Πώς εξαφανίστηκαν οι πρόγονοι των αρχαίων Ελλήνων;

Thomas Cole, The Course of Empire Desolation (1836)

*

του ΝΙΚΟΛΑ ΓΚΙΜΠΙΡΙΤΗ

Γεννήθηκα την εποχή του Χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκέπασαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα
ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ, Ποιήματα, 1987

~.~

Καταρρευσιολογία και πρωτοελλαδικοί πολιτισμοί

Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα απ’ τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια στους επιστημονικούς κλάδους της ιστορίας, της αρχαιολογίας και της ανθρωπολογίας είναι τα χνάρια που αφήνουν πίσω τους όσοι παράγοντες έσπρωξαν έναν πολιτισμό στον γκρεμό.

Πράγματι, γεννιέται το ερώτημα: είναι η κοινωνική κατάρρευση αναπόφευκτη, εγγεγραμμένη στη μοίρα κάθε πολιτισμού, ή μήπως υπάρχουν σημάδια που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στους ανθρώπους, καλώντας τους με αυτόν τον τρόπο να αναπροσανατολίσουν τη ζωή τους, εάν θέλουν να σωθούν; Και τι είναι τελικά η «κατάρρευση»; Μπορεί, παρεμπιπτόντως, να συσταθεί μία θεωρία μελέτης που θα την προβλέπει; Πώς μπορεί, αφενός, να εξηγήσει κανείς τα φαινόμενα της κατάρρευσης και, αφετέρου, να μην υποκύψει στο δέλεαρ μιας προοδευτικής αφήγησης της Ιστορίας; Θα μπορούσε η θεωρία της κοινωνικής κατάρρευσης να εμπλουτίσει την αρχαιολογική γνώση και να χρησιμεύσει γενικώς σαν αντίληψη θέασης των πραγμάτων;

Αυτά είναι μερικά απ’ τα ερωτήματα που καταπιάνεται και έρχεται να απαντήσει το βιβλίο του Αθανάσιου Γεωργιλά Η κατάρρευση του πολιτισμού: Η παρακμή και η πτώση των ανακτορικών κοινωνιών στο Αιγαίο της Εποχής του Χαλκού (εκδ. Νησίδες, 2024). Ορμώμενο απ’ τα αρχαιολογικά ευρήματα του Μινωικού, του Μυκηναϊκού και του Κυκλαδικού πολιτισμού της Εποχής του Χαλκού (χοντρικά, απ’ τα μέσα της τρίτης χιλιετηρίδας μέχρι το 1050 π.Χ.), το πόνημα εξάγει εξαιρετικά χρήσιμα συμπεράσματα ανθρωπολογικής υφής και μας καλεί να ξανασκεφτούμε τους λόγους που καταρρέουν οι πολιτισμοί.

Τρεις είναι οι καινοτομίες της παρούσας ερευνητικής εργασίας, έτσι όπως την παρουσιάζει ο Γεωργιλάς σε μελετητές και λοιπούς ενδιαφερόμενους:

Α. Εξετάζει την εγκυρότητα της θεωρίας της κοινωνικής κατάρρευσης βάσει του αρχαιολογικού υλικού που έχουμε στη διάθεσή μας για τις κοινωνίες της αιγαιακής λεκάνης από το 2.200 π.Χ. μέχρι το 1050 π.Χ. Συνηγορούν τα ευρήματα υπέρ της εφαρμογής της εν λόγω θεωρίας, ή τελικά, ο κρητομυκηναϊκός πολιτισμός δεν δύναται να ενταχθεί στην άτυπη σχολή της καταρρευσιολογίας [collapsologie], και θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού ενδεχομένως τα ερμηνευτικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τους λόγους αφανισμού του ανακτορικού συστήματος; Όπως γνωρίζουμε, η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη μέχρι σήμερα πάνω στο φαινόμενο της «εξαφάνισης των πολιτισμών» πηγάζει από τη θεωρία του καταστροφισμού. Η πτώση ενός πολιτισμού δεν οφείλεται στην αδυναμία των ελίτ να ανταποκριθούν στις προσδοκώμενες απαιτήσεις για τη διατήρηση του συστήματος διακυβέρνησης, αλλά, αντίθετα –πάντα σύμφωνα με την πεποίθηση του καταστροφισμού– υπάρχει κάποιος πολεμοχαρής εξωτερικός εισβολέας, με ανώτερη τεχνολογία οπλισμού και πολέμου, όπου κατέκτησε και εξολόθρευσε τους γηγενείς πληθυσμούς για να επιβάλλει το δικό του πολιτισμικό σχήμα.

Β. Σε συνάρτηση με την παραπάνω «θεωρία του καταστροφισμού», λοιπόν, το δεύτερο στοιχείο που αναιρεί η μελέτη του Γεωργιλά είναι η –εξίσου περίφημη– θεωρία περί ινδοευρωπαϊκής διασποράς ως αποτέλεσμα της μεταναστευτικής εκστρατείας κάποιων υποτίθεται ανώτερων φύλων («Άριοι»), προερχόμενων από τις ποντιακές στέπες στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, όπου από εκεί εξαπλώθηκαν στις περιοχές των σύγχρονων ομιλητών της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας. Η υπόθεση πως οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες συνιστούν αποκύημα και ενός κοινού ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού εξυπηρέτησε ιδεολογικά τη ναζιστική φυλετική θεωρία περί Αρίων προγόνων του κεντροευρωπαϊκού πολιτισμού. Παραδόξως αξιοποιήθηκε αργότερα από το δεύτερο ρεύμα του φεμινιστικού κινήματος, το οποίο –πατώντας πάνω στο αναξιόπιστο σύγγραμμα του Ένγκελς για την Καταγωγή της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και του κράτους–, έπλεξε το μύθευμα περί μιας φιλειρηνικής και αταξικής Νεολιθικής Ευρώπης υπό καθεστώς μητριαρχίας που ανατράπηκε από τις πατριαρχικές ορδές των λαών Κουργκάν. Παράλληλα, και οι ντιφουζιονιστικές και μεταμοντέρνες θεωρίες βρήκαν ένα πάτημα για να αιτιολογήσουν έστω και εκ των υστέρων τις δικές τους βεβαιότητες περί πληθυσμιακών μετακινήσεων και φαινομένων μαζικής μετανάστευσης ως φυσικής ροπής του ανθρώπου.

Γ. Στον βαθμό, όμως, που η θεωρία περί ενός κοινού προγενέστερου «ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού» μπήκε στο μικροσκόπιο και αμφισβητήθηκε η εγκυρότητά της, τότε, όσον αφορά την κατάρρευση των πρωτοελλαδικών κοινωνιών, η εκστρατεία συντονισμένων μετακινήσεων με κωδική ονομασία «Κάθοδος των Δωριέων» αποδεικνύεται πως απέχει πολύ απ’ την πραγματικότητα, τουλάχιστον με τον τρόπο που την αφηγείται το εκπαιδευτικό μας σύστημα στα έδρανα διδασκαλίας. Μέχρι εδώ, «ουδέν καινόν» θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς. Κι όμως, ενώ η αρχαιολογική έρευνα στον Δυτικό κόσμο έχει προχωρήσει τόσο πολύ –μάλιστα, σε αντίθεση με τους περισσότερους επιστημονικούς κλάδους όπου παρατηρούμε να έχουν φτάσει σε σημείο καμπής και σε έναν κορεσμό στην παραγωγή νέων ιδεών, η αρχαιολογία βιώνει έναν διαρκή οργασμό νέων ανακαλύψεων, κάθε μέρα οι εκσκαφείς ανά τον κόσμο βρίσκουν νέα ευρήματα ή οι αρχαιογενετιστές μελετούν τον γενετικό κώδικα των προϊστορικών ή/και των αρχαϊκών ανθρώπων με αποτέλεσμα να ανατρέπονται παγιωμένες θεωρίες–, δυστυχώς δεν φαίνεται η εγχώρια αγορά ιδεών να παρασύρεται απ’ τις εξελίξεις, και εξακολουθούμε να ερμηνεύουμε το παρελθόν μας με ξεπερασμένες αντιλήψεις.

Σύγχρονα αρχαιολογικά ρεύματα και θεωρία της κοινωνικής κατάρρευσης

Προτού φτάσει, βέβαια, ο συγγραφέας της Κατάρρευσης του πολιτισμού (εφεξής ΚτΠ) στα συμπεράσματα που αναφέρθηκαν, έχει προηγηθεί μια διεξοδική παρουσίαση των σύγχρονων αρχαιολογικών θεωριών –Διαδικαστική Αρχαιολογία, Αρχαιολογία των Δυναμικών Συστημάτων, Τρίτο Αρχαιολογικό Ρεύμα κ.λπ.– προκειμένου να ελεγχθεί ποια απ’ όλες αρμόζει καλύτερα στα δεδομένα που μας παρέχουν οι ανασκαφικές στρωματογραφίες και οι κεραμικές ακολουθίες (ήτοι ο ιστορικός και πολιτισμικός θησαυρός που υπάρχει στις Μυκήνες, στην Κνωσό, στην Πύλο, στην Τίρυνθα, καθώς και σε άλλους μικρότερης κλίμακας οικισμούς).

Για παράδειγμα, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρεται το έργο του προσφάτως εκλιπόντος Βρετανού αρχαιολόγου λόρδου Κόλιν Ρένφριου ως υπόδειγμα της διαδικαστικής σχολής, όπου για πρώτη φορά έγινε λόγος περί «συστημικής πολυπλοκότητας». Ο Ρένφριου εξετάζει στοιχεία του κυκλαδικού πολιτισμού, όπως την εμφάνιση της γεωργίας στους τομείς της άμπελου και της ελιάς, την ανάπτυξη της μεταλλουργίας, του διαμεσογειακού εμπορίου και των προβολικών συστημάτων ιδεολογίας, προκειμένου να τεκμηριώσει την εμφάνιση των πρώτων σύνθετων κοινωνιών στο Αιγαίο. Μάλιστα, ο Ρένφριου αναφέρεται στο φαινόμενο της «πολλαπλασιαζόμενης επίδρασης», όπου μια ανακάλυψη σε έναν τομέα μπορεί να επιφέρει αλυσιδωτές εξελίξεις σε όλους τους υπόλοιπους τομείς. Ας σκεφτούμε μόνο τι επανάσταση μπορεί να έφερε η ανακάλυψη της χύτευσης των μετάλλων στη δημιουργία νέων εργαλείων, στην εντατικοποίηση της οργανωμένης γεωργίας, στη δημιουργία αποθηκευτικού πλούτου, στη δημογραφική ανάπτυξη, στη δημιουργία νέων ταυτοτήτων και εξειδικεύσεων, και ούτω καθεξής, σηματοδοτώντας μια γενικευμένη πολιτισμική απογείωση.

Με το ίδιο σκεπτικό, ο Γεωργιλάς διερωτάται για να προχωρήσει τη συζήτηση: αν το φαινόμενο της πολλαπλασιαζόμενης επίδρασης ισχύει για το στάδιο της απογείωσης, τότε, κατά το μάλλον ή ήττον, δεν θα έπρεπε να ισχύει και για το στάδιο της πτώσης; Η πολλαπλασιαζόμενη επίδραση δεν γίνεται να είναι μόνο θετική, μπορεί να έχει και αρνητική χροιά, δηλαδή να ωθήσει μια σύνθετη και πολύπλοκη κοινωνία στη συντριπτική της κατάρρευση και στον μετασχηματισμό της σε πιο απλούστερες μορφές. Σ’ αυτό το σημείο παρουσιάζεται διεξοδικά το βιβλίο του Τζόζεφ Τέιντερ Η κατάρρευση των σύνθετων κοινωνιών (1988), όπου η αρνητική πολλαπλασιαζόμενη επίδραση ονομάζεται «παραγωγική ανεπάρκεια προσδοκώμενης ενέργειας» [output failure].

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Σημαίνει ότι μια σύνθετη κοινωνία, μετά από ένα πολύ κομβικό σημείο, δεν μπορεί να ικανοποιήσει την πίεση των κοινωνικών προσδοκιών. Έτσι, επιβάλλει μια εντατικοποίηση των πόρων για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες, πράγμα που φέρνει στο προσκήνιο ολοένα και πιο σκληρά μέτρα για τη διατήρηση ή και αύξηση της κοινωνικής πολυπλοκότητας. Νέες γραφειοκρατίες υψώνονται, νέες εξειδικεύσεις επινοούνται, νέοι καταμερισμοί επιβάλλονται. Όμως, κατ’ αυτόν τον τρόπο διογκώνεται τόσο πολύ το ενεργειακό κόστος της αναπαραγωγής αυτής της σύνθετης κοινωνίας, ώστε φτάνει σε επίπεδο να μην έχει τα αντίστοιχα οφέλη. Η λεγόμενη «γραφειοκρατικοποίηση του κοινωνικού είναι» και η κατάτμηση της συλλογικής ζωής προκειμένου να πάρουν μπρος οι μεγαμηχανές κατατάσσονται περισσότερο στους δημιουργούς του προβλήματος, παρά στους επιδιορθωτές του.

Φυσικά, το να απαντάμε στα προβλήματα που δημιουργεί η πολυπλοκότητα με περισσότερη πολυπλοκοποίηση είναι ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται διαρκώς ανά την ιστορία, και εύλογο είναι να αναρωτηθεί κάποιος κατά πόσο είναι δυνατόν μία σύνθετη κοινωνία να αποφύγει την πορεία προς το παγόβουνο… Ο ίδιος ο Γεωργιλάς, το θέτει ως εξής:

«Πώς, όμως, μπορεί μια κοινωνία, η οποία είναι πάντα δέσμια του ριζωμένου πολιτισμικού συνόλου αξιών και πεποιθήσεων της εποχής της, να αναθεωρήσει τις στρατηγικές επιλογές της και να αναγνωρίσει ποιες είναι μακροπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα επικίνδυνες; Το πιθανότερο είναι να οδηγηθούμε σε αυθαίρετες αξιολογήσεις των “σωστών” και των “λάθος” επιλογών και να επιβάλουμε αυταρχικά την “ορθοδοξία” μας στο σύνολο της κοινωνίας. Χωρίς τεκμηριωμένες αποδείξεις ότι οι επιλογές που κάνουμε μπορούν να αποτρέψουν τις αρνητικές εξελίξεις, είναι πιο πιθανό τότε να εντείνουμε με τη δράση μας τους αρνητικούς παράγοντες που οδηγούν στην κατάρρευση», διότι «μόνο μετά την ολοκλήρωση μιας διορθωτικής διαδικασίας, και αφού εξαλειφθούν παντελώς τα αίτια που προκάλεσαν την αρχική απόκλιση του συστήματος, μπορούμε να αναλύσουμε τη λειτουργία της διαδικασίας αυτής με ακρίβεια.» (σ. 71)

Εδώ, ο συγγραφέας της ΚτΠ εμφανίζεται αντιεγελιανός, από δύο απόψεις μάλιστα. Αφενός, διότι εξετάζει την Ιστορία υπό το πρίσμα του αριστοτελικού κύκλου περί γενέσεως και φθοράς, περί αρχής και τέλους: ένας πολιτισμός ολοκληρώνει την πορεία του στο σημείο που δεν μπορεί να ανταποκριθεί άλλο στην απαίτηση για πολυπλοκότητα και καταρρέει συνολικά ολοκληρώνοντας τον ιστορικό κύκλο του (τέλος). Αφετέρου, διότι εξετάζει την «πολυπλοκοποίηση» και την ανάδυση των σύνθετων κοινωνιών όχι ως μια κίνηση προς ανώτερα πνευματικά στάδια της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά μάλλον το ακριβώς αντίθετο: οι κοινωνίες γίνονται ολοένα και πιο πολύπλοκες απλώς και μόνο επειδή προσπαθούν να μην καταρρεύσουν, για να αντιμετωπίσουν, με άλλα λόγια, τις εσωτερικές αντιφάσεις που τους δημιουργούν οι αυξανόμενες προσδοκίες.

Γι’ αυτό και έχει καταλήξει πλέον κοινός τόπος στους αρχαιολόγους και στους ιστορικούς το σκεπτικό πως σε μια κοινωνία υπό καθεστώς κατάρρευσης, αυτό που συμβαίνει είναι να αποδυναμωθούν τα ίδια στοιχεία που αρχικώς είχαν ενδυναμωθεί ώστε να συγκροτηθεί, να ενισχυθεί και να αναπτυχθεί η συστημική πολυπλοκότητα. Τόσο ο μεγάλος ιστορικός Άρνολντ Τόυνμπη το υπενθυμίζει αυτό με το απόφθεγμα «Οι πολιτισμοί δεν δολοφονούνται. Θέτουν οι ίδιοι τέρμα στη ζωή τους με τα ίδια τους τα χέρια», όσο και ο Γουίλ Ντυράν λέγοντας: «Είναι σχεδόν νόμος της ιστορίας, ο ίδιος πλούτος που επιφέρει τη δημιουργία ενός πολιτισμού να προαναγγέλει τη φθορά του». Έτσι, λοιπόν, σταδιακά παρατηρείται μια άμβλυνση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, μια υποβάθμιση της επαγγελματικής εξειδίκευσης, ένα πέρασμα από εντατικού τύπου οικονομίες σε παραγωγικά παραδείγματα μικρής κλίμακας, μια παρακμή του κεντρικού ελέγχου, μια σμίκρυνση των πολιτιστικών επενδύσεων, μια συρρίκνωση της επικοινωνίας και του εμπορίου, μια αποσύνδεση των κοινωνικών ομάδων μεταξύ τους, και άλλες, παρόμοιας φύσης συνθήκες.

Τούτων λεχθέντων, μαζί με τον Τέιντερ, αναλύεται το έργο του αναγνωρισμένου Αμερικανού ανθρωπολόγου Ρόυ Ράππαπορτ για τη «δυσπροσαρμοστικότητα» ενός κοινωνικού συστήματος μετά από ένα επίπεδο πολυπλοκότητας, όπως επίσης λαμβάνεται υπόψη και το σύγγραμμα του Αμερικανού εξελικτικού βιολόγου Τζάρεντ Ντάιμοντ Collapse: How Societies Choose to Fail or Succeed, το πολύ πιο εμπορικό πόνημα του αρχαιολόγου Έρικ Κλάιν 1177 π.Χ.: Όταν κατέρρευσε ο πολιτισμός, και μια σειρά ακόμα σοβαρές μελέτες επί του θέματος της «κοινωνικής κατάρρευσης», η οποία, καθώς φαίνεται, μέσα στην προσεχή δεκαετία θα κατακτά ολοένα και περισσότερο χώρο στην αρένα των ιδεών (ο νοών νοείτω!), με τον ίδιο τρόπο που κατέκτησαν τον δημόσιο διάλογο οι οικονομολογικές προσεγγίσεις την προηγούμενη δεκαετία εξαιτίας της κρίσης του 2008. Στη μεταπανδημική συνθήκη, όπου το κοινωνικό παράδειγμα της παγκοσμιοποίησης κλυδωνίζεται συθέμελα, και διαφαίνεται μια αργή αλλά σταδιακή υποχώρηση σε μικρότερης κλίμακας ζώνες πολιτισμικής επιρροής, η θεωρία της συστημικής κατάρρευσης έχει πολλά να μας πει για τους τρόπους που οι πολιτισμοί αποτυγχάνουν να αναπαράγονται συστημικά.

Κοινωνική κατάρρευση πρακτικά έχουμε όταν ένας ή περισσότεροι «υποσυστημικοί παράγοντες» αρχίζουν να βρίσκονται σε ασυμφωνία με την ομοιοστατική ισορροπία όλου του κοινωνικού συστήματος. Μπορούμε να φανταστούμε τέτοιους υποσυστημικούς παράγοντες: πρώτον, περιβαλλοντικούς, όπως λόγου χάρη η κλιματική κρίση και τα ακραία καιρικά φαινόμενα· δεύτερον, ανθρωπογενείς, είτε εσωτερικής φύσης, όπως πολιτική αστάθεια, οικονομική ανέχεια, ιδεολογική απονομιμοποίηση των συμβολικών τοτέμ, είτε εξωγενούς υφής, όπως είναι οι εχθρικές εισβολές ή οι παρατεταμένες συνθήκες ανομίας σε επίπεδο διεθνών σχέσεων.

Οι επιπτώσεις της κοινωνικής κατάρρευσης είναι:

α) πολιτικές, και περιλαμβάνουν τοπικές εξεγέρσεις, αποσχιστικές τάσεις, εμφύλιες έριδες,

β) κοινωνικές, καθώς οι σύνθετες κοινωνικές δομές βρίσκονται σε φθίση και, ως εκ τούτου, επανέρχονται στο προσκήνιο οι φατριακές σχέσεις και οι δεσμοί αίματος, ενώ ο οίκος ξαναγίνεται ο πυρήνας της κοινωνικής οργάνωσης,

γ) χωροταξικές, όπως είναι η λεηλασία μνημειωδών κτισμάτων, η καταστροφή ή/και εγκατάλειψη των συμβολικών κέντρων εξουσίας∙ αρχιτεκτονικοί χώροι που εξυπηρετούσαν για εργασίες κεντρικής διοίκησης ανακαταλαμβάνονται και επαναχρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς, ενώ εγκαθιδρύονται συνθήκες οικιστικής αποκέντρωσης,

δ) παραγωγικές και τεχνικές, επειδή χάνεται το «Διεθνές Στιλ» στις τεχνοτροπίες και παύουν να χρησιμοποιούνται ενιαία μοτίβα στην κατασκευή εργαλείων, καθώς επίσης χάνονται πολλά εξειδικευμένα επαγγέλματα και σβήνει το πνεύμα τεχνολογικής καινοτομίας,

ε) δημογραφικές, φέρ’ ειπείν είναι πολύ πιθανή μια συρρίκνωση του συνολικού πληθυσμού λόγω λιμών και επισιτιστικών κρίσεων.

Η ανάδυση των πρώτων σύνθετων κοινωνιών στον ελλαδικό χώρο

Τώρα, όσον αφορά ειδικότερα τις περιπτώσεις των πρωτοελλαδικών πολιτισμών, στο βιβλίο γίνεται λόγος για τρεις κομβικές περιόδους που παρατηρούνται συνθήκες κοινωνικής κατάρρευσης. Πρώτα απ’ όλα, γίνεται αναφορά στην κατάρρευση του πολιτισμού των «Κτηρίων των Διαδρόμων» (2200 π.Χ. – 1900 π.Χ.). Κατόπιν, έχουμε την κατάρρευση του Μινωικού Πολιτισμού, κατά τη λεγόμενη «Νεοανακτορική Περίοδο» (1540 π.Χ. – 1300 π.Χ.). Τέλος, αρκετό χώρο στις σελίδες καταλαμβάνει η κατάρρευση του Μυκηναϊκού Πολιτισμού (1200 π.Χ. – 1150 π.Χ.).

Προτού καταρρεύσει, πάντως, κάτι, θα πρέπει να αναδυθεί, να ακμάσει και να φτάσει σε σημείο κορεσμού και υπερβολής. Ο Γεωργιλάς δεν παραβλέπει αυτήν την αρχή, οπότε αφιερώνει δύο κεφάλαια (Κεφ. 2 & 3) για να μας μιλήσει για τις συνθήκες που οδήγησαν στην ανάπτυξη των ανωτέρω πολιτισμικών οντοτήτων.

Λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό είναι η πολύ σημαντική και ενδιαφέρουσα πολιτισμική περίοδος των «Κτηρίων των Διαδρόμων» (Κεφ. 2). Πρόκειται για την πρώτη αρχιτεκτονική δομή επί ελλαδικού εδάφους, όπου, επί της ουσίας, οι κοινωνικές δραστηριότητες άρχισαν να διοικούνται μέσα από καθεστώς κεντρικού ελέγχου. Τα «Κτήρια των Διαδρόμων» δέσποζαν στο κέντρο πολισμάτων που απαριθμούσαν 50 με 100 σπίτια. Η οικοδόμησή τους συνέβαλε στη δημιουργία των πρώτων σύνθετων κοινωνιών στην ελλαδική λεκάνη του Αιγαίου. Οι καινοτομίες στην κοινωνική οργάνωση ήταν ο ιεραρχικός συντονισμός και η ορθολογική διαχείριση του πλούτου: το πλεόνασμα της παραγωγής έδινε τη δυνατότητα σε ένα μερίδιο του πληθυσμού να μην είναι εξαναγκασμένο να ασχοληθεί με τη γη αλλά να αφιερωθεί σε κάποιο επάγγελμα και να πληρώνεται για τις υπηρεσίες του απ’ το πλεόνασμα, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν τεχνίτες και μάστορες, ο κεραμοποιός, ο υφαντουργός, ο μεταλλουργός, ενώ το ίδιο ισχύει και για το διοικητικό προσωπικό, τους γραφιάδες που είχαν επιφορτιστεί το έργο της καταγραφής του αποθηκευμένου πλούτου.

Προχωρώντας την αφήγησή του ο συγγραφέας της ΚτΠ, στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρεται εκτενώς σ’ αυτό που ο ίδιος ονομάζει «μινωική ιδιοτυπία» και αφορά το ανακτορικό σύστημα στην Κρήτη κατά την Εποχή του Χαλκού. Παρ’ όλο που δεν γνωρίζουμε πολλά για την πολιτειακή οργάνωση του Μινωικού πολιτισμού, σίγουρα θα έπρεπε να απορρίψουμε την άποψη του Έβανς για τη θέση του βασιλιά Μίνωα, ο οποίος διοικούσε μοναρχικά και με πυγμή την Κρήτη και το Αιγαίο. Όχι μόνο γιατί δεν ισχύει η υπόθεση περί «επιθετικής ηγεμονίας» των Μινωιτών σε άλλους πρωτο-ελλαδικούς πληθυσμούς, αλλά και γιατί το σύστημα διοίκησης ήταν πιο πολύπλοκο απ’ την «αρχή του ενός».

Καθώς προχωράει η ιστορική διήγηση, περιγράφονται εκτενώς τα πολιτισμικά επιτεύγματα των Μινωιτών, τα οποία αναδεικνύουν ένα σύνθετο κοινωνικό σύστημα, όπου κάθε άλλο παρά συγκέντρωση όλης της εξουσίας σε ένα και μόνο πρόσωπο θα παρατηρούσε κανείς. Πιο κοντά στην πραγματικότητα μοιάζει το σενάριο συνασπισμού ισότιμων και αποκεντρωμένων κρατιδίων. Όπως υπενθυμίζει ο Γεωργιλάς, είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα ο «κοινός πολιτισμός» των Μινωιτών απ’ την πολιτική συγχώνευση των τοπικών κοινοτήτων σε μια απολυταρχική δεσποτεία.

Παρόμοια με τη Μινωική Κρήτη ήταν και η περίπτωση του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Στις μέρες μας έχει καταρριφθεί η αντίληψη του Έβανς περί της «πανίσχυρης αυτοκρατορίας του Αγαμέμνονα». Οι αρχαιολογικές εξελίξεις ανασκευάζουν τις πρότερες πεποιθήσεις περί «μυκηναϊκού συγκεντρωτισμού» και προωθούν πιο πολύ την ιδέα ενός δυικού συστήματος «συγκέντρωσης – αποκέντρωσης» ή, ακόμη περισσότερο, την ιδέα τριών πόλων εξουσίας, όπου έκαστος συσπειρώνεται, α) γύρω απ’ τον άνακτα και τους ανακτορικούς αξιωματούχους, β) γύρω απ’ τους θρησκευτικούς ηγέτες, τους ιερείς και τους τελεστές λατρευτικών δοξασιών, και γ) γύρω απ’ τους τοπάρχες και τους τοπικούς άρχοντες. Βάσει των αρχαιολογικών ανασκαφών, ναι μεν υπάρχουν τα τέσσερα μεγάλα μυκηναϊκά ανάκτορα της («Υστερομινωικής») Κνωσού, των Μυκηνών, της Τίρυνθας και της Πύλου, περιμετρικά τους όμως εκτείνονταν χωροταξικά διάφοροι οικισμοί και μικροκοινότητες που διοικούνταν από τοπικούς άρχοντες και διακρίνονταν από ένα καθεστώς αυτονομίας σε σχέση με τη λειτουργία των ανακτόρων.

Στο βιβλίο τονίζεται πως δεν πρέπει να συγχέουμε την άσκηση ελέγχου στην περιφέρεια από ένα κέντρο (πράγμα που μπορεί να συμβαίνει άλλες φορές με συμβολικούς όρους συλλογικής ταύτισης, άλλες φορές με όρους φυσικού καταναγκασμού), με την τυφλή υποταγή της περιφέρειας στο κέντρο και την πλήρη συγχώνευσή της στη βάση μιας ανώτερης συλλογικότητας. Στον μυκηναϊκό τρόπο κοινωνικής οργάνωσης δεν υπήρχε κάποιος πολιτικά εννοούμενος «λαός». Ισχύει ό,τι ειπώθηκε και παραπάνω: η «Κοινή Μυκηναϊκή» γλώσσα και κουλτούρα δεν αποδεικνύουν –βάσει των αρχαιολογικών εξελίξεων πάντα– κάποιον κρατικού τύπου συγκεντρωτισμό ή μια αδιαίρετη εξουσία πάνω στα εδάφη μιας ενιαίας επικράτειας. Ίσα-ίσα, το ακριβώς αντίθετο ισχύει, πράγμα που αποδεικνύεται και από μια πολύ επιπόλαιη ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας εν γένει: η κοινή κληρονομία ή η πολιτισμική ομοιογένεια διαφόρων κοινοτήτων μπορούν να πηγαίνουν χέρι-χέρι με την πολιτική αυτοτέλεια της καθεμιάς.

Τα μυκηναϊκά ανάκτορα έπαιζαν έναν θεμελιακό ρόλο στην κοινωνική ζωή της «μπρούντζινης» εποχής. Δεν ήταν απλώς ένα μέγαρο, ούτε ήταν μονάχα η κατοικία του Μυκηναίου άνακτος. Τουναντίον, στις λειτουργίες τους συγκαταλέγονταν οι εξής: κέντρα θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας, κέντρα στρατιωτικών και οικονομικών δραστηριοτήτων, χρηματιστηριακά ανταλλακτήρια και κέντρα αναδιανομής του πλούτου, δομές βιοτεχνικής παραγωγής, αποθηκευτικοί χώροι τροφίμων.

Φυσικά και ο Μυκηναίος άναξ είχε περίοπτη θέση, όμως, οι τιμές που του αποδίδονταν δεν ανάγονταν σε θεσμικές εξουσίες. Δεν υπήρχε αυτό που θα λέγαμε «ολικός έλεγχος των τοπικών κοινωνιών», καθότι ναι μεν κάθε οικισμός βρισκόταν σε θέση εξάρτησης με το ανάκτορο, φαίνεται πάντως να έχει δικό του κυβερνήτη και τοποτηρητή. Υπάρχουν ταφικά ευρήματα που αποδεικνύουν την υπόθεση περί ύπαρξης τοπικών ελίτ, αλλά, σε αυτή τη γνώση, όπως τονίζεται μέσα στις σελίδες της ΚτΠ, έχει εξίσου βοηθήσει τα μέγιστα η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, διαδικασία που έφερε στην επιφάνεια την ύπαρξη μιας σειράς πολιτικών και διοικητικών θεσμών και ρόλων πέραν του άνακτα.

Σε διάφορες πινακίδες που λειτουργούσαν εκείνα τα χρόνια ως «δελτία τύπου» διοικητικών πράξεων, γίνεται λόγος για ρόλους όπως: δαμοκόρος (ο «περιφερειακός διοικητής» υπό την έννοια του κυβερνητικού υπαλλήλου τού άνακτος)· κορετήρ («τοπάρχης περιφερειακού διαμερίσματος», επίσης διορισμένος απ’ τον άνακτα), λαγέτας («διοικητής οπλιτών»)· επέται (γραφειοκρατική και στρατιωτική αριστοκρατία, οι «ακόλουθοι» του άνακτος)· γερουσία (απ’ το αρχαιοελληνικό γέρας, τα «τιμώμενα πρόσωπα»)· βασιλεύς («τοπάρχης», ο αναγνωρισμένος αρχηγός των τοπικών-φυλετικών ομάδων)· τελεστής («ιερέας θρησκευτικών μυστηρίων»)· δεσπότας («κύριος του οίκου»)· τέλος, αναφέρεται η λέξη δήμος («διοικητική περιφέρεια») και οι επιδήμιοι («αρμόδιοι του κάθε δήμου»).

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν υπάρχει πιο ξεκάθαρη απόδειξη του σύνθετου και πολύπλοκου χαρακτήρα της μυκηναϊκής κοινωνίας από την ύπαρξη μιας τέτοιας ποικιλίας πολιτικού τύπου θεσμών, δηλαδή θεσμών όπου η εξουσία νέμεται ανάμεσα σε διακριτούς ρόλους, όπου έκαστος έχει διαφορετική ζώνη επιρροής, ευθύνης και προνομίων. Γενικότερα, όλο το τρίτο κεφάλαιο της ΚτΠ, με τίτλο «Ανάκτορα, Άνακτες, Βασιλικοί Τοπάρχες και Κοινωνίες Μικρής Κλίμακας» εξαντλεί αυτό το τριμερές σύστημα εξουσίας, ιδιοκτησίας και οριοθέτησης. Βέβαια, όπως δηλώνει και ο συγγραφέας του βιβλίου, ένα σύνθετο σύστημα εξουσίας δεν θα γινόταν να βρίσκεται μονίμως σε ισορροπία και αρμονία, δίχως τριβές, δίχως διενέξεις και εσωτερικές δυναμικές, δίχως ανατροπές και ίντριγκες. Αν μη τι άλλο, είναι και ένδειξη «αποικιοκρατικού βλέμματος» να πιστεύουμε πως επί μία χιλιετία, οι αιγαιακές κοινωνίες της Εποχής του Χαλκού κινήθηκαν σε επίπεδα απόλυτης «προϊστορικής» στασιμότητας.

Αιτίες κοινωνικής κατάρρευσης

Τι συνέβη όμως και αυτοί οι ένδοξοι πολιτισμοί, που κυκλώθηκαν για αιώνες ολόκληρους από μια αύρα μεγαλοπρέπειας, μέσα σε λίγες μόνο γενιές εξαφανίστηκαν από προσώπου γης; Σε μόλις πενήντα χρόνια (1200 π.Χ. – 1150 π.Χ.) ο Μυκηναϊκός πολιτισμός έχει μετατραπεί σε μια μακρινή ανάμνηση που ξαναζωντάνευε μόνο στις πανήγυρεις και στα συμπόσια των τοπικών αρχόντων, μέσα απ’ τις απαγγελίες περιπλανώμενων ποιητών και γυρολόγων ραψωδών. Στο δεύτερο μισό της ΚτΠ, ο Γεωργιλάς ασχολείται αποκλειστικά με τους λόγους της κοινωνικής κατάρρευσης του πολιτισμού των Κτηρίων των Διαδρόμων, του Μινωικού, αλλά και του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία που κατέρρευσε το ανακτορικό σύστημα στην Ελλάδα, παρά μόνο ένας συνδυασμός παραγόντων, ενώ κάποιες περιπτώσεις διαφέρουν από άλλες.

Αναφορικά με τα Κτήρια των Διαδρόμων και τις πιθανές εξηγήσεις της κατάρρευσής τους, ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει η περίπτωση της πυρκαγιάς της «Οικίας των Κεραμών» περί τα τέλη του 3ου αι. π.Χ. (περί το 2200 π.Χ., ημερομηνία που τοποθετείται το τέλος εποχής των Κτηρίων των Διαδρόμων). Ωστόσο, πλην του κεντρικού κτηρίου, ο υπόλοιπος οικισμός δεν παρουσιάζει σημάδια καταστροφής και συνέχισε να κατοικείται, πράγμα που μάλλον υποδεικνύει πως οι καταστροφείς ενδιαφέρονταν να λεηλατήσουν μόνο το κεντρικό κτήριο και όχι τον υπόλοιπο οικισμό, ευνοώντας μάλλον το σενάριο πως η πυρπόληση ήταν αποτέλεσμα εμφύλιας σύρραξης, και μάλιστα η νέα χωροταξική διάταξη του οικισμού με τα αψιδωτά κτήρια και την έλλειψη οχύρωσης υποδεικνύει έναν εξισωτικό χαρακτήρα κοινοτικής ζωής που ακολούθησε τους προσεχείς αιώνες. Η επιστροφή σε απλούστερα επίπεδα κοινωνικής οργάνωσης και σε μια συλλογική οικονομία επιβίωσης [self-subsistence economy] ήταν αποτέλεσμα πολιτικών αναταραχών.

Όσο δε για τον Μινωικό πολιτισμό εξετάζονται οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας. Φυσικά, παρ’ όλο η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι δεν διαφαίνεται κάποια άμεση επίδραση της ηφαιστειακής έκρηξης με την κατάρρευση των μινωικών ανακτόρων, δεν αποκλείεται να υπήρχαν «έμμεσοι συσχετισμοί». Είναι πιθανό πως, λόγω των επιπτώσεων στο κλίμα, στη γεωλογία του εδάφους και στη βιοποικιλότητα της Μεγαλονήσου, να προέκυψαν έντονες πολιτικές και θρησκευτικές κρίσεις, ειδικότερα αν υποθέσουμε πως ο τοπικός πληθυσμός βίωνε έντονα αισθήματα μεταφυσικής αγωνίας εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής. Αυτός ο περιβαλλοντικός παράγοντας, ήρθε να προστεθεί σε μια ήδη υπάρχουσα ατμόσφαιρα καχυποψίας κατά των μυκηναϊκών ελίτ που κυβερνούσαν τις τοπικές κοινότητες της Κρήτης απ’ τον 15ο αιώνα.

Η κατάρρευση του Μινωικού πολιτισμού ήταν αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης διαδικασίας που ενδέχεται και να διήρκησε μισό ή έναν αιώνα, ακριβώς εξαιτίας της ίδιας της «πολυπλοκότητας» του κοινωνικού συστήματος. Αυτό που παρουσιάζει ο Γεωργιλάς ως μία απ’ τις πολλές άκρες του νήματος είναι το φαινόμενο της εμφάνισης «πόλεων-καταφυγίων» (ΚτΠ, σ. 152). Ποιο ήταν –αναρωτιέται ο συγγραφέας– το ισχυρό κίνητρο που ώθησε τους Μινωίτες να εγκαταλείψουν τους ηλιόλουστους οικισμούς της κρητικής ενδοχώρας για να μετακινηθούν στα δυσπρόσιτα και απόκρημνα υψίπεδα της κρητικής οροσειράς; Η εξέγερση των τοπικών πληθυσμών κατά της μυκηναϊκής επικυριαρχίας και η κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος που ακολούθησε, μάλλον έφεραν δραματικές εξελίξεις, και η αναζήτηση νέων τοποθεσιών με μεγαλύτερη ασφάλεια από ξένους εισβολείς να έγινε ένα βασικό απαιτούμενο για την επιβίωση των φατριών και των κοινοτήτων.

Αντιστοίχως εξετάζεται η περίπτωση της Μυκηναϊκής Κατάρρευσης. Ισχύει και εδώ ατόφιο ό,τι προειπώθηκε: o συνδυασμός περιβαλλοντικών και ανθρωπογενών παραγόντων λειτούργησε ως domino effect για την πτώση του ανακτορικού συστήματος. Είτε λόγω τεχνολογικής στασιμότητας (κορεσμός των καινοτομιών και αδυναμία εύρεσης νέων μεθόδων παραγωγής και τεχνοτροπίας), είτε λόγω εξάντλησης των φυσικών πόρων, είτε λόγω κλιματικών φαινομένων (μεγαξηρασίες, έντονες σεισμικές δραστηριότητες, διάβρωση εδαφών λόγω πρότερης εντατικοποίησης της παραγωγής), η μυκηναϊκή κοινωνία έφτασε σε σημείο όπου η ενεργειακή απόδοση έπαψε να είναι επαρκής και σταμάτησε να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές προσδοκίες. Αυτά τα φαινόμενα οδήγησαν στη συμβολική και ιδεολογική απονομιμοποίηση των ελίτ. Την αμφισβήτηση τη διαδέχτηκαν οι εμφύλιοι σπαραγμοί και η ανατροπή της εξουσίας, με μια παράλληλη επιστροφή σε απλούστερες και πιο αποκεντρωμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

Η Κάθοδος των Δωριέων: Μύθοι και πραγματικότητα

Ειδικότερα η Μυκηναϊκή Κατάρρευση, στο πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο εξετάζεται υπό το πρίσμα της «Δωρικής Καθόδου», είτε α) ως κομμάτι της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας (άρα, της θεωρίας του καταστροφισμού), όπως αναφέρθηκε στην αρχή του παρόντος άρθρου, είτε β) ως ερμηνευτική εξήγηση ενδοελλαδικών πολεμικών επιχειρήσεων, όπως αυτοί διατυπώνονται στον «Μύθο των Ηρακλειδών» που εξιστορούν ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης. Όσα δηλαδή μας αφηγούνται οι δύο μεγάλοι ιστορικοί τον 5ο αι. π.Χ. περί της επιστροφής των «εκδιωγμένων» απογόνων του Ηρακλή πίσω στα πάτρια εδάφη τους, ώστε να διεκδικήσουν τη γη του γενάρχη τους (έναν μύθο που επικαλέστηκαν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες για να αυτοπροσδιοριστούν ως οι νόμιμοι «κτήτορες» της πελοποννησιακής γης), όλα αυτά, δηλαδή να συμπίπτουν χρονολογικά με πραγματικές μετακινήσεις πληθυσμών κατά την περίοδο της κατάρρευσης του ανακτορικού συστήματος.

Δεν υπάρχει, πάντως, κάποια αρχαιολογική τεκμηρίωση της δωρικής καθόδου ως αποτέλεσμα συντονισμένης εκστρατείας κάποιου επήλυδα λαού. Ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Δωριείς ταυτιστούν εθνοτικά με τους Μακεδ(ό)νες και τις μετακινήσεις πληθυσμών από τη Μακεδονία προς την Πελοπόννησο, αυτές πραγματοποιήθηκαν πολύ μεταγενέστερα της κατάρρευσης, τοποθετούνται ιστορικά γύρω στο 1050 π.Χ., και μάλλον η εγκατάστασή τους ολοκληρώθηκε σχετικά ειρηνικά σε μια ανοχύρωτη χώρα. Η λεγόμενη «Κάθοδος των Δωριεών» και οι εσωτερικές μετακινήσεις των δωρικών φύλων προς τη νότια Ελλάδα μεγαλοποιήθηκαν αδικαιολόγητα από τους ιστορικούς, την ίδια στιγμή που όλα τα αρχαιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν πως δεν υπήρξε πολιτισμική ρωγμή λόγω εξωτερικής κατάκτησης, αλλά εσωτερική κατάρρευση λόγω πολιτικής επανάστασης.

Μέσα στην ΚτΠ εξετάζονται, μάλιστα, οι κοινωνικές καταβολές της γλώσσας, και η συνάφεια που είχαν διάφορες δωρικές διάλεκτοι με την Κοινή Μυκηναϊκή. Βέβαια, υπό αυτές τις συνθήκες, ποιοι ήταν πραγματικά οι Δωριείς;

Ο Γεωργιλάς (σ. 269) θέτει τον ισχυρισμό του με αρκετά ευθύ τρόπο:

«Οφείλουμε να επανεξετάσουμε την επίσημη άποψη και να θεωρήσουμε τους Δωριείς όχι ως πολεμοχαρείς εισβολείς, αλλά ως ένα από τα πολλά μυκηναϊκά φύλα που μιλούσαν τοπικές διαλέκτους, τις οποίες χρησιμοποιούσαν σποραδικά τα κατώτερα στρώματα της μυκηναϊκής κοινωνίας. Οι Δωριείς πρέπει να αποσπαστούν από το πλαίσιο της μεγάλης ινδοευρωπαϊκής εισβολής στην Ελλάδα και να θεωρηθούν μέρος των χαμηλών στρωμάτων της μυκηναϊκής κοινωνίας.»

Απ’ όλα τα παραπάνω, λοιπόν, κατανοεί κανείς πως η κοινωνική κατάρρευση δεν συνεπάγεται απαραίτητα τον αφανισμό ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου. Μπορεί η κατάρρευση να είναι όντως ολέθρια για τις κυρίαρχες ελίτ, για τα υψηλόβαθμα κοινωνικά στρώματα και για όσους γενικώς επένδυσαν τις δυνάμεις τους στην αναπαραγωγή του ανακτορικού συγκεντρωτισμού, όμως, στην πραγματικότητα, οι κοινότητες μικρής κλίμακας αναδιοργανώθηκαν σε νέες κοινωνικοπολιτικές βάσεις, στις οποίες κυριαρχούσαν μικρότερες και περισσότερο αυτάρκεις και τοπικά δικτυωμένες πολιτικές οντότητες. Το συμπέρασμα του συγγραφέα (σ. 294-295) είναι πως «Η κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος έδωσε την ευκαιρία στις ελλαδικές κοινωνίες να μετασχηματιστούν σε πιο στοιχειώδεις και άμεσες μορφές πολιτικής ζωής, πληρώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη της αυτόνομης πόλης στον αρχαίο κόσμο.» Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν παράλογη η σύνδεση της κατάρρευσης του ανακτορικού συστήματος με τη δημιουργία των κοινωνικοπολιτικών θεμελίων για τη μετέπειτα γέννηση της «αυτόνομης πολιτείας και του ελεύθερου πολίτη, ο οποίος συνειδητοποιεί την εγγύτητα του εαυτού του με τους συμπολίτες του και απολαμβάνει το προνόμιο της ισότιμης συμμετοχής στα κοινά και στις δημόσιες υποθέσεις της πατρικής του πόλης.» (σ. 297)

Ελληνικός κοινοτισμός και ιστορία της δημοκρατίας

Το τελικό συμπέρασμα του Γεωργιλά, βάσει της έρευνας που προηγήθηκε πάνω στην κατάρρευση των ανακτορικών κοινωνιών του Αιγαίου κατά την Εποχή του Χαλκού, δείχνει τη διεπιστημονική προσέγγιση του βιβλίου. Θα το αδικούσαμε αν ελαφρά τη καρδία το τοποθετούσαμε στα βιβλία αρχαιολογίας, αν και απ’ την αρχαιολογία ξεκινάει όλη την περιδιολόγηση. Όμως, πέρα από ένα αξιόλογο πόνημα που αφορά την αρχαιολογική κοινότητα της Ελλάδος και κάθε ιστοριοδίφη που γοητεύεται από την παράθεση ιστορικού και αρχαιολογικού υλικού, το βιβλίο την ίδια στιγμή συνιστά και μια πολιτική πραγματεία για τον τρόπο διακυβέρνησης των πρωτοελλαδικών πολιτισμών και τον συσχετισμό των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων κατά την ύστερη Εποχή του Χαλκού με τα πολιτικά ιδεώδη της Κλασικής Περιόδου.

Δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστεί κανείς ότι Η Κατάρρευση του Πολιτισμού προσθέτει ένα αρκετά μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού κοινοτισμού. Αναμφίβολα, βιβλιογραφικά παρατηρείται ένας κορεσμός στην κλασσική ελληνική γραμματεία, όσον αφορά μια «κειμενοκεντρική» θα λέγαμε πολιτική φιλοσοφία της δημοκρατίας, βασισμένης πρωτίστως στα κείμενα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Όμως, στο βιβλίο του ο Γεωργιλάς τολμάει να πάει την πολιτική σκέψη ένα βήμα παραπέρα. Μας ζητάει να αραδιάσουμε ξανά μπροστά μας όλα τα αρχαιολογικά δεδομένα και να βγάλουμε νέα πολιτικά πορίσματα πάνω στη διερεύνηση του δημοκρατικού φαινομένου εν Ελλάδι. Καμιά φορά, δεν χρειάζεται να ψάξουμε στην άλλη άκρη του πλανήτη, στις κοιλάδες των Ζαπατίστας και στα σόβιετ της ρωσικής επανάστασης, για να βρει νομιμοποίηση το πάθος για δημοκρατία… Αρκεί να κοιτάξουμε ίχνη που άφησαν οι τοπικές εξεγέρσεις πάνω σε τούτα τα εδάφη, εδώ και τόσες χιλιάδες χρόνια.

*

*

*