Ένας δάσκαλος

Μνήμη Αριστόξενου Σκιαδά (1932-1994) 

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Όλοι σχεδόν οι φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου της Αθήνας έχουμε συνδέσει δύο ονόματα καθηγητών με την Α΄ έδρα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας: Βουρβέρης και Σκιαδάς. Ο πρώτος έχει τη φήμη του αυστηρού και απαιτητικού καθηγητή, επιμένει σχεδόν απειλητικά να απομνημονεύσουμε όλη τη βιβλιογραφία, ξένη κυρίως, για τα αρχαία ελληνικά κείμενα. ΄Ομως τον εκτιμάμε, γιατί μας έχει ανοίξει τα μάτια να βλέπουμε πίσω από την αρχαία ελληνική γλώσσα, τη σκέψη του συγγραφέα. «Ένα κείμενο», διακηρύσσει συχνά πάνω από την έδρα, «δεν είναι μόνο για να διδαχτείτε ή να διδάξετε Γραμματική και Συντακτικό». Και σχολιάζει πικρόχολα: «Αν τα βγάλουμε αυτά, οι σημερινοί φιλόλογοι στα γυμνάσια δε θα ξέρουν πώς να περάσουν την ώρα στην τάξη τους… Εσείς  να μη γίνετε τέτοιοι φιλόλογοι. Τα αρχαία κείμενα στάζουν ιδέες, μιλούν για όλα τα θέματα του ανθρώπινου βίου, μην τα καταδικάσετε στην άψυχη γραμματοσυντακτική ανάλυση».

Πρώτη φορά ακούμε για ανθρωπιστική ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας. Γεμίζει το αμφιθέατρο, για να παρακολουθήσουμε μια τέτοια  ερμηνεία  του «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, που μας διδάσκει φέτος.

Ο δεύτερος, ο Σκιαδάς, δεν μας εμπνέει μόνο εμπιστοσύνη και σιγουριά με την άρτια επιστημονική κατάρτισή του, κυρίως μας εντυπωσιάζει με τη διάθεσή του για συντροφικότητα, με την απλότητα και την προσήνεια προς τους φοιτητές, που θα θελήσουν να τον πλησιάσουν, πράγμα άλλωστε όχι και πολύ δύσκολο για μας, ίσως λόγω και της σχετικά μικρής ηλικιακής διαφοράς μας.

Θυμάμαι την εκδρομή στη Λίμνη της Βουλιαγμένης στο Λουτράκι τον Οκτώβρη που πέρασε και την τριήμερη τον Νοέμβρη στους Δελφούς, που είχε οργανώσει η «Ελληνική Ανθρωπιστική Εταιρεία». Η Εταιρεία, δημιούργημα του Βουρβέρη, είχε προγραμματίσει διαλέξεις εκεί, για να προωθήσει στην επαρχία, στο πλαίσιο του καταστατικού της, τα ανθρωπιστικά ιδεώδη. Ο Σκιαδάς ήταν ένας από τους βασικούς ομιλητές.

Οι φοιτητές τού φροντιστηρίου του Βουρβέρη συμμετείχαμε στις εκδρομές αυτές, που ήταν κάτι σαν πανηγύρι. Είχαμε την ευκαιρία, σε μια ατμόσφαιρα οικογενειακή, να ζήσουμε από κοντά τις προσπάθειες της Εταιρείας και των δύο καθηγητών μας, που ήλθαν μαζί με κάποιους φίλους τους ξένους καθηγητές και με τις γυναίκες τους, την κυρία Πιπίτσα ο Βουρβέρης και την ωραία νεαρή φιλόλογο Αγγελική Στασινοπούλου ο Σκιαδάς. Αυτόν αισθανόμασταν πιο κοντά μας απ’ όλους. Γιατί δεν ήταν ο ελεγκτής ή ο τιμητής των εκδηλώσεών μας, ήταν ο  αγαπημένος φίλος. Ήταν ένας από μας. Έπαιζε μαζί μας, γελούσε, τραγουδούσε και χόρευε. Αστειευόταν και συμπεριφερόταν νεανικά, όπως εμείς.

***

Εκείνο το βράδυ της τελευταίας Κυριακής του Νοέμβρη στους Δελφούς, μετά τις διαλέξεις, μερικοί από μας γυρίσαμε στο ταπεινό ξενοδοχείο και συγκεντρωθήκαμε στο δωμάτιο της Σίας και της Μαριάννας. Ήλθε και ο Σκιαδάς μαζί μας. Τραγουδούσαμε με τη συνοδεία μιας κιθάρας τα τραγούδια του Θεοδωράκη και άλλα, κάπως γλυκανάλατα, με σαφώς σκωπτική διάθεση. «Ασ’ το χεράκι σου να σου το κρατώ, το μικρό σου χέρι» τραγούδησε με μελιστάλαχτο ύφος το πειραχτήρι ο Κώστας ο συμφοιτητής μας από την Κωνσταντινούπολη και, για να το θεατρικοποιήσει, άρπαξε το χέρι τής Μαριάννας και πήρε το ανάλογο ύφος… Και μετά ο υπέροχος λατινικός ύμνος του Μιχάλη, του καθολικού, «Dona nobis pacem»…

Και έπειτα η ποίηση…Τα ωραιότατα ποιήματα του Καβάφη και του Σικελιανού μάς γοήτευσαν για άλλη μια φορά. Φοιτητές, φοιτήτριες και Σκιαδάς νιώσαμε  όχι μόνο την αισθητική απόλαυση της ποίησης αλλά κυρίως  την ευεργετική γαλήνη της. Ήταν μυσταγωγία πραγματική, που συνέβαλε  στο πλησίασμα των καρδιών μας αβίαστα. Πετούσαμε. Το δωμάτιο δε μας χωρούσε πια.

Βγήκαμε όλοι μαζί στο ξεροβόρι μεσ’ στη νύχτα. Ώς τις τρεις η ώρα το πρωί γυρίζαμε στους δρόμους των Δελφών και χαιρόμασταν την παγερή νυχτιά. Ανεβαίναμε τα σκαλοπάτια του χωριού και προσπαθούσαμε να ζήσουμε, με όλη την ψυχή μας, τη χαρά της παρέας, τέτοιας παρέας. Το χιονόνερο μας χτυπούσε το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο. Ο παγωμένος άνεμος ανέμιζε τα ακατάστατα μαλλιά μας, τα πόδια μας πάγωναν στην παγερή άσφαλτο, τα χέρια όμως είχαν την πολυτέλεια της θαλπωρής μέσα στις τσέπες  μας ή στις παλάμες των διπλανών.

Κάποια στιγμή 3-4 απομακρύνθηκαν από τους άλλους, προχώρησαν μπροστά και κρύφτηκαν σ’ ένα κοίλο μέρος. Ήθελαν να παίξουν, έκαναν «μπαμ» να τρομάξουν τους ανέμελους που ακολουθούσαν. Ξεσπάσαμε όλοι σε τρανταχτά γέλια, όπως κάναμε όταν ήμασταν παιδιά. «Ψυχῇ τε καὶ σώματι» χαιρόμασταν την όμορφη συντροφιά και τη φιλική ατμόσφαιρα που έχει το ταλέντο να δημιουργεί ο Σκιαδάς. Είναι από τα πιο δυνατά συναισθήματα που γεννά το δέσιμο με τους καθηγητές. Δεν έχουμε συνηθίσει σε κάτι τέτοιο.

Κάποτε γυρίσαμε στο ξενοδοχείο και ήταν ένα περίεργο πράγμα, γιατί με άλλους έπρεπε να καληνυχτιστούμε,  αλλά άλλους, τους πολλούς, έπρεπε να τους καλημερίσουμε. Ο Σκιαδάς μάς έσφιξε το χέρι με θερμή χειραψία, μας κτύπησε στον ώμο από αγάπη, μας αγκάλιασε με απλότητα και στοργή και μας ευχήθηκε «καλή ξεκούραση»…

***

Στην επιστροφή για την Αθήνα, μέσα στο πούλμαν, είχαμε μια ενδιαφέρουσα ανοιχτή συζήτηση μαζί του, με αφορμή τις διαλέξεις που είχαν κάνει τις δύο προηγούμενες μέρες οι ξένοι καθηγητές και ο ίδιος. «Η τεχνική πρόοδος βοηθάει τον άνθρωπο, όμως επιβάλλεται να στραφεί στην πνευματικότητα και στη θρησκευτικότητα αλλά και στις κλασικές σπουδές. Έτσι θα αποφύγει την αυτοκτονία και την αυτοεξόντωσή του…»· αυτό ήταν το συμπέρασμα.

Συζητούσε μαζί μας, χωρίς να θέλει να μας επιβάλλει τις απόψεις του. Κατάλαβε τη νεανική μας προπέτεια, δεν παρεξήγησε. Δικαιούμασταν να έχουμε άποψη, ακόμη και διαφορετική. «Οι νέοι στην εποχή μας ενθουσιάζονται με το γκρέμισμα των αξιών» παρατήρησε και συμπλήρωσε πως αυτό είναι λάθος και ανωριμότητα. Μας συμβούλεψε να προσέχουμε τους «εξ επαγγέλματος πνευματικούς ανθρώπους» που μιλούν ή γράφουν στις εφημερίδες για την τάδε αξία ως τη μόνη αληθινή, ενώ οι ίδιοι, κάποια άλλη στιγμή, την ίδια αξία την καταδικάζουν, γιατί είναι πληρωμένοι για αυτόν τον σκοπό και εμείς δεν πρέπει να παρασυρόμαστε. Γιατί «οι αξίες δεν είναι σχετικές, εμείς είμαστε που την παθαίνουμε», κατά τα λεγόμενα του καθηγητή μας της Φιλοσοφίας κ. Θεοδωρακόπουλου.

Δεν παρέλειψε κάποια στιγμή να μας επαναλάβει  κάτι που έλεγε πολύ συχνά από την έδρα, όταν δίδασκε με απίστευτη μεθοδικότητα και μεταδοτικότητα ευθύ και αντίστροφο θέμα και ζητούσε από μας λύσεις σε δύσκολα σημεία, γιατί τάχα έχουμε πιο καθαρό και πιο ξεκούραστο μυαλό από το δικό του. Μας είπε λοιπόν ξανά να έχουμε απαιτήσεις από το μυαλό μας, γιατί τώρα μπορεί να δημιουργήσει και να προαγάγει την επιστήμη. Μου κάνει εντύπωση που πιστεύει πως το δικό του μυαλό έχει κιόλας κουρασθεί, ενώ το δικό μας είναι ακόμη φρέσκο… Μα μου φαίνεται πολύ νέος ακόμη, για να νιώθει διανοητικά κουρασμένος·[1] εκτός αν είναι μια ευγενική προτροπή, για να αφοσιωθούμε στη  σοβαρή μελέτη και στην έρευνα, όπως κάνει ο ίδιος.

***

Αυτός  ο πολύ μορφωμένος άνθρωπος με το ευρύ πνεύμα και τον ενθουσιασμό για δουλειά και για επιστημονική έρευνα, ο άνθρωπος που τον διακρίνει η κατανόηση, η καταδεκτικότητα και η απέραντη αγάπη για τους φοιτητές έγινε υφηγητής πριν από λίγες μέρες. Ήταν κάτι που το άξιζε, κάτι που έπρεπε να γίνει και το χαρήκαμε ιδιαίτερα οι φοιτητές του φροντιστηρίου. Νιώθουμε πως  η καρδιά μας μεγάλωσε, για να χωρέσει αυτόν που ανέβηκε τόσο. Είμαστε τυχεροί που παρακολουθήσαμε από κοντά την εξέλιξή του. Είναι εκπληκτικό να βλέπεις τον δάσκαλό σου να προοδεύει.

Ο Σκιαδάς μέχρι τώρα ήταν τακτικός βοηθός του Βουρβέρη. Τι βοηθός δηλαδή, το δεξί του χέρι. Τώρα είναι πιο ψηλά πάνω στην έδρα, υφηγητής! Στην πραγματικότητα όμως  εμείς θα τον νιώθουμε «χαμηλά», πολύ κοντά  μας.

Όσο κοντά τον ένιωσα, όταν του τηλεφώνησα, για να του εκφράσω τα πιο θερμά συγχαρητήριά μου. Συγκίνηση άφατη κατάλαβα να τον γεμίζει μαζί και ευγνωμοσύνη η αυθόρμητη αυτή κίνησή μου.

Μια άλλη μέρα η συντροφιά μας, Μιχάλης, Κώστας, Κατερίνα, Αιμιλία και εγώ, τον επισκεφτήκαμε στο σπίτι του, για να τον συγχαρούμε. Τα μικρά δωράκια που του χαρίσαμε δεν έχουν βέβαια καμιά πολύτιμη αξία. Έχουν όμως το ξεχείλισμα της καρδιάς μας για τον δάσκαλο και φίλο μας.

Μας υποδέχτηκε μια γεροδεμένη γερόντισσα με λευκαδίτικη ενδυμασία. «Είναι η μάνα μου» είπε απευθυνόμενος σε μας. «Μάνα, να σου συστήσω τους φοιτητές μου…» της είπε και διέκρινα την περηφάνεια τού γιου για τον βράχο που βλέπαμε μπροστά μας. Έφυγε διακριτικά και γύρισε σε λίγο, κρατώντας τον δίσκο με τους καφέδες· ήταν κάτι παραπάνω από χαρά Θεού. Εκείνο το αετίσιο βλέμμα, το κρυφό καμάρι πίσω από το ελαφρό χαμόγελο, η γνησιότητα της αρχοντιάς της! Όλα εντυπωσιακά.

Ο Σκιαδάς μάς μίλησε για τη ζωή του και για τη «μάνα» του, για τον αγώνα της. Δούλεψε σκληρά στα κτήματα και στο σπίτι, για να τον σπουδάσει. Ήταν για κείνον το παν, αισθάνεται πολύ δεμένος μαζί της. Βγαίνουν συχνά μαζί έξω, μας είπε. Η ευγνωμοσύνη τού επιστήμονα γιου, υφηγητή πια, για τη μάνα του ήταν φανερή και ξεκάθαρη. Ήταν αυτή που τον βοήθησε να πραγματοποιήσει τους στόχους που είχε βάλει από μικρός στη ζωή του, έτσι μας είπε.

Αυτή η σχέση του Σκιαδά με τη μάνα του ήταν ένα άλλο μάθημα για μας, που θέλουμε τους γονείς μας μακριά από τα δικά μας και τους φίλους μας, από φόβο μήπως θεωρηθούμε εξαρτημένοι ή από μια διάθεση σχεδιασμένης  απόκρυψης για αποφυγή ελέγχου. Τελικά είναι αλήθεια πως ο ολοκληρωμένος δάσκαλος διδάσκει κυρίως με τη ζωή του. Έτσι τον βλέπουμε λοιπόν, ολοκληρωμένο.

Γι’ αυτό  η υφηγεσία αυτή γεννά σε όλους μας πολλές ελπίδες. Ο  Σκιαδάς πιστεύουμε θα γίνει ένας τέλειος καθηγητής, που θα φωτίζει τη φοιτητική νεολαία, γιατί την αγαπά. Μερικές φορές μάλιστα μας ανοίγει την καρδιά του και μας μιλά ελεύθερα, χωρίς προκαταλήψεις και δισταγμούς. Οι «εξομολογήσεις» του αυτές μας συγκινούν. Δεν μειώνουν καθόλου το κύρος του, γιατί το προστατεύουν άριστα ο σεβασμός  που έχει για το πρόσωπο του άλλου και η ισχυρή αυτοπεποίθησή του, που όλοι ξέρουμε ότι  την αντλεί από την άρτια επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτισή του.

Τον έχουμε ακούσει πολλές φορές να εκμυστηρεύεται «αγαπώ πολύ τους φοιτητές μου, με απογοητεύουν όμως διαρκώς». Η Κατερίνα που πάντα υπερασπίζεται την καλή ποιότητα του φοιτητόκοσμου, του απαντά κάθε φορά με φανερό πάθος: «Το ξέρουμε όλοι πως οι καλοί φοιτητές και φοιτήτριες ζουν στην αφάνεια. Η κακή ποιότητα πάντα επιπλέει και είναι αυτή που φαίνεται και ενοχλεί».

Το κορίτσι θέλει σίγουρα να παρηγορήσει τον απογοητευμένο Σκιαδά, αλλά δε θα μάθω ποτέ αν το πετύχει.

1965, 2000
(Από το ανέκδοτο βιβλίο Στην οδό Πηλέως και άλλα αφηγήματα)

 ~.~

[1] Ο Σκιαδάς, γεννημένος το 1932 στη Λευκάδα, να είχε άραγε τότε, στα 33 του, διαισθανθεί ότι του είχε στήσει καρτέρι η άνοια, πριν καλά καλά φτάσει τα 60; Πέθανε στις 28 Μαρτίου 1994.

*

*

*