Περί Ενωμένης Ευρώπης

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α.

Για να δοθεί νόημα στον όρο «Ενωμένη Ευρώπη», ανεξάρτητα από τα κράτη έθνη που μετέχουν σ’ αυτήν, κατά την άποψή μου απαιτούνται να τεθούν δύο πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες βεβαίως δεν είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη[1].

Η πρώτη αφορά στην αναζήτηση σειράς κριτηρίων στη βάση των οποίων θα συγκροτηθεί ή μπορεί να συγκροτηθεί η έννοια «ευρωπαϊκός λαός» ο οποίος οφείλει να αναγνωρίζεται όχι μόνο ως συγχρονικό Είναι, αλλά και ως αέναο, διαρκές και δομημένο εξουσιαστικό Γίγνεσθαι. Λαός υπάρχει και νοείται μόνον όταν το συνολικό συμπαγές πλήθος
συγκροτείται σ’ ένα ήδη δεδομένο σώμα, το οποίο δρα ως συλλογικός φορέας λήψης αποφάσεων που δεσμεύουν το σύνολο.

Ως μόνη πηγή της νέας εξουσίας, ο κυρίαρχος λαός θα πρέπει λοιπόν να μην είναι δυνατόν να εμφανίζεται ως φαντασιακά υποκαταστάσιμος από «άλλους» κυρίαρχους λαούς ή διασπάσιμος ή κατακερματίσιμος σε περισσότερους «υπο-λαούς». Ως ήδη δηλαδή συγκροτημένος στον ενικό, ο λαός θα κληθεί να συντάσσεται εσαεί στον ίδιο αριθμό και ο οποίος για να δράσει πρέπει να αναγνωρίζει ως τέτοιον τον εαυτό του. Η απόφαση για τα ποια κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν για τη συγκρότηση της έννοιας Λαός, δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτόδηλα[2].

Αποτελούν κατ’ εξοχήν πολιτικά κριτήρια εκφράζοντας κατά τρόπο αποφασιστικό τις εξουσιαστικές δυνάμεις της ιστορικής «στιγμής». Τα κριτήρια αυτά ποτέ δεν εμφανίζονται ως προερχόμενα από συγκεκριμένες εξουσιαστικές βουλήσεις. Ενδύονται εξ’ αρχής με τον
ηθικοκανονιστικό μανδύα νοηματοδοτώντας πράξεις με νέους συμβολισμούς. Μέχρι σήμερα η ΕΕ έχει αρνηθεί να προβεί σε τέτοιες διευθετήσεις αρνούμενη τον ουσιαστικό ρόλο του Πολιτικού.

Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τον ορισμό των γεωγραφικών συνόρων της Ευρώπης εντός των οποίων θα δημιουργηθεί η Πολιτεία-Ευρώπη (με όποια μορφή διακυβέρνησης επιλεγεί) και θα συγκροτηθεί ο λαός ως μοναδική πηγή κυρίαρχης εξουσίας.

Εάν η συλλογική ταυτότητα ως στοιχείο που ενώνει τους ανθρώπους
ώστε να δεχθούν να συγκροτήσουν την έννοια «Ευρωπαϊκός Λαός» είναι η ψυχή του όλου εγχειρήματος, η ύπαρξη συγκεκριμένων ορίων και εδάφους αποτελεί το σώμα εντός του οποίου θα κατοικήσει η ψυχή και θα δημιουργηθεί ο «ευρωπαϊκός πατριωτισμός» νοούμενος ως προσπάθεια ανύψωσης, διεύρυνσης και υπεράσπισης των όποιων κατακτήσεων έχουν υπάρξει, υπάρχουν ή θα υπάρξουν για τον Ευρωπαϊκό Λαό.

Μέχρι σήμερα η ΕΕ έχει αποφύγει να ορίσει τα σύνορα της επιμελώς. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτό γίνεται για λόγους σκοπιμότητας ή για λόγους εύλογης διπλωματίας. Θεωρώ ότι αυτό γίνεται λόγω πολιτικής αδυναμίας και καταφανούς διαστρέβλωσης του ρόλου του Πολιτικού.

Οι δύο αυτές προϋποθέσεις οδηγούν ευθέως στους βασικούς λόγους ύπαρξης του Πολιτικού. Το οριοθετούν και το θεμελιώνουν κατά τρόπο στέρεο και απρόσβλητο. Το Πολιτικόν ορίζεται ως η διαδικασία οριοθέτησης ενός γεωγραφικού χώρου με απόφαση των κατοίκων αυτού του χώρου και με την κοινή βούληση τους να τον υπερασπισθούν έναντι οποιουδήποτε εχθρού τον επιβουλεύεται. Ουσιαστικά πρόκειται για ορισμό του Πολιτικού ως διάκριση Φίλου και Εχθρού[3]. Η αντίθεση Φίλου και Εχθρού είναι πρωτεύουσα προϋπόθεση κάθε κοσμοκατασκευής, είναι η αναγκαία συνθήκη του ανθρώπινου τίθεσθαι εν τω κόσμω[4].

«Η διάκριση Φίλου-Εχθρού, ως εμπειρικό ανθρωπολογικό δεδομένο και κατά τούτο θεμελιακός μηχανισμός αυτοσυντήρησης, περιλαμβάνει την ειδικά πολιτική αντίθεση Εχθρού-Φίλου, δίκην ακρότατης πύκνωσής της, στο απώτατο όριο μιας κατά τα λοιπά συνεχούς κλίμακας» [5].

Υπάρχει συνεπώς ένα είδος διανύσματος, η αρχική βαθμίδα του οποίου συνίσταται από την καθαρή ενόρμηση της αυτοσυντήρησης και στην απώτατη η πολιτική διάκριση Εχθρού- Φίλου ως γενεσιουργός του Πολιτικού. Το Πολιτικόν αποτελεί βαθμίδα του δημοσίου βίου συγκροτημένη εν είδει οργανωμένης αξίωσης βουλητικής κατίσχυσης ,
όπου η υπαρξιακή εχθρότητα είναι πυκνότατη. Μεταξύ των δύο ακραίων καταστάσεων αναδύονται άλλες όπου η πύκνωση του Πολιτικού είναι μικρότερη λόγω των πολιτισμικών παρεμβάσεων και των λοιπών κοινωνικών λειτουργιών. Όμως το Πολιτικόν ως διάκριση μεταξύ Φίλου και Εχθρού παραμένει ανεξίτηλο[6].

Τούτο σημαίνει ότι όλες οι ενδιάμεσες καταστάσεις δεν έχουν αυτοδύναμη ύπαρξη αλλά νοηματοδοτούνται και υπάρχουν λόγω της ύπαρξης του Πολιτικού. Έτσι και κάθε είδους νομιμότητα δεν είναι προϋπόθεση αλλά προϊόν του πολιτικού αγώνα.

 «Η πολιτική αντίθεση, ως υπαρξιακή και ταυτοχρόνως δημόσια αντίθεση, παραμένει αμαγάριστη στην καθαρότητα και επιτακτικότητά της. Απαβλύνσεις ή παροξύνσεις επιδέχεται μόνο στο εσωτερικό της, αφότου έχει ήδη καθιδρυθεί στην αυτονομία της. Τούτες οι αυξομειώσεις έντασης της εχθρότητας είναι οντολογικά πλέον ετερογενείς, λόγω της έτσι και αλλιώς μεγάλης πυκνότητας προς όσες θα συνεπάγονταν διολίσθηση προς εξωπολιτικές σφαίρες της ύπαρξης, δηλαδή το οικονομικό , το πολιτισμικό και τα συναφή πεδία.

Εμφανίζεται δε εντός του κράτους , του υπέρτατου οργανωμένου Όλου, κλειδοκράτορα της αρμοδιότητας για την κατάταξη των Άλλων σε Φίλους και Εχθρούς, εφ’ όσον κατέχει το μονοπώλιο της έννομης άσκησης βίας. Εδώ μέσα, όσα μορφώματα πολιτικής αντιστοιχούν σε τούτες τις μεταβολές υπαρξιακής έντασης, δεν συνιστούν παρά δευτερεύουσες έννοιες ή επιπτώσεις του Πολιτικού και είτε αφορούν επιμέρους ακολουθητέες στρατηγικές είτε προκύπτουν ως φαλκιδεύσεις του Πολιτικού, όπως οι ίντριγκες, οι ραδιουργίες, οι οικονομικές δοσοληψίες κτλ. Σήμερα θα προσθέταμε αυτονοήτως ό,τι ονομάζεται «επικοινωνιακή πολιτική» των κομμάτων, πολιτικό star system , διεξαγωγή δημοσκοπήσεων και συναφείς εμπορικού χαρακτήρα, παραπολιτικές δραστηριότητες» [7].

Το παραπάνω απόσπασμα δείχνει με απλότητα και σαφήνεια το αυτόνομο του Πολιτικού και το ετερώνυμο των λοιπών ενδιαμέσων καταστάσεων. Το ότι το ζήτημα του Πολιτικού εκλείπει παντελώς από τη σημερινή συζήτηση για το πολιτικό μέλλον της Ενωμένης Ευρώπης είναι πασιφανές και σε όλους γνωστόν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο στερείται στη μέχρι σήμερα πορεία της πολιτικής ολοκλήρωσης το πλέον βασικό, δηλαδή μιας αυτοδύναμης «πολιτικής ύπαρξης» αλλά αρνείται ευσχήμως την όποια συζήτηση περί αυτού. Η όποια «πολιτική» έκφραση υπάρχει σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί τη συνισταμένη των «διακυβερνητικών» βουλήσεων των εθνικών κυβερνήσεων. Οι βουλήσεις αυτές ουσιαστικά συνίστανται σε μια διεύρυνση της εσωτερικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και οι εθνικές κυβερνήσεις δρουν πρωτίστως και αποκλειστικώς ως εκφραστές των εθνικών συμφερόντων. Η «κοινή υπόθεση» της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι στόχος «διακρατικών» συμφωνιών, αλλά το κοινό αγαθό μιας ενιαίας πολιτικής βούλησης. Μέχρι τώρα υπάρχει υπεραπασχόληση με την οικονομική οργάνωση της ενώ ουδόλως απασχολεί η πολιτική της υπόσταση. Το θέμα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας που αφορά στην καθαυτή «πολιτική» ύπαρξη της Ενωμένης Ευρώπης, σιωπηρά παραπέμπεται εις «τας ελληνικάς καλένδας».

Η πολιτική υπόσταση της, κυριολεκτικά, έχει «ανατεθεί» στις ΗΠΑ. Παρότι τα κράτη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτουν στρατό, τούτος βρίσκεται ενταγμένος στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, την ηγεσία του οποίου ασκούν με απόλυτο και αδιαμφισβήτητο τρόπο οι ΗΠΑ. Στο διαμορφούμενο νέο διεθνές σκηνικό, κανένας λόγος δεν γίνεται για τον πολιτικό ρόλο της Ενωμένης Ευρώπης και αν γίνεται, αφορά σε συζητήσεις περιθωριακές, αντιφατικές και ελάχιστα πειστικές.

Σιωπηρώς ισχύει η αρχή της «υποταγής», και μέσω της «υποταγής» εξασφαλίζεται η πολιτική προστασία από την υπερδύναμη της αντίπερα όχθης τού Ατλαντικού. Ενώ στο οικονομικό πεδίο επανειλημμένως οροθετούνται ως ανταγωνιστές οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, και μάλιστα πλείστα όσα λέγονται για τους επερχόμενους «οικονομικούς πολέμους», στο Πολιτικό επίπεδο που αποτελεί το λόγο ύπαρξης κάθε κυρίαρχης οντότητας, η Ενωμένη Ευρώπη αναζητεί ακόμη τον υποτιθέμενο εχθρό της σε χώρους όπως η τρομοκρατία, η μετανάστευση και η διακίνηση των ναρκωτικών, δηλώνοντας απερίφραστα ότι η «ευημερία» αποτελεί το ύψιστο πολιτικό αγαθό. Γιατί όμως υπάρχει η συγκεκριμένη συμπεριφορά;

Β.

Ανατρέχοντας στην ιστορική διαδρομή των ευρωπαϊκών δυνάμεων από τον 17ο αιώνα μέχρι και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αντιλαμβανόμαστε ότι η ιστορική αυτή περίοδος χαρακτηρίζεται από ορισμένες σταθερές που για λόγους που θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε στη συνέχεια εγκαταλείπονται (;) με την απόφαση της οικοδόμησης της ΕΕ.

Η πρώτη σταθερά είναι οι συνεχείς και αιματηροί πόλεμοι καθ’ όλη την περίοδο από την μεταμεσαιωνική περίοδο, δηλαδή την περίοδο που όλοι γνωρίζουν ως νεωτερικότητα, μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σε τακτά χρονικά διαστήματα εμπλέκονται σε πολέμους με αποτέλεσμα ο πόλεμος να θεωρείται ως ο θεμελιώδης κοινωνιογενετικός παράγων της εργαλειακής ορθολογικότητας των Νέων Χρόνων[8].

Παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, ο βασικός συντελεστής της «τάξης», σε διεθνή κλίμακα, ήταν κατά τους Νέους Χρόνους ο πόλεμος, η πολεμική παρουσία των αντιπάλων, η απειλή για πόλεμο ή για κατάκτηση – εντέλει, η υποταγή του εχθρού. Ο αστικός πολιτισμός, ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα της ανθρώπινης δράσης μέχρι σήμερα, αρδεύτηκε από τα νερά του πολέμου και της στρατιωτικής πολεμικής μηχανής.

Το Οικονομικό, το οποίο στον καπιταλιστικό κόσμο φαίνεται ότι καταλαμβάνει την πρωτοκαθεδρία στις κοινωνικές στιγμές, σε όλες τις εκφάνσεις του ανεξαιρέτως , τράφηκε και ανδρώθηκε στη σκιά της πολεμικής μηχανής, αντιγράφοντας κατά γράμμα όλους τους οργανωτικούς μηχανισμούς και τις θεωρητικές της προσεγγίσεις.

Η Ευρώπη μέχρι και το 1945 λειτούργησε πολιτικά με την εχθρότητα μεταξύ των κυρίαρχων κρατών της για τον πολύ απλό λόγο ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ήταν και παγκόσμιες δυνάμεις. Τα συμφέροντά τους ήταν παγκόσμια και ως εκ τούτου οι κινήσεις τους και οι ενέργειές τους καθώς και οι πόλεμοι στους οποίους εμπλέκονταν είχαν
επιπτώσεις σε ολόκληρη την υφήλιο. Αυτό που συνέβαινε στον ευρωπαϊκό χώρο αφορούσε ολόκληρη την υφήλιο. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ευρωπαϊκές δυνάμεις υποβιβάστηκαν σχεδόν σε δευτερευούσης σημασίας δυνάμεις. Η αδυναμία τους να διαδραματίσουν ρόλο παγκόσμιας δύναμης και η ανάδειξη των ΗΠΑ σε
ηγεμονεύουσα δύναμη του δυτικού κόσμου, τις οδήγησε να αποδεχθούν την ομπρέλα ασφαλείας που τους προσέφεραν οι ΗΠΑ, να ενταχθούν στο άρμα τους και να διαφοροποιήσουν την έννοια του Πολιτικού αποδεχόμενες τις αρχές του Πολιτικού Φιλελευθερισμού, μετατρέποντας τον Πολιτικό Εχθρό σε Πολιτικό Ανταγωνιστή και τον Πόλεμο μεταξύ των κρατών σε Συνεργασία και Οικονομική Αλληλεξάρτηση. Ουσιαστικά εγκατέλειψαν την Πολιτική και στράφηκαν στη διαχείριση της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού. Το παζάρι μεταξύ εταίρων προήχθη σε βασική «πολιτική» πρακτική. Το Πολιτικόν αποπυκνώνεται και προβάλλει παντοδύναμο το Οικονομικόν. Η πολιτική αγορά γίνεται με αυτό τον τρόπο οικονομική αγορά. Ο Εχθρός μεταμορφώνεται σε οικονομικό ανταγωνιστή.

Η ΕΕ λόγω της έλλειψης ισχύος αποποιείται τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης και την ανάγκη ποιούμενη φιλοτιμίαν, θεωρητικοποιεί την αδυναμία της προφασιζόμενη την εγγενή ειρηνικότητά της, την απόφασή της να μην εμπλακεί ποτέ πλέον σε πόλεμο –γι’ αυτό άλωστε δεν αναγνωρίζει κανέναν ως εχθρό– και την εμμονή της στον οικονομικό ανταγωνισμό αλλά και τη συνεργασία συγχρόνως μεταξύ όλων των κρατών στο πεδίο του ελεύθερου εμπορίου και γενικά των αρχών της φιλελεύθερης οικονομίας. Όμως και αυτή η στενή αντίληψη που διακατέχει τους ιθύνοντες της ΕΕ, ακόμη και εάν θεωρήσουμε λανθασμένα τα όσα προηγουμένως υποστηρίξαμε αποτελεί μια τεράστια φενάκη.

Η αναφορά στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μορφές διεθνούς ρύθμισης, πάσης φύσεως, απορρέουν από την κυριαρχία της ηγεμονεύουσας μεγάλης δύναμης. Για τη Μ. Βρετανία του 19ου αιώνα και τις Η.Π.Α. του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα ο διεθνής ρόλος τους δεν θεμελιωνόταν σε κάποια αμφισβητούμενη «διεθνή κυριαρχία», αλλ’ απέρρεε ως προέκταση της δικής τους εσωτερικής ισχύος και κυριαρχίας.

Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η οικονομική ρύθμιση πάντοτε προϋποθέτει την έννοια της κυριαρχίας. Για να δύναται το Κράτος να επιβάλλει φόρους, μεταβιβάσεις πόρων, να προβεί σε ανακατανομή εισοδήματος και να ασκήσει γενικά οικονομική πολιτική προαπαιτείται jus imperium auctoritas, που απορρέει από την «εθνική κυριαρχία». Η οικονομική «αναρχία» της φιλελεύθερης παγκόσμιας αγοράς πρέπει σε κάθε ιστορική περίοδο να έρχεται σε σχέση ισορροπίας με το πολιτικό καθεστώς του διεθνούς συστήματος, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη (και επομένως και τα ιδιαίτερα συμφέροντα) ενός πλήθους εθνικών κρατών.

Τούτο σημαίνει απλά: η διεθνής σταθερότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο βαθμό που επέρχεται μια σχέση λειτουργικής αντιστοιχίας μεταξύ των διαφορετικών λογικών λειτουργίας οι οποίες καθορίζουν τις σχέσεις της παγκόσμιας αγοράς και την πολιτική των εθνικών κρατών. Στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, αυτή η οργάνωση πραγματοποιείται από μια ηγεμονική δύναμη, «η οποία με τα μέσα της προσπαθεί να ρυθμίσει σφαιρικά τη λειτουργία οικονομικών και πολιτικών διαδικασιών».

Η ηγεμονία δεν πραγματοποιείται, ούτε στην εθνική ούτε στη διεθνή πολιτική, αποκλειστικά με την άμεση εφαρμογή καταναγκασμού ή βίας. Η σταθερότητ;a της βασίζεται πολύ περισσότερο στην εξασφάλιση κανόνων και ρυθμίσεων που αναγνωρίζονται (από την άποψη της νομιμοποίησης της πολιτικής κυριαρχίας) μέσα σε μια «ηγεμονική συμμαχία».

Στο διεθνές σύστημα όλα τα μέσα για την εξασφάλιση της ηγεμονίας είναι συγχρόνως εθνικά μέσα της ηγεμονικής δύναμης – π.χ το εθνικό νόμισμα της ηγεμονικής δύναμης είναι συγχρόνως και παγκόσμιο νόμισμα. Γι’ αυτό και συμβαίνει η κρίση του εθνικού νομίσματος της ηγεμονικής δύναμης να μετατρέπεται αναγκαστικά σε κρίση του παγκόσμιου νομίσματος και αντιστρόφως.

Η ηγεμονική δύναμη μπορεί να υπάρξει μόνο αν, αφ’ ενός, αναπαράγει συνεχώς στο εσωτερικό της τις πηγές της υπεροχής της και αν, αφ’ ετέρου, ξέρει να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρύθμιση του παγκόσμιου συστήματος σαν πηγή της ηγεμονίας της. Η ηγεμονική δύναμη που αποκαλύπτεται ολοκληρωτικά διαμέσου κάποιου πολέμου, δεν περιμένει να αναγνωριστεί, αλλά παρουσιάζεται μόνη της. Έχει γενικά συμφέροντα, δηλαδή πλατιά όσο και του ίδιου του συστήματος κρατών, πράγμα που σήμερα σημαίνει παγκόσμια.

Εκλογικεύοντας τα χαρακτηριστικά της ηγεμονεύουσας δύναμης, στο ζήτημα που μας αφορά, καταλήγουμε στο ότι μια ισχυρή χώρα θα πρέπει να στηρίζει την ύπαρξη της στην πολιτική κυριαρχία του συγκεκριμένου κράτους, στην στρατιωτική ισχύ, στην οικονομική ευρωστία αλλά και στην ιδεολογική του πειθώ. Εκ των σημείων αυτών θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η πολιτική κυριαρχία, νοούμενη όχι ως εσωτερική κυριαρχία σ’ όλο το έδαφος της χώρας, αλλά ως dominant, δεσπόζουσα περισσότερο από άλλες στη διεθνή κονίστρα, και η στρατιωτική ισχύς καθορίζουν τους διεθνείς ρυθμιστικούς κανόνες μέσω των οποίων λειτουργεί απρόσκοπτα η οικονομία.

Συμπερασματικά, η οικονομική διάσταση είναι αδύνατον να μετουσιωθεί σε ισχύ δίχως την πολιτική αυτοδύναμη ύπαρξη της Ευρώπης. Σε περιόδους πύκνωσης του Πολιτικού, όπως συμβαίνει σήμερα υπό το βάρος των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης, είναι προφανές ότι η ΕΕ υφίσταται συνεχώς απώλειες στην ευημερία της, η οποία μέχρι χθες φάνταζε εξασφαλισμένη και στο απυρόβλητο των όποιων εξελίξεων –ομιλώ για τις κοινωνικές κατακτήσεις των Ευρωπαίων εργαζομένων– ενώ δεν είναι καθόλου απίθανο αυτή η πύκνωση και η επιστροφή του Πολιτικού να προκαλέσει, όπως άλλωστε ήδη προκαλεί ακόμη περισσότερο αίμα.[9]

Γ.

Η δεύτερη σταθερά είναι η απουσία συλλογικής ευρωπαϊκής ταυτότητας σε αντίθεση με ότι επιχειρείται να υποστηριχθεί από πολλούς κύκλους[10]. Η ιδέα ότι υπάρχει μια «ευρωπαϊκή» ταυτότητα είναι πολύ πρόσφατη: αρχίζει να διαμορφώνεται με τον Διαφωτισμό και εδραιώνεται στον 19ο αιώνα. Πριν από την εποχή μας και για ολόκληρους αιώνες, οι Ευρωπαίοι αναγνώριζαν ως κοινό χαρακτηριστικό τους μόνο τον χριστιανισμό. Μάλιστα, διαστρεβλώνοντας ουσιαστικά τον χριστιανισμό. Με τις ευλογίες χριστιανικών θεσμών, ενίοτε υπό την ηγεσία τους, έγιναν οι αγριότεροι και μισανθρωπότεροι πόλεμοι της πρώιμης ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι σταυροφορίες, οι «εκχριστιανικές» κατακτήσεις των βορείων σλαβικών χωρών, οι πόλεμοι κατά των «βαρβάρων», όταν η ήπειρος δοκιμαζόταν από τις βαρβαρικές επιδρομές, όταν οι Άραβες κατακτούσαν την Ισπανία και τη Σικελία, όταν αργότερα οι Οθωμανοί απειλούσαν την Κεντρική Ευρώπη.

Οι πόλεμοι των Ευρωπαίων δεν ήταν μόνο σταυροφορίες και εκστρατείες κατά βαρβάρων, ήταν και πόλεμοι ενδοχριστιανικοί και ενδοευρωπαϊκοί. Για τους χριστιανούς κατοίκους της Ευρώπης, ο Έτερος, ο Εχθρός, δεν ήταν μόνο ο Αντίχριστος, ο Άπιστος, ο Βάρβαρος, ήταν και ο οποιοσδήποτε άλλος χριστιανός, ο οποιοσδήποτε άλλος Eυρωπαίος. Στο μεταξύ, με τις επιστημονικές ανακαλύψεις και εφαρμογές, οι μορφωμένοι και πλούσιοι Ευρωπαίοι απέκτησαν συνείδηση της τεχνολογικής (και πολεμικής) υπεροχής τους. Με την Αναγέννηση, είχαν αποκτήσει και την αίσθηση μιας υπεροχής στα γράμματα και τις τέχνες.

Έτσι, η χριστιανική τους αυτοσυνειδησία άρχισε να εμβολιάζεται με την ιδέα ενός κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Mέχρι και τον 18ο αιώνα, δεν θα ήταν μόνο η χριστιανικότητα που θα τις ξεχώριζε από τον υπόλοιπο κόσμο, θα ήταν επιπλέον η γνώση, η υπεροχή στις επιστήμες και στις τέχνες, ο πλούτος και η υπεροχή στην οικονομία. Η συνείδηση που δημιουργήθηκε πλέον στους Ευρωπαίους ήταν κάτι που βασιζόταν τώρα στον πολιτισμό, την οικονομική δύναμη και πρόοδο καθώς και στον χριστιανισμό.

Όμως, αν προσεκτικά παρατηρήσουμε τα βάθρα της κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης εύκολα θα αντιληφθούμε ότι πρόκειται για κοινά στοιχεία, όχι όμως για στοιχεία συνεκτικά και ενωτικά για τη δημιουργία ενότητας στην Ευρώπη. Το αντίθετο θα υποστήριζα, δεδομένου ότι:

α) Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός της εποχής αυτής στήριξε γερά τους αλλεπάλληλους ενδοευρωπαϊκούς πολέμους. Η τέχνη τούς εξύμνησε.

β) Οικονομικά ήταν τα σημαντικότερα αίτια των περισσοτέρων ενδοευρωπαϊκών πολέμων.

γ) Οι χριστιανικοί θεσμοί υποδαύλιζαν τους θρησκευτικούς πολέμους με τους οποίους οι Ευρωπαίοι αλληλοσπαράζονταν.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς συμβιβάζονται οι τακτικότατοι αυτοί πόλεμοι με την συλλογική ταυτότητα που υποτίθεται ότι οι Ευρωπαίοι αναπτύσσουν εδώ και δύο περίπου αιώνες και την οποία όλοι οι ηγέτες της ΕΕ υποστηρίζουν με τόσο πάθος. Γιατί άραγε, παρά την υποτιθέμενη συλλογικότητά τους, αλληλοσφαζόταν τόσο συστηματικά; Σίγουρα, επειδή στην Ευρώπη δεν υπήρχε μία, υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη πολλές συλλογικές ταυτότητες, αλληλοσυγκρουόμενες, σωβινιστικές, ρατσιστικές, δημοκρατικές, εθνικιστικές κ.λ.π.

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χωρίς να ξεχνούμε ότι οι ρίζες αυτής της προσπάθειας προδίδουν τη θεμελίωση της διακρατικής συνεργασίας στην Ευρώπη πάνω σε πρακτικές σκοπιμότητας, θα πρέπει να πούμε ότι πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως το πρωταρχικό κίνητρο της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν εξαρχής πολιτικό ή ακόμα και στρατιωτικό: η απόρριψη του πολέμου ως εργαλείου άσκησης της κρατικής πολιτικής και μια ανάγνωση της πρόσφατης ευρωπαϊκής ιστορίας ως ανώφελη εμφύλια σφαγή που εξαπολύθηκε από τις τυφλές δυνάμεις του αχαλίνωτου εθνικισμού, με αποκορύφωμα το ναζιστικό Ολοκαύτωμα. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόκειται να αντιπροσωπεύσει το θρίαμβο του πολιτικού ορθολογισμού επί των εθνικών παθών και των ιδιοτελών συμφερόντων. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός εγκαθίσταται στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

Μέχρι σήμερα η ιδέα της ΕΕ βασίσθηκε σε αρνητικό πρόταγμα: προωθήθηκε ως φραγμός στον σοβιετικό επεκτατισμό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ανάγκη να διατυπωθεί θετικό πρόταγμα εκ μέρους της ΕΕ (αν μπορεί να υπάρξει) ως προς το τι είδους κοινότητα και κουλτούρα ενδέχεται να δημιουργήσει το σχέδιο των ηγετών της. Πέραν της απλής μεθοδολογίας του ξύλινου ορθολογισμού και του άοσμου προοδευτισμού, ενόσω η Ευρώπη δεν διατυπώνει θετικό πρόταγμα με στόχο να καταστεί παγκόσμια δύναμη η Ενωμένη Ευρώπη θα παραμείνει κενό γράμμα. Με τον τρόπο που επιχειρείται σήμερα να οικοδομηθεί η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα παραμερίζεται ουσιαστικά η ευρωπαϊκή ιστορία[11]. Χρειάζεται η διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής ευρωπαϊκής ταυτότητας, στηριγμένη στην ιστορία και όχι στην προκατάληψη, χρειάζεται ιστορική αλήθεια, όχι ιστορικοί μύθοι. Χρειάζεται να στηριχθεί στην επίγνωση μιας ιστορίας διχασμών, πολέμων, φρίκης και δυστυχίας. Μόνο μια βαθιά ιστορική αυτογνωσία θα ωθούσε ίσως τους Ευρωπαίους να απορρίψουν για πάντα αυτό το τραυματικό παρελθόν και να οικοδομήσουν ένα ενιαίο ευρωπαϊκό μέλλον στη βάση των κοινωνικών προταγμάτων.

Χωρίς ενότητα ιστορικού παρελθόντος και μέλλοντος είναι αδύνατον να συγκροτηθεί ιστορική και πολιτική έννοια «Ευρωπαϊκός λαός» και επομένως η ιδέα της «ευρωπαϊκής πατρίδας». Παρότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε μια τέτοια προοπτική στην ανάλυσή μας, στην πραγματικότητα φαντάζει αν όχι ακατόρθωτο, τουλάχιστον μακρινό και εξαιρετικά δύσκολο λαμβανομένου υπόψη του πλήθους των κρατών που συμπεριλαμβάνονται στη σημερινή ΕΕ.

Η πορεία της ΕΕ είναι εκ των προτέρων διαγεγραμμένη. Η επιλεχθείσα διαδικασία οικοδόμησης εμπεριέχει τόσες πασιφανείς αντιφάσεις που καθιστούν αδύνατη την ολοκλήρωσή της. Είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού οι εγγενείς αδυναμίες του θεωρητικού υποδείγματος, του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού, που έχει υιοθετηθεί για την οικοδόμηση της ΕΕ. Το συγκεκριμένο υπόδειγμα αποτελεί την κατ’ εξοχήν αντιπολιτική σύλληψη στην ιστορία της πολιτικής φιλοσοφίας και ως εκ τούτου οδηγεί ευθέως τις ευρωπαϊκές δυνάμεις αλλά κυρίως τους ευρωπαϊκούς λαούς στην υποταγή και στην ολοσχερή καταστροφή. Απαραίτητη προϋπόθεση η γρηγορότερη απαλλαγή από το συγκεκριμένο πολιτικό δόγμα.

Η επαναφορά του Πολιτικού στο εσωτερικό των εθνικών κρατών είναι η πρώτη πράξη που απαιτούν οι καιροί. Η Πολιτική θα πρέπει να απεμπλακεί από τα συμφέροντα των ομάδων και των επιχειρηματιών. Σιγά σιγά χρειάζεται να τύχουν επεξεργασίας νέες προτάσεις περιορισμού της αχαλίνωτης «ελεύθερης αγοράς» και να εκπονηθούν προγράμματα προσανατολισμένα στη διαφοροποίηση των υφιστάμενων καθεστώτων του διεθνούς νομισματικού συστήματος και του διεθνούς εμπορίου. Πρέπει να περιορίσουμε τις οικονομικές δυνάμεις μέσα σ’ ένα καινούργιο θεσμικό πλαίσιο, πράγμα που μόνο η επαναφορά της Πολιτικής στο επίκεντρο των εξελίξεων μπορεί να επιτύχει. Τα ζητήματα ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε πολιτικά.

Ο γαλλογερμανικός άξονας ως ο βασικός φορέας της συγκεκριμένης πολιτικής φέρει ολόκληρο το βάρος μιας αποτυχίας που εξ αρχής φαινόταν η κατάληξή της. Ειδικότερα μετά τα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας οι πιέσεις για απαλλαγή από την ακολουθούμενη πολιτική είναι αφόρητες. Παρότι οι έντονες πιέσεις προέρχονται από τους λαούς των δύο χωρών και ως εκ τούτου εμμέσως και από τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς, δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι οι εξελίξεις θα καθορισθούν από αυτούς. Η εγκατάλειψη της συγκεκριμένης πολιτικής θα προκύψει την ημέρα που η Γερμανία αφ’ ενός θα έχει οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο σχετικά με τα έντονα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, τα οποία θα μετατραπούν σε γεωπολιτικά και, αφ’ ετέρου, θα έχει τη δυνατότητα να αρθρώσει λόγω στα διεθνή προβλήματα ως ανεξάρτητη μεγάλη δύναμη.

Το μέλλον της Ευρώπης ουσιαστικά ταυτίζεται με τις εξελίξεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Ως τέτοιες μόνο η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρετανία μπορούν να θεωρηθούν. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι χώρες όπως η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία, η Μάλτα, το Λουξεμβούργο, η Κύπρος, η Δανία, η Ελλάδα αλλά και η Ολλανδία και η Ιταλία ακόμη μπορούν να επηρεάσουν τις παγκόσμιες εξελίξεις και τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ανέκαθεν οι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις καθόριζαν τις εξελίξεις και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να μεταβληθεί σήμερα αλλά και στο προσεχές μέλλον.

///

Υστερόγραφο 24. 12. 2024

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε τον Φεβρουάριο του 2012 με βάση τις σκέψεις που περιέχονται στο βιβλίο μου Η σαστισμένη Ευρώπη. Κανείς δεν μπορεί να παραβλέπει τα θεμελιώδη θέματα που αφορούν στη δημιουργία, στο κτίσιμο και στη λειτουργία ενός ενιαίου πολυεθνικού μορφώματος χωρών που επιθυμεί να έχει πρωτεύοντα ρόλο στις πλανητικές εξελίξεις και συγχρόνως να υποστηρίζει και να επαυξάνει την οικονομική ευημερία των πολιτών του. Οι σύγχρονες εξελίξεις δείχνουν ότι η ΕΕ αποτελεί, πρωτίστως με επιλογές των αρχηγεσιών της, τον σάκο του μποξ όλων των ονομαζόμενων μεγάλων δυνάμεων. Η ΕΕ ανακήρυξε ως εχθρό της τη Ρωσία τον Φεβρουάριο του 2022, βεβαίως με την υπόδειξη των ΗΠΑ του Μπάιντεν. Μέχρι τότε βαυκαλιζόταν ότι δεν έχει εχθρούς παρά μόνο οικονομικούς ανταγωνιστές, στο πλαίσιο της μεταμοντέρνας αντίληψής της για τις διεθνείς σχέσεις. Η επιλογή αυτή διά γυμνού οφθαλμού φαίνεται πια ότι είναι από τις πλέον αποτυχημένες δεδομένου ότι σπρώχνει την ΕΕ όλο και περισσότερο στην υποδούλωση από τις ΗΠΑ με διαιώνιση και επαύξηση των προβλημάτων που μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει. Όχι μόνο υποδούλωση στον τομέα της ασφαλείας όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα, αλλά και υποδούλωση ενεργειακή και συνεπώς και οικονομική, κάτι που προφανώς δεν συνέβαινε προηγουμένως.

Έτσι λοιπόν, το σημαντικότερο που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας είναι ότι η γεωπολιτική αδυναμία της ΕΕ έχει αρχίσει να μετατρέπεται, βήμα βήμα, και σε οικονομική και τεχνολογική αδυναμία.  Σήμερα, η ΕΕ εμφανίζεται συγκριτικά πιο εκτεθειμένη στο νέο γεωοικονομικό περιβάλλον, διότι σύμφωνα με την Έκθεση Draghi:

(α) Είναι πιο εξωστρεφής: ο λόγος του διεθνούς εμπορίου ως προς το ευρωπαϊκό ΑΕΠ υπερβαίνει το 50% στην ΕΕ, ενώ στην Κίνα είναι 37% και στις ΗΠΑ 27%.

(β) Έχει υψηλή εξάρτηση από έναν μικρό αριθμό προμηθευτών για τις εισαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών, ενώ εισάγει περισσότερο από το 80% της ψηφιακής της τεχνολογίας.

(γ) Οι ευρωπαϊκές εταιρίες δαπανούν για ηλεκτρική ενέργεια 2-3 φορές περισσότερα από ό,τι οι ανταγωνίστριες τους σε ΗΠΑ και Κίνα.

(δ) Πρακτικώς, δεν συμμετείχε στην τεχνολογική επανάσταση του διαδικτύου και της τεχνητής νοημοσύνης: μόνο 4 από τις 50 μεγαλύτερες εταιρίες τεχνολογίας παγκοσμίως είναι ευρωπαϊκές. Το μερίδιο της ΕΕ στα παγκόσμια έσοδα από πώληση τεχνολογίας έχει υποχωρήσει από 22% το 2013 σε 18% το 2023. Η ΕΕ γενικά έχει εγκλωβιστεί σε μια παραδοσιακή δομή μεταποίησης, όπου οι τρεις εταιρίες με τις υψηλότερες επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία τα τελευταία 20 έτη εντοπίζονται στην αυτοκινητοβιομηχανία, ενώ στις ΗΠΑ οι αντίστοιχες τρεις πρώτες έχουν αντικατασταθεί από εταιρίες τεχνολογίας. Παράλληλα, στη Ευρώπη τα τελευταία 50 έτη δεν έχει δημιουργηθεί εκ του μηδενός καμία εταιρία με σημερινή κεφαλαιοποίηση άνω των 100 δις ευρώ, ενώ την ίδια περίοδο στις ΗΠΑ έχουν ιδρυθεί έξι εταιρίες με σημερινή κεφαλαιοποίηση από 1 έως 3 τρις ευρώ η κάθε μία, που ανήκουν μάλιστα όλες στον τεχνολογικό κλάδο. Στις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός πάροχος κατέχει μόνο το 2% της αγοράς στην επικράτεια της ΕΕ, ενώ ως προς τα κβαντικά υπολογιστικά συστήματα δεν υπάρχει καμία ευρωπαϊκή εταιρία μεταξύ των διεθνώς μεγάλων κατασκευαστών τους.

(ε) Είναι λιγότερο έτοιμη να αντεπεξέλθει σε απειλές για την ασφάλειά της, καθώς μόνο 10 κράτη-μέλη της δαπανούν 2% ή περισσότερο του ΑΕΠ τους για άμυνα, όπως προβλέπουν οι δεσμεύσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Παράλληλα ο περίφημος γαλλογερμανικός άξονας που αποτελεί τον κινητήριο μοχλό της ΕΕ παραπαίει επικίνδυνα αδυνατώντας να δώσει τον τόνο ακόμη και σε εκείνες τις οικονομικές δραστηριότητες που μέχρι σήμερα αποτελούσαν το άλφα και το ωμέγα των αποφάσεων της. Η αναζήτηση της πολιτικής ηγεσίας σε μια ΕΕ που με βήμα ταχύ οδηγείται στις θέσεις της ακροδεξιάς (η οποία συμμετέχει ή κατέχει την κυβέρνηση σε σημαντικό αριθμό χωρών), στον πυρήνα των οποίων βρίσκεται εγκαταστημένη η κακώς εννοούμενη προάσπιση των εθνικών συμφερόντων. Η νέα ηγεσία των ΗΠΑ θα βρει πρόσφορο έδαφος να διαπραγματευθεί ξεχωριστά με τις δυνάμεις αυτές αλλά και ξεχωριστά με κάθε κράτος ανάλογα με τα συμφέροντά της, και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις. Θεωρείτε ότι ο Τραμπ θα διαπραγματευτεί με την πρόεδρο της ΕΕ Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν; Ούτε να το φανταστώ μπορώ.

Οι καιροί είναι δύσκολοι. Το μέλλον αβέβαιο. Κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται σίγουρος για τις μελλοντικές εξελίξεις που αφορούν στην ΕΕ. Θα κλείσω με τους παρακάτω στίχους:

Όλοι μας είχαμε τους προσωπικούς μας τρόμους
Τους ιδιαίτερους ίσκιους μας, τους μυστικούς μας φόβους.
Μα τώρα ένας μεγάλος φόβος έπεσε απάνω μας, φόβος όχι
του ενός μα των πολλών. […]

Φοβούμαστε ένα φόβο που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, που
δε μπορούμε ν’ αντικρίσουμε που κανείς δεν καταλαβαίνει.

Θ. Σ. ΕΛΙΟΤ

///

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Κ. Μελάς, Η σαστισμένη Ευρώπη, Εξάντας, 2009.
[2] Κ. Τσουκαλάς, Η εξουσία ως λαός και ως έθνος, Θεμέλιο, 1999.
[3] C. Schmitt, Η έννοια του Πολιτικού, Κριτική 1988. Π. Κονδύλης, Ισχύς και απόφαση, Θεμέλιο, 1992.
[4] Για μια ενδελεχή όσο και σφαιρική ανάλυση της έννοιας του πολιτικού βλέπε: Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Εκδόσεις Α. Α. Λιβάνης, 2005.
[5] Ό.π. , σελ. 97
[6] Δ. Μαρκής, Η κατασκευή της Ευρώπης, Κριτική, 2000, σελ. 55.
[7] Α. Μεταξόπουλος, ό.π., σελ. 99.
[8] R. Nisbet, Κοινωνική αλλαγή και Ιστορία, Γνώση, 1995.
[9] Μια πραγματικά συγκλονιστική πρόβλεψη που επιβεβαιώνεται κατά τραγικό τρόπο δες: O. Spengler, Η παρακμή της Δύσης, 2 τομ., Τυπωθήτω, 2003.
[10] Για παράδειγμα, δες Ε. Αρβελέρ – M. Aymard, Oι Ευρωπαίοι, 2 τομ., Σαββάλας, 2000.
[11] Γ. Δερτιλής, Ευρώπη, Καστανιώτης, 2000.

* *

*