Ποιήματα γιά τήν Ἔλευση

*

Μετάφραση: Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Οἱ Μάγοι

Πρός τό τέλος τοῦ κόσμου, μέσα ἀπό τίς γυμνές
Ἀπαρχές τοῦ χειμώνα, ταξιδεύουν καί πάλι.
Πόσους χειμῶνες τό ἔχουμε δεῖ νά συμβαίνει,
Παρακολουθήσαμε τό ἴδιο σημάδι νά προχωρεῖ καθώς περνοῦν
Πόλεις φυτρώνουν γύρω ἀπό αὐτή τή ρότα τό χρυσάφι τους
Χαραγμένο στήν ἔρημο, κι ὡστόσο
Φύλαξαν τήν εἰρήνη μας, αὐτοί
Ὄντας οἱ Σοφοί, ἔρχονται νά δοῦν τήν καθορισμένη ὥρα
Πώς τίποτα δέν ἄλλαξε: στέγες, ὁ στάβλος
Λαμποκοπώντας στό σκοτάδι, ὅλα ὅσα εὔχονται νά δοῦν.

LOUISE GLÜCK (1943-2023)

~.~

Γιά τά Χριστούγεννα

Ἕνα ἀπό τά βόδια εἶπε «Τόν γνωρίζω, εἶμαι ἐγώ – ὑποζύγιο, πολυχρησιμοποιημένο, κακοποιημένο, Ἀποκλεισμένο ἀπό τη Γιορτή – ἕνας βιοπαλαιστής πού δεν ἀρνεῖται καμιά δουλειά: τοῦ εὔχομαι δύναμη, τοῦ προσφέρω χῶρο.»

Ἕνας ἀπό τούς βοσκούς εἶπε «Τόν γνωρίζω, ἐγώ εἶμαι – ὁ ἄνθρωπος πού ξυπνᾶ ὅταν οἱ ἄλλοι κοιμοῦνται, τά ἄγρυπνα μάτια του θά σαρώνουν τό χιόνι πού ἔπεσε τή νύχτα, σέ Συναγερμό γιά τό χαμένο ἀρνί: τοῦ δίνω τοῦτο το ἀρνάκι, τοῦ εὔχομαι νά βλέπει καλά.»

Ἕνας ἀπό τούς σοφούς εἶπε « Τόν γνωρίζω, εἶμαι ἐγώ – ἕνας Βασιλιάς στό προσκύνημα τῆς σοφίας, ἕνας Πλάτωνας διατεινόμενος πώς δύναται νά ἐπαναφέρει τόν κόσμο στήν παλιά Ἀνέφελη χρυσή ἐποχή του: τοῦ εὔχομαι τήν ἀλήθεια, τοῦ δίνω χρυσάφι.»

Ἡ Μαρία ἡ μητέρα του εἶπε «Γνωρίζω τήν ἀνάγκη τῆς καρδιᾶς του, εἶναι ἡ δική μου – τό ἐκλεκτό παιδί πού ζεῖ χαμένο κατά τό σχέδιο τοῦ Κυρίου του, ὁ Ἑαυτός καί τό σύμβολο τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης πού αὐτός προσφέρει: τοῦ δίνω ζωή, τοῦ εὔχομαι ἀγάπη.»

DICK DAVIS (1945- )

~.~

Ἡ Ἔλευση

Καί ὁ Θεός κράτησε στό χέρι του
Μιά μικρή σφαίρα. Κοίταξε, εἶπε.
Ὁ ὑιός κοίταξε. Πέρα μακριά,
Ὡσάν μέσα ἀπό νερό, εἶδε
Mιά καψαλισμένη γῆ μέ ἄγριο
Χρῶμα. Τό φῶς ἔκαιγε
Ἐκεῖ· ἀποφλοιωμένα κτίρια
Ἔριχναν τή σκιά τους: ἕνα λαμπερό
Φίδι. Ἕνα ποτάμι
Ξετύλιγόταν, ἀστραφτερό
Ἀπό γλίτσα.
                     Σ’ ἕνα γυμνό
Λόφο, γυμνό δέντρο ἔθλιβε
Τον οὐρανό. Πολλοί Ἄνθρωποι
Ὕψωναν τά ἀδύνατα μπράτσα τους
Πρός αὐτό, ὡς νά περίμεναν
Ἕναν ἀφανισμένο Ἀπρίλιο
Νά ἐπιστρέψει στούς σταυρωμένους του
Κλάδους. Ὁ ὑιός τούς παρατήρησε.
Ἄσε με νά πάω ἐκεῖ, εἶπε.

R. S. THOMAS (1913-2000)

*

**