα πει και κλείσω τα μάτια μου;»

«Τσώπα, μάνα, κι έχει ο Θέος!»

«Χα!  Όπως είχε για τον πατέρα σου και τον αδερφό σου;»

Α, όλα κι όλα! Του Θεού δεν του χαριζόντανε η Στάθαινα. Μπορεί να μην έλειπε από λειτουργιά κι εσπερινό, μπορεί να κόλλαγε τα καντήλια απ’ όλα τα ξωκλήσα, μπορεί να νήστευε –αναγκαστικά το πιο πολύ– πριν τις μεγάλες γιορτάδες της χριστιανοσύνης, μπορεί να ξομολογιόντανε και να μεταλάβαινε τακτικά, να λιβάνιζε με το σουρίπωμα να φύβγουν οι διαόλοι, αλλά ο Θεός, αν ήθελε να ’ναι Θεός, έπρεπε να της βγάλει δίκιο κι αυτηνής. Έπρεπε να της δείξει το πάνδημον και μεγαλοπρεπές έλεός του: να στείλει μια καλή τύχη για την Ελένη, να πετάξει απάνουθέ της τα μαύρα, να ντυθεί νυφούλα και «να ’χει να μασήσει και να φτύσει», όχι με μία αλλά με δύο μασέλες.

Κι ο Θεός –ή ο διάολος;– την άκουσε την μάνα. Κι έστειλε γαμπρό πλούσιο, όπως του ζητήθηκε, τον Αντρέα τον Κάσπακα, νοικοκύρη από τους λίγους, στρέμματα και στρέμματα χωράφια, σπίτι δίπατο στην κορφή του χωριού και γιομάτο κελάρι με του Θεού τα ελέη.

Χίλιες μετάνοιες έκαμε, η καημένη, για την τύχη εξ ουρανού. Ωραία γυναίκα η Ελένη, «λες και την είχαν άγγελοι στην γη ζωγραφισμένη» –όπως το ’γραφε κι ο μπαρμπα-Κανέλλος– μα να τηνε χαλέψει ο Αντρέας ο Κάσπακας, που μπόρηγε να πάρει την πλουσιότερη; Που όλο το χωριό απ’ αυτόν δανειζόντανε στην ανάγκη του παράδες; Που άμα δεν λαδίζαν οι ελιές, απ’ τις καπάσες του ετρώγανε όλοι; Τι κι αν τους έδινε μούργα σκέτη και του γυρίζανε λαδάκι κεχριμπάρι; Τι κι αν τους έδινε πέντε και του πισωγύριζαν δέκα; Έτσι σου δίνει λάδι και παράδες ο καθείς άμα ψωμολυσσάς; Τυχερή, Ελένη, αρχόντισσα θα γίνεις από δούλα!

Μα η Ελένη ούτε ν’ ακούσει…

«Εζουρλάθηκες, μάνα; Τον σακάτη να πάρω; Που σέρνει το ποδάρι του από γεννησιμιού του; Που ρουφάει το αίμα του καθενού, άμα πέσει στην ανάγκη του; Που ’ναι μαύρος σαν τον γύφτο; Πο’ ’χει τα δόντια του χρυσά σαν αρκουδιάρης; Την αρκούδα του θα κάμω, μάνα; Να μου βαράει το ντέφι να χορεύω, να κάνει χάζι το χωριό; Ο αδερφός μου, ήρωας πολέμου, με το χαρτί και με την βούλα, και δεν εκαταδέχτηκε κουτσαύλης ν’ αγκαλιάσει την Τασούλα! Επροτίμησε να τονε φάει το χώμα παρά ν’ απλώσει χέρι απάνου της, κι εγώ να πουληθώ για τους παράδες στον κουτσ’-Αντρέα; Θα βρικολακιάσει, μάνα, ο αδερφός μου και θα μας πνίξει!»

«Εζουρλάθηκες, μωρή πομπιεμένη; Βρωμάνε τ’ άντερά σου απ’ την πείνα κι έχεις φωνή και κρένεις; Επήρες ψηλά τον αμανέ γιατί είσαι ομορφοσούσουμη; Βαστάει η ομορφιά για πάντα; Τρώ’εται η περηφάνια, μωρή; Κι ο προκομμένος ο αδερφός σου τι εκατάλαβε πο’ τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, μ’ λες; Στον τάφο εκειός κι η Τασούλα νύφη! Λάρωσε, ξεμυαλισμένη, και κοίταξε να ιδείς τι θ’ απογένεις. Άμα τονε πάρεις, μωρή, όλες θα σκάσ’νε απ’ το κακό τους, κι εσύ θα να ’χεις, πανάθεμά σε, να μασήσεις και να φτύσεις».

«Να μασήσω θα να ’χω, μάνα, αλλά αυτός δεν κάνει ούτε να τονε φτύσω, όχι να τονε πάρω κι άντρα!»

«Έλα, στα σ’γκαλά σου, παιδάκι μ’» –μαλάκωνε τώρα η γριά– «συλλο’ίσου κι εμένανε την κακομοίρα –αρχίναγε πια την κλάψα– που μια ζωή παιδεύομαι να σ’ αναστήσω με χίλιες δυο στέρησες, σπ’ροδιαλέ’οντας κι ανεμομαζώνοντας…»

«Άμα σ’ αρέσει, να τονε πάρεις εσύ, μάνα, για να μην στερείσαι κι άλλο», πείσμωνε η κοπέλα.

Εγύρισ’ ανάποδα το μάτι της γριάς. Εκλείδωσε την Ελένη στην κάμαρή της και παράγγειλε, με την προξενήτρα, στον Αντρέα τον Κάσπακα να ορίσει την ημέρα του γάμου. Ε, άμα ήτανε ζουρλή η θυγατέρα της, δεν εζουρλάθηκε κι αυτήνη!

Κυριακή και Πρωτομαγιά όρισε ο Κάσπακας να γίνει ο γάμος, να μοσκοβολάνε οι στράτες όπου διαβαίνει η ωραία Ελένη.

«Κέρνα, ωρέ καφετζή, όλο το μαγαζί, και μια φορά κανένας ζει και μια φορά πεθαίνει!»

«Μια φορά ζει κανένας, κυρ-Αντρέα, αλλά αν είναι φτωχός, πεθαίνει πολλές φορές», αντιγύρισε ο καφετζής.

«Και ποιος του ’πε, ωρέ διάολε, να γεννηθεί φτωχός; Εγώ φταίω π’ ο κάθε ξεβράκωτος σπέρνει τα κουτσούβελα σαν μπιζέλια;»

«Και πώς θα υπήρχαν οι πλούσιοι, αν δεν υπήρχαν οι φτωχοί, κυρ-Αντρέα;»

«Άσε, ωρέ, τα κουμμουνιστικά και φέρε κάνα ούζο να πιούμε! Γι’ αυτό δεν έχετε να φάτε, πανάθεμά σας, γιατί σας εφάγανε οι αμπελοφιλοσοφίες».

Την ίδια ώρα, η Ελένη μούσκευε το σεντόνι απ’ το κλάμα και μπουκιά στο στόμα της δεν έβανε.

«Φάε, ψ’χούλα μ’», παρακάλα’ε η μάνα της, «φάε και θα σε πάω λείψανο στην εκκλησά!»

«Λείψανο, μάνα, θα με πας, γιατί ζωντανή δεν πάω!»

Επιστράτευσε τις συγγένισσες η μάνα, τις γειτόνισσες, τις φιληνάδες της Ελένης. Κι όλες μαζί της έλεγαν τι ωραία θα περνάει και να μην σκοτίζεται που σέρνει το ποδάρι του ο γαμπρός. Καλύτερα να σέρνει αυτήνος το ποδάρι του παρά αυτήνη την φτώχεια της σαν κατάρα. Κι άμα δεν είχε το κουσούρι του, θα γύριζε να τηνε ιδεί ο Αντρέας ο Κάσπακας; Μην δεν υπήρχαν αρχοντοπούλες σαν τα κρύα τα νερά; «Αμ’ εκειό το ελάττωμα είναι π’ άνοιξε την τύχη σου, καημένη!»

Έφτασε η Πρωτομαγιά κι η Ελένη μπήκε νύφη στην εκκλησά, σκέτο λείψανο δίπλα στον γαμπρό, που έλαμπε από υγεία και καλοπέραση. Άλλαξε τα στέφανα ο παπάς, τ’ άλλαξε κι ο κουμπάρος. Με το φκυάρι μαζώνανε το ρύζι από κάτουθε.

Όταν τέλεψε το Μυστήριο, πρόβαλαν στο κεφαλόσκαλο. Έλυσε το πουγκί του ο Κάσπακας και σκόρπισε τάλαρα στο προαύλιο. Χύμηξαν τα πιτσιρίκια και τα μάζωσαν, όπως τα λιμασμένα σπουργίτια τσιμπολογάνε τις ρώγες απ’ το σταφύλι. Γέλασε ο γαμπρός κι έτριξαν οι μασέλες του σαν χαλασμένο κάρο.

Ύστερα, αρχίνησε το γλέντι. Κλαρίνα και βιολιά και συρτά και τσάμικα. Σκάσανε στο φαγί οι χωριάτες, πνιγήκανε στα κρασά.

Μεσάνυχτα, με τον κόσμο από κάτου ακόμα, άρπαξε την Ελένη απ’ το χέρι ο Κάσπακας και την έσυρε απάνου. Ξερογλείφονταν σαν σκυλιά οι νέοι, αλλαξομουσούδιασαν οι νιες, ψ’μογελούσαν οι γέροντες, μουρμούριζαν οι γριές: «Για ιδές τι κόρη λυγερή που σέρνει ο αποθαμένος!»

Φως άναψε στο χαγιάτι. Σήκωσαν τα μάτια όλοι. Απ’ τις μισοτραβηγμένες κουρτίνες είδαν το σύμπλεγμα να συστρέφεται. Κι ύστερα την Ελένη στο μπαλκόνι μισογδυμένη, με ξεσκισμένο ρούχο, και τον Κάσπακα από πίσω, με τα σώβρακα, κουτσαίνοντας να την κυνηγά. Μετά είδαν την Ελένη να πέφτει… κι ένας γδούπος ακούστηκε στις πλάκες της αυλής.

Τα κλαρίνα σίγησαν, τα πιρούνια στόμωσαν, οι ανάσες κόπηκαν…

Πλησίασαν το πτώμα σιωπηλοί. Τα χέρια ανοιχτά, σχημάτιζαν σταυρό με το σώμα της. Τα μάτια αδειανά κοιτούσαν προς τον ουρανό – πού αλλού θα μπορούσε να κοιτάζει ένας άγγελος;

Την χώσανε έξω απ’ τον μαντρότοιχο της εκκλησάς, εκεί που παραπετιώνται όσοι αυτοχεριάζονται. Στέφανος εξ ακανθών περιέβαλε το μνήμα της, κάνοντάς το αθέατο απ’ ανθρώπου μάτι, μα φύτρωναν κάτι κρίνα την άνοιξη που ευωδίαζαν σαν μοσκολίβανο. Αν κι έλεγαν οι μανάδες μας πως τα κρίνα της Ελένης είναι γρουσουζά και να μην τα κόβουμε, τα μαζώναμε μικροί για να στολίσουμε τον Επιτάφιο.

Όπως και στην ζωή έτσι και στον θάνατο, ανάπαυση δεν ήβρε, η έρμη! Και μια μέρα η μπουλντόζα, σκάβοντας δίπλα στην μάντρα ένα χαντάκι, έβγαλε μαζί με τα χώματα και τα κόκαλα έξω. Τα φόρτωσε στο φορτηγό, τα πέταξε στο λαγκάδι. Το ρέμα τα παράσυρε μακριά, ανακατωμένα με σκουπίδια και μπάζα. Μόνον ένα κόκαλο σκάλωσε στην όχθη και το ’βρε ο μουρλο-Γιάννης. Λένε πως το ’φκιασε φλογέρα – εκείνη την κοκάλινη που έπαιζε στον λόγγο και μαγεύονταν τα κοτσύφια…

Όταν σ’χωρέθηκε ο μουρλός, έδωκαν την φλογέρα στον παππούλη μου, που ήταν μερακλής και ψάλτης. Τώρα, την βλέπω μπροστά μου πάνω στο τζάκι, μαζί με άλλα θυμητικά του σογιού μου. Την πιάνω στα χέρια μου καμιά φορά και την φέρνω στα χείλη, αλλά δεν παίζω. Φοβάμαι να φυσήξω, μπας κι ακουστεί αντί για ήχος η φωνή της Ελένης: «Λείψανο, μάνα, θα με πας στην εκκλησά, γιατί ζωντανή δεν πάω!»

*

*

*