Κλεμμένη υπερηφάνεια: Από την ντροπή στην οργή

*

Μια «βαθιά ιστορία» για την άνοδο της αμερικανικής δεξιάς

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Η Arlie Russell Hochschild, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας, είναι διακεκριμένη Αμερικανίδα κοινωνιολόγος, γνωστή για το ακαδημαϊκό έργο της στη κοινωνιολογία των συναισθημάτων, μελετήτρια του πώς τα συναισθήματα διαμορφώνονται και κατευθύνονται από κοινωνικούς κανόνες και πολιτισμικές επιρροές, καθώς επίσης της εμπορευματοποίησής τους.

Την τελευταία 12ετία, η Χοστσάιλντ έχει στραφεί στην κατανόηση του πώς τα συναισθήματα αλληλοεπιδρούν με τις κοινωνικές δομές και επηρεάζουν την πολιτική ζωή — έργο που εμπλουτίζει την πολιτική έρευνα, ανάλυση και θεωρία. Στο προηγούμενο βιβλίο της, Strangers in Their Own Land: Anger and Mourning on the American Right (2016), μελέτησε επί πέντε χρόνια κοινότητες με πολλούς υποστηρικτές του Tea Party, της πιο δεξιάς πτέρυγας τότε του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στη Λουιζιάνα, τον Βαθύ Νότο. Ήταν περιοχές γύρω από τα πετροχημικά εργοστάσια της νότιας Λουιζιάνας. Εκεί επιχείρησε να κατανοήσει γιατί οι άνθρωποι σε αυτές τις κοινότητες, που πλήττονται άμεσα από την περιβαλλοντική καταστροφή και τις οικονομικές δυσκολίες, υποστηρίζουν ένα πολιτικό κίνημα που αντιτίθεται σε κυβερνητικές παρεμβάσεις, ρυθμίσεις και προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, μέτρα που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Εκεί ανακάλυψε ό,τι ονόμασε «βαθιά ιστορία» (deep story). Μια ιστορία που την αφηγούνται τα συναισθήματα – μια ιστορία που αφήνει έξω τα γεγονότα και τις επιμέρους αξιολογήσεις τους και μας αφηγείται πώς νιώθουν βαθύτερα οι άνθρωποι και πώς αυτό επηρεάζει την πολιτική τους τοποθέτηση.

Στο νέο βιβλίο της Stolen Pride: Loss, Shame, and the Rise of the Right, που κυκλοφόρησε στις 10 Σεπτεμβρίου 2024, η Χοστσάιλντ μελετά τις συναισθηματικές βάσεις της πολιτικής πόλωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσα από το δίπολο της υπερηφάνειας και της ντροπής. Στο επίκεντρο της μελέτης της είναι το «Κεντάκυ 5», η περιοχή Pike, πέμπτη εκλογική περιφέρεια του Πολιτείας του Κεντάκυ, που είναι συνάμα η πιο «λευκή» αλλά και η δεύτερη φτωχότερη εκλογική περιφέρεια στις ΗΠΑ ανάμεσα σε 435 εκλογικές περιφέρειες. Μια περιοχή στα ανατολικά της Πολιτείας που η οικονομική της ανάπτυξη στηρίχτηκε στη βιομηχανία της εξόρυξης άνθρακα και η σημερινή της οικονομική παρακμή έχει προξενήσει αισθήματα οργής στις τοπικές κοινότητες. Οι κοινότητες αυτές, που κάποτε άνθιζαν ως κέντρα της αμερικανικής βιομηχανίας και τα μέλη της ένιωθαν προσωπικά υπερήφανα που ζούσαν «στην ενεργειακή πρωτεύουσα του κόσμου», βιώνουν τώρα μια βαθιά αίσθηση εγκατάλειψης και απόγνωσης. Στην καρδιά των Αππαλαχίων, που μαστίζεται από την απώλεια των θέσεων εργασίας στα ανθρακωρυχεία αλλά και από την παρατεταμένη φτώχεια, τον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά.

Αν και το «Κεντάκυ 5» ψήφιζε στο παρελθόν υπέρ των Δημοκρατικών, υπέρ του Ρούσβελτ, του Κέννεντυ και του Μπιλ Κλίντον, μέσα σε μια γενιά άρχισε να αλλάζει ταχύτατα. Το 2016 και το 2020 το 80% του πληθυσμού ψήφισε τον Ντόναλντ Τραμπ και ήταν μία από τις πέντε περιφέρειες που μετατοπίστηκαν γρήγορα προς τους Ρεπουμπλικάνους. Στην πόλη Πάικβιλ του «Κεντάκυ 5» έγινε μάλιστα μια διαδήλωση ακροδεξιών τον Απρίλιο 2017, η οποία αποτέλεσε προπομπό της ακροδεξιάς διαδήλωσης «Unite the Right» στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνιας τον Αύγουστο του 2017.

Οικονομική απώλεια και απαξίωση

Η παγκοσμιοποίηση είναι μια βασική αιτία της οικονομικής παρακμής και της απώλειας ταυτότητας που αισθάνονται οι κάτοικοι στις επαρχίες των Αππαλαχίων. Πολλές από τις θέσεις εργασίας που κάποτε παρείχαν σταθερότητα και αξιοπρέπεια έχουν μεταφερθεί στο εξωτερικό. Εκτός από την απώλεια εργασίας, οι πρώην ανθρακωρύχοι ένιωσαν πληγωμένοι από μια άλλη, εξίσου σημαντική απώλεια — την απαξίωση της τεχνογνωσίας και των δεξιοτήτων τους. Ένας ανθρακωρύχος είχε την ικανότητα να αναγνωρίζει τα στρώματα του ορυκτού στις στοές, να προγραμματίζει εκρήξεις, να επιδιορθώνει εξοπλισμό και να εντοπίζει πιθανούς κινδύνους. Ακόμα και η μαύρη μουτζούρα στο πρόσωπό του μπορεί να ήταν έναυσμα υπερηφάνειας. Η Χοστσάιλντ υπογραμμίζει ότι αυτή η απώλεια της εργασίας στην ένδοξη βιομηχανία του άνθρακα δεν είναι μόνο υλική αλλά και ψυχολογική. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:

Ένας ανθρακωρύχος κατείχε έναν τεράστιο όγκο γνώσεων που ήταν συγκεκριμένες για έναν συγκεκριμένο χρόνο, τόπο και επάγγελμα, αλλά είχαν μικρή χρησιμότητα έξω από αυτά τα συγκεκριμένα πλαίσια. Καθώς κάποιοι κάτοικοι άρχισαν να φεύγουν, ένας ανθρακωρύχος μπορούσε επίσης να χάσει κομμάτια της ίδιας της κοινότητας η οποία εκτιμούσε τη γνώση και τη δουλειά του. (σ. 39)

Οι άνθρωποι που κάποτε έβλεπαν τον εαυτό τους ως σημαντικό μέρος της αμερικανικής βιομηχανικής παραγωγής, τώρα νιώθουν ότι δεν έχουν κανένα ρόλο να παίξουν στη σύγχρονη οικονομία. Η απώλεια όμως εντοπίζεται σε τρία επίπεδα. Την απώλεια των θέσεων εργασίας που σχετίζονταν με τον άνθρακα (απόλυτη απώλεια), τη μειωμένη αξία που αποδίδεται σε αυτά που κάποιος εξακολουθεί να έχει, όπως η γη, η τεχνογνωσία και η επινοητικότητα (υποτίμηση), και επιπλέον ένα ακόμα στρώμα απώλειας —η απομείωση της αξίας της επαρχιακής ζωής σε σύγκριση με την αυξανόμενη αξία της ζωής στην πόλη (σχετική ή πολιτισμική απώλεια). Η οικονομική, ψυχολογική και πολιτισμική απώλεια έχει οδηγήσει πολλούς κατοίκους να φέρουν το αβάσταχτο βάρος ενός «παράδοξου υπερηφάνειας».

Το παράδοξο της υπερηφάνειας

Το κεντρικό θέμα που αποτελεί και τη βαθιά ιστορία του βιβλίου είναι το παράδοξο της υπερηφάνειας. Σε περιοχές όπως τα Αππαλάχια οι κάτοικοι είναι υπερήφανοι για την εργασιακή τους ηθική, την οικονομική ανεξαρτησία τους και την ταυτότητα του σκληρά εργαζόμενου Αμερικανού. Πρόκειται για μια υπερηφάνεια που σχετίζεται με την αίσθηση ότι είναι ικανοί να συντηρούν τις οικογένειές τους και να συνεισφέρουν στην κοινότητα. «Η υπερηφάνια λειτουργεί ως ένα συναισθηματικό ‘δέρμα του εαυτού’ … σηματοδοτεί ότι η ταυτότητά μας είναι ασφαλής, αποδεκτή και θαυμάζεται» (σ. 25), εξηγεί η Χοστσάιλντ. H υπερηφάνεια περικλείει ένα φάσμα συναισθημάτων, όπως η τιμή, ο σεβασμός και το κύρος.

Η ντροπή είναι ακριβώς το αντίθετο της υπερηφάνειας και αναφέρεται σε ένα φάσμα συναισθημάτων, όπως η ταπείνωση, η αμηχανία ή ο εξευτελισμός.

Η ντροπή […] είναι το συναίσθημα ότι έχουμε κάνει κάτι λάθος στα μάτια των άλλων. Η ενοχή είναι το συναίσθημα ότι έχουμε κάνει κάτι λάθος στα δικά μας μάτια (σ. 26).

Η συγγραφέας αναφέρει ότι ζούμε ταυτόχρονα σε δύο είδη οικονομίας: την υλική οικονομία και την συμβολική οικονομία της υπερηφάνειας. Ενώ συνήθως δίνουμε προσοχή στις αλλαγές στην υλική οικονομία, παραμελούμε τη σημασία της οικονομίας της υπερηφάνειας, η οποία είναι παράλληλη με την υλική οικονομία. Όπως η οικονομική ευημερία στο Κεντάκυ 5 εξαρτάται από την άνοδο και την κάθοδο της οικονομίας του άνθρακα, έτσι και η θέση στην συμβολική οικονομία της υπερηφάνειας ανεβαίνει και πέφτει. Tο πιο θεμελιώδες στοιχείο της υπερηφάνειας είναι η εγγύτητα προς το αμερικανικό όνειρο. Είναι ο περίφημος όρος που εισήγαγε ο James Truslow Adams το 1931 στο βιβλίο The Epic of America και αντιπροσωπεύει την ιδεατή ζωή της μεσαίας τάξης —μια σταθερή δουλειά, ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο— και την προσδοκία ότι κάποιος μπορεί να βελτιώσει την κοινωνικοοικονομική του θέση, υπερβαίνοντας τις επιτυχίες των γονιών του. Ο ατομικισμός ως ιδεολογία συνδέεται άμεσα με το αμερικανικό όνειρο. Είναι ουσιαστικά αυτό που ο Μαξ Βέμπερ ονόμασε προτεσταντική ηθική, την οποία περιέγραψε ως τη δύναμη που κινεί τον καπιταλισμό. Η σκληρή δουλειά συνδυάζεται με την έννοια της ατομικής ευθύνης. Αν κάποιος πετύχει, αποδίδει την επιτυχία στον εαυτό του. Αν αποτύχει, αποδίδει στον ίδιο την ευθύνη, ακόμα και αν υπήρξε προϊόν εξωτερικών συνθηκών. Δεν χρειάζεται, βέβαια, κάποιος να είναι προτεστάντης για να νιώσει την επιρροή αυτής της ατομικιστικής ιδεολογίας ή/και προτεσταντικής ηθικής. Η επιρροή της είναι βαθιά και διαδεδομένη και αποτελεί τη βάση της αμερικανικής «υπερηφάνειας».

Έρευνες δείχνουν ότι πολύ περισσότεροι Ρεπουμπλικάνοι απ’ ό,τι Δημοκρατικοί ενστερνίζονται την προτεσταντική ηθική, παρόλο που και οι δύο πλευρές περιλαμβάνουν ανθρώπους που εργάζονται σκληρά. Σε μια παναμερικανική δημοσκοπική έρευνα, όταν ρωτήθηκαν για τον λόγο που κάποιος ή κάποια καταλήγουν φτωχοί, μόνο το 31% των Ρεπουμπλικάνων (ή όσων έχουν παρόμοιες απόψεις) απάντησε ότι αυτό οφείλεται σε «συνθήκες πέρα από τον έλεγχό τους», ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την καταστασιακή φτώχεια (conditional poverty) στους Δημοκρατικούς ήταν 69%. Παράλληλα, το 71% των Ρεπουμπλικάνων, σε αντίθεση με μόλις το 22% των Δημοκρατικών, πιστεύει ότι «οι πλούσιοι είναι πλούσιοι επειδή δουλεύουν σκληρά». Παρόμοιες αντιλήψεις έχουν και οι κάτοικοι των Αππαλαχίων — πολλοί από τους οποίους έχουν καταγωγή από τη Σκωτία και την Ιρλανδία, δηλαδή από πληθυσμούς που ο Βέμπερ θεώρησε κλασικά παραδείγματα της προτεσταντικής ηθικής.

Γενικά, οι Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί διχάζονται όλο και περισσότερο στο θέμα της ατομικής ευθύνης για την οικονομική επιτυχία. Πολλοί Ρεπουμπλικάνοι πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι φτωχοί λόγω έλλειψης προσπάθειας (ατομική ευθύνη), ενώ οι Δημοκρατικοί τείνουν να αποδίδουν την επιτυχία σε εξωτερικούς κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες (καταστασιακή ευθύνη). Αυτή η διαφορά οδηγεί σε ένα παράδοξο: οι πολιτείες που στηρίζουν τους Ρεπουμπλικάνους και το ανεξέλεγκτο καπιταλιστικό σύστημα είναι συχνά οι πιο πληγείσες οικονομικά.

Επίσης, οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν μεγαλύτερη πίστη από τους Δημοκρατικούς σε έναν καπιταλισμό χωρίς κρατική παρέμβαση, καθοδηγούμενο από «το αόρατο χέρι» της αγοράς — δηλαδή στον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό. Αλλά στις πολιτείες που ελέγχονται από Ρεπουμπλικάνους, αυτή η μορφή καπιταλισμού συμβαίνει να δημιουργεί τις περισσότερες οικονομικές δυσκολίες στα νοικοκυριά. Η τραγική ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι «το αόρατο χέρι της αγοράς» πλήττει ιδιαίτερα τους πληθυσμούς που το εμπιστεύονται περισσότερο.

Ιδιαίτερα για τους Ρεπουμπλικάνους, το ατομικό αμερικανικό όνειρο έχει συσχετιστεί με το εταιρικό αμερικανικό όνειρο, δηλαδή με την αύξηση των κερδών των μετόχων. Κατά τον 20ό αιώνα, αυτά τα δύο όνειρα συμβάδιζαν, όμως από τη δεκαετία του 1970 άρχισαν να έρχονται σε σύγκρουση. Πολλές εταιρείες μετέφεραν τις δραστηριότητές τους σε χώρες όπως το Μεξικό, η Κίνα και το Βιετνάμ, προσλαμβάνοντας φθηνότερο εργατικό δυναμικό, αυξάνοντας τα κέρδη τους και μειώνοντας το κόστος. Αυτό είναι το εταιρικό αμερικανικό όνειρο, όπως εξηγεί ο William Greider στο One World Ready or Not (1998), μια εταιρική δράση δίχως περιορισμούς από τα συνδικάτα και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Οι εταιρείες εξόρυξης άνθρακα στο Ανατολικό Κεντάκυ μείωσαν τον αριθμό των εργαζομένων τους εισάγοντας σύγχρονα μηχανήματα για να κάνουν τη δουλειά τους και μετέφεραν τις επιχειρήσεις τους σε άλλες περιοχές. Για παράδειγμα, εταιρείες όπως η Revelation Energy μετέφεραν τις δραστηριότητές τους από το Κεντάκυ στο Ουαϊόμινγκ, που είναι πλέον η κύρια πηγή άνθρακα στις ΗΠΑ. Τι συμβαίνει όμως όταν οι εργαζόμενοι ενθαρρύνονται να πιστεύουν ότι ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται κρατική παρέμβαση και ότι η ατομική τους ευθύνη καθορίζει την επιτυχία ή την αποτυχία τους — και μετά οι εταιρείες αποχωρούν; Αυτοί που μένουν πίσω παγιδεύονται σε ένα παράδοξο υπερηφάνειας. Καθώς οι οικονομικές ευκαιρίες μειώνονται, αυτοί οι άνθρωποι αδυνατούν να ανταποκριθούν στα ιδανικά της ατομικής ευθύνης και του αμερικανικού ονείρου που έχουν υιοθετήσει ως πυξίδα στη ζωή τους. Η αδυναμία αυτή δημιουργεί ένα αίσθημα βαθιάς συναισθηματικής απόγνωσης και ντροπής.

Από τη δομική ντροπή στην προσωπική ντροπή

Η δομική ντροπή είναι ένας όρος που χρησιμοποιεί η Χοστσάιλντ για να εξηγήσει το πώς οι άνθρωποι σε αυτές τις κοινότητες βιώνουν την αίσθηση ότι έχουν αποτύχει όχι μόνο ως άτομα αλλά και ως κοινότητες. Η ντροπή αυτή ενισχύεται περαιτέρω από την αντίληψη ότι η υπόλοιπη χώρα τους κοιτάζει με περιφρόνηση. Νιώθουν ότι έχουν περιθωριοποιηθεί από την ευρύτερη αμερικανική κοινωνία, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση της κοινοτικής απομόνωσης και της ντροπής. Αυτή η συλλογική αίσθηση αποτυχίας και με μια προσλαμβανόμενη περιφρόνηση από τους «άλλους» που τους αποκαλούν rednecks (χωριάτες) και hillbillys (βουνίσιους) οδηγεί σε αυξανόμενη πολιτική αγανάκτηση που εκδηλώνεται ως υποστήριξη για δεξιές λαϊκιστικές πολιτικές (Make America Great Again), οι οποίες υπόσχονται να αποκαταστήσουν την αξιοπρέπειά τους και να επιστρέψουν τα δικαιώματα στους «ξεχασμένους Αμερικανούς».

Πώς όμως φτάνει κάποιος από την απώλεια της δουλειάς του —χωρίς δική του υπαιτιότητα— στο να κατηγορεί τον εαυτό του για έλλειψη προσωπικής ευθύνης και να νιώθει ντροπή; Ένας σαραντάχρονος απόγονος ανθρακωρύχου προσφέρει μια εξήγηση. Η ντροπή, λέει, έρχεται σταδιακά. Πρώτα, όταν κάποιος απολύεται, αρχίζει να κατηγορεί τον επιστάτη, μετά τον προϊστάμενο. Έπειτα νιώθει θυμωμένος με την κυβέρνηση Ομπάμα επειδή πέρασε τον Νόμο για τον Καθαρό Αέρα, και προσθέτει τον Μπάιντεν, το Δημοκρατικό Κόμμα και το βαθύ κράτος. Στη συνέχεια, όταν τα επιδόματα ανεργίας λιγοστεύουν και πρέπει να βρει δουλειά για να στηρίξει την οικογένειά του, η ντροπή αυξάνεται, καθώς δεν μπορεί να συντηρηθεί με τους χαμηλούς μισθούς που προσφέρονται. Αν χρειάζεσαι χρήματα και δεν έχεις πτυχίο, πρέπει να μεταναστεύσεις. Όμως η οικογένειά του δεν θέλει να φύγει. Και αν φύγει δεν θα είναι σίγουρο ότι θα βρει δουλειά που θα ανταποκρίνεται στις δεξιότητές του. Αν καταφύγει στα ναρκωτικά ή βασιστεί στα επιδόματα, αισθάνεται ακόμα περισσότερη ντροπή. Πάντα ένιωθε ανώτερος από αυτούς που έβλεπε να ζουν από τα επιδόματα ανεργίας. Και τώρα ζει κι αυτός από αυτά. Έτσι νιώθει ντροπή γι’ αυτό, και θυμώνει που τον κάνουν να νιώθει ντροπή. Η κατάσταση επιδεινώνεται όταν διαβάζει προσβλητικά σχόλια σε εφημερίδες που αποκαλούν ανθρώπους σαν κι αυτόν αργόσχολους επειδή δεν υποστηρίζουν την οικογένειά τους και δεν πληρώνουν τους φόρους που χρειάζεται η πόλη για την επισκευή των αποχετεύσεων. Αισθάνεται άχρηστος. Επιπλέον, βλέπει στο διαδίκτυο ανθρώπους από άλλες περιοχές να τον κατηγορούν για άγνοια, ρατσισμό, σεξισμό ή ομοφοβία. Τώρα νιώθει θυμό προς εκείνους που τον ντροπιάζουν. Στο σημείο αυτό, έχει πια αφήσει πίσω του το αίσθημα της ντροπής και έχει γίνει ένας από τους εξοργισμένους.

Βαθιές ιστορίες δεξιού λαϊκισμού

Στη «βαθιά ιστορία» της αμερικανικής δεξιάς, στο προηγούμενο βιβλίο της Χοστσάιλντ Ξένοι στην ίδια τους τη γη (2016), ξεχωρίζει η ιδεοτυπική φιγούρα του λευκού άνδρα εργαζόμενου με γαλάζιο κολάρο. Στο τωρινό της βιβλίο το δίνει με μια «μεταφορική» ιστορία. Ο λευκός άνδρας με γαλάζιο κολάρο νιώθει ότι στέκεται στη ουρά και αντικρίζει το αμερικανικό όνειρο το οποίο είναι στην κορυφή ενός λόφου. Περιμένει υπομονετικά ότι σύντομα θα έρθει η σειρά του, αλλά δεν προχωρά. Μένει στάσιμος. Έχει χάσει τη θέση του στην ουρά. Του φαίνεται ότι οι μορφωμένες γυναίκες, οι μαύροι που προωθούνται από την πολιτική των θετικών διακρίσεων (affirmative action), αλλά και οι μετανάστες και πρόσφυγες του παίρνουν τη θέση. Στη συνέχεια, βλέπει έναν Πρόεδρο της παράταξης των Δημοκρατικών να χαιρετά αυτούς τους παραβάτες της ουράς (line-cutters). Μα τι κάνει; τους ενθαρρύνει να με προσπεράσουν;» αναρωτιέται. «Σε ένα άλλο στιγμιότυπο της «βαθιάς ιστορίας» της δεξιάς, κάποιος που στέκεται αρκετά πιο μπροστά τον επικρίνει αλαζονικά:

Είσαι αδαής, σεξιστής, ρατσιστής, ομοφοβικός, κοκκινολαίμης/χωριάτης (redneck)! (σ. 205).

Για τον λευκό άνδρα εργαζόμενο με γαλάζιο κολάρο, αυτή είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Στρέφεται λοιπόν προς τα δεξιά για να σταματήσει την υποτιθέμενη αδικία.

Όταν η Χοστσάιλντ έλεγε αυτή τη βαθιά ιστορία σε δεξιούς κατοίκους της Λουιζιάνας πολλοί απαντούσαν «Ζω την ιστορία σου» ή «Μου διάβασες το μυαλό». Όταν όμως αφηγήθηκε την ιστορία στον ρεπουμπλικάνο δήμαρχο μιας μικρής πόλης στο ανατολικό Κεντάκυ, τον Άντριου Σκοτ, αυτός της απάντησε τα εξής:

Σίγουρα, αυτή η ιστορία ταιριάζει και στους υποστηρικτές του Τραμπ στα Αππαλάχια. Αλλά δεν τα λέει όλα. Πρέπει να προσθέσεις ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία που να λέει: «Ανάμεσα σε αυτούς που παραβιάζουν την ουρά υπάρχει ένας νταής. Αυτός σπρώχνει τους πάντες και επιτρέπει στους φίλους του να μπουν μπροστά και παραμερίζει τους άλλους άγρια εάν διαμαρτυρηθούν. Αυτός είναι ο κακός νταής».

Τότε ο άνδρας στην ουρά βλέπει έναν δεύτερο άνδρα, φουσκωμένο από υπερηφάνεια, κάπως σκληρό — νταή κι εκείνον. Κι αυτός έχει προφανείς αδυναμίες αλλά του τις συγχωρείς, γιατί είναι ο δικός σου νταής, είναι αρκετά δυνατός για να απωθήσει τον κακό νταή. Σε προστατεύει, είναι ο δικός σου νταής. Έτσι, όταν άλλοι τον επικρίνουν, τον υπερασπίζεσαι όχι επειδή είναι τέλειος, αλλά επειδή είναι ο δικός σου νταής. (σ. 206)

Ο δήμαρχος Άντριου Σκοτ φωτογράφιζε προφανώς τον Ντόναλντ Τραμπ, τον «δικό τους καλό νταή» με όλα τα ελαττώματά του που παραδέχεται. Στα τέλη του 2022, μια οργάνωση υποστηρικτών του Τραμπ άρχισε να πουλάει ψηφιακές κάρτες που είχαν το πρόσωπο του Τραμπ. Στη μία κάρτα, το πρόσωπο του Τραμπ ήταν πάνω σε ένα υπερμυώδες σώμα υπερήρωα με λέιζερ στα μάτια· σε μια άλλη κάρτα ήταν ήρωας του μπέιζμπολ και σε μια τρίτη κάρτα ήταν καουμπόης (σ. 206). Όλες οι κάρτες υποδήλωναν τον «καλό νταή» που ήταν σε θέση να νικήσει τον «κακό νταή». Για έναν ενθουσιώδη οπαδό του Τραμπ, τον Ρότζερ Φορντ, ο πρώτος, ο «κακός νταής» είναι πολύ ισχυρός. Και διευκρινίζει ότι για την ακρίβεια είναι μια συμμορία νταήδων: το Δημοκρατικό Κόμμα, το CNN, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση (εκτός από τον στρατό), και όσοι συμμερίζονται τις αξίες των μεγάλων αστικών κέντρων, οι οποίοι αγενώς απαξιώνουν την επαρχιώτικη Αμερική:

Αυτοί τους έχουν στερήσει την εξουσία και την υπερηφάνεια (σ. 206).

Η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ γύρω από την «κλεμμένη» εκλογή βασίστηκε στην ιδέα ότι η νίκη στις προεδρικές εκλογές του 2020 του αφαιρέθηκε μέσω εκτεταμένης απάτης, παρά την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων. Ο Τραμπ ξεκίνησε να χρησιμοποιεί τον όρο «κλοπή» ήδη από το 2012. Συχνά δήλωνε ότι εάν δεν κέρδιζε τις εκλογές αυτό θα σήμαινε ότι είχε γίνει καλπονοθεία. Μετά τις εκλογές του 2020, υποστήριξε ακόμη πιο έντονα ότι το αποτέλεσμα ήταν προϊόν συνωμοσίας. Για έναν ενθουσιώδη ψηφοφόρο του Τραμπ το αφήγημα της «κλοπής» έχει πολύ πιο βαθιά ρίζα. Δεν αφορά μόνο την εκλογική διαδικασία, αλλά αντιπροσωπεύει ένα γενικό αίσθημα απώλειας που έχουν βιώσει οι άνθρωποι στην περιοχή των Αππαλαχίων. Οι καλές δουλειές χάθηκαν, ο πληθυσμός μειώθηκε, και αυτοί μένουν πίσω σε μια χώρα που έχει προχωρήσει. Είναι ένα αφήγημα που προσφέρει μια εξήγηση: όχι, δεν είχαν χάσει τα πράγματα που εκτιμούσαν, τούς τα είχαν κλέψει. Για έναν ψηφοφόρο του Τραμπ αυτό το αίσθημα κλοπής, αδικίας και προδοσίας δεν ήταν απλώς για την εκλογή του 2020. Είχε να κάνει με δεκαετίες υποβάθμισης της περιοχής και την πίστη ότι η κεντρική πολιτική σκηνή δεν αντιπροσώπευε πλέον τα συμφέροντα των ανθρώπων της επαρχιακής Αμερικής. Και ενώ το αφήγημα της κλοπής θα μπορούσε να απορριφθεί με νομικά και πολιτικά επιχειρήματα, η όποια επιχειρηματολογία προσκρούει πάνω σε μια βαθύτερη «ασπίδα ντροπής» και μια ψυχολογική απώλεια – την απώλεια της υπερηφάνειας τους.

Ο Τραμπ χρησιμοποιεί συστηματικά μια ρητορική που υπόσχεται την αποκατάσταση της χαμένης υπερηφάνειας και τη δικαίωση των «ξεχασμένων» Αμερικανών. Για παράδειγμα, ο Τζέημς, πρώην εργάτης ανθρακωρυχείου που έχασε τη δουλειά του και μαζί μ’ αυτό τη σύζυγο και την επιμέλεια των παιδιών του, περιγράφει πώς ένιωσε όταν παρακολούθησε για πρώτη φορά μια ομιλία του Τραμπ το 2016:

Ο Τραμπ μας είπε ότι επρόκειτο να φέρει πίσω το κάρβουνο, και ήξερα ότι μας έλεγε ψέματα. Αλλά ένιωσα ότι είδε ποιος ήμουν.

Αυτό το «είδε ποιος ήμουν» σημαίνει ότι ο Τραμπ προσφέρει ένα αίσθημα σκοπού και δικαιοσύνης σε έναν κόσμο που θεωρεί ότι τον έχουν όλοι εγκαταλείψει.

Γέφυρα ενσυναίσθησης

Στο προηγούμενο βιβλίο της, η Χοστσάιλντ εισήγαγε την έννοια του «τείχους ενσυναίσθησης» (empathy wall), εμπόδιου που εμποδίζει τους ανθρώπους να κατανοήσουν τους άλλους που έχουν διαφορετικές πεποιθήσεις ή προέρχονται από διαφορετικά υπόβαθρα. Υποστηρίζει ότι η διάβαση αυτού του τείχους είναι απαραίτητη για την προσέγγιση του ακροδεξιού ακροατηρίου. Η προοδευτική και liberal Χοστσάιλντ προσπάθησε να σκαρφαλώσει πάνω από αυτόν τον τοίχο ενσυναίσθησης, βυθίζοντας τον εαυτό της στις ζωές των μελών του Tea Party και προσπαθώντας να δει τον κόσμο μέσα από τα μάτια τους.

Ένα σημαντικό στοιχείο του νέου βιβλίου της είναι η πρόταση για τη δημιουργία μιας γέφυρας ενσυναίσθησης (empathy bridge). Αυτή η γέφυρα είναι μια μεταφορά για τη δυνατότητα σύνδεσης με εκείνους που έχουν αντίθετες απόψεις, ακόμα και σε αμφιλεγόμενα θέματα όπως η εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου του 2021, η μετανάστευση, η φυλή και η κλιματική αλλαγή. Η Χόστσάιλντ υποστηρίζει ότι η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει απαραίτητα συμφωνία, αλλά μάλλον κατανόηση του πώς κάποιος άλλος κατέληξε στις απόψεις του, κάτι που μπορεί να μετριάσει την πόλωση και να προωθήσει τον διάλογο. Η γέφυρα ενσυναίσθησης λειτουργεί ως εργαλείο κατανόησης των συναισθηματικών βάσεων των πολιτικών πεποιθήσεων, κάτι που, σύμφωνα με τη Χοστσάιλντ, είναι κρίσιμο για την αντιμετώπιση της πόλωσης και την οικοδόμηση μιας πιο συνεκτικής κοινωνίας. Οι δεξιοί λαϊκιστές ηγέτες τα καταφέρνουν σήμερα πολύ καλύτερα από την αριστερά στο να χρησιμοποιούν συναισθήματα όπως η ντροπή και η οργή για να διευρύνουν την πολιτική τους βάση.

Μια άλλη ματιά για την πολιτική

Η συγγραφέας προτείνει ότι η κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση της πολιτικής πόλωσης. Η Χοστσάιλντ δείχνει ότι η πολιτική πόλωση δεν προκύπτει απλώς από διαφορές στην ιδεολογία, αλλά από βαθιά ριζωμένα συναισθήματα αδικίας, απώλειας και απογοήτευσης. Θεωρεί ότι για να καταλάβουμε πραγματικά γιατί κάποιοι άνθρωποι στρέφονται προς τον δεξιό λαϊκισμό, πρέπει να μπούμε στη θέση τους. Πρέπει να καταλάβουμε την απελπισία, την ντροπή, την οργή και την ανάγκη τους να ανακτήσουν την πληγωμένη υπερηφάνεια τους μέσα από την αναζήτηση μιας εθνικής ταυτότητας, οι οποίες τους οδηγούν σε αυτές τις επιλογές.

Η πολιτική των ταυτοτήτων (identity politics) που μια πλευρά της είναι ότι βάζει στο επίκεντρο την ταυτότητα π.χ. της Κάμαλα Χάρις («είμαι μαύρη γυναίκα…»), η οποία στο άμεσο παρελθόν ήταν βασικό στοιχείο για την επικοινωνία των Δημοκρατικών με ένα τμήμα του αμερικανικού πληθυσμού, τις μειονότητες, σήμερα είναι όχι μόνο καταδικασμένη σε αποτυχία αλλά και συστατικό αποξένωσης και οργής για ένα άλλο, ακόμα μεγαλύτερο, τμήμα του πληθυσμού. Η διαπίστωση αυτή διαπερνάει υπόρρητα όλο το βιβλίο και δηλώνεται ρητώς στις βιβλιοπαρουσιάσεις-συνεντεύξεις της Χοστσάιλντ και συνιστά την προειδοποίηση της συγγραφέως προς το Δημοκρατικό Κόμμα και την αριστερά.

Η Χοστσάιλντ θεωρεί ότι η πολιτική αφορά όχι μόνο τις ιδέες, αλλά και τη διαχείριση και αξιοποίηση των συναισθημάτων, κάτι που οι δεξιοί λαϊκιστές ηγέτες καταφέρνουν πιο αποτελεσματικά από το Δημοκρατικό Κόμμα ή γενικότερα τους liberals και την αριστερά, όπως συστηματικά δηλώνει στις συνεντεύξεις της. Η πολιτική δεν είναι μόνο μια διανοητική άσκηση. Οι άνθρωποι που υποστηρίζουν την αμερικανική δεξιά δεν είναι απλά καθοδηγούμενοι από ιδεολογίες, αλλά από βαθιά ριζωμένα συναισθήματα απώλειας, ντροπής και χαμένης υπερηφάνειας. Δεν μπορούμε να επιλύσουμε την πολιτική σύγκρουση χωρίς πρώτα να κατανοήσουμε τα συναισθήματα που την τροφοδοτούν.

Η Χοστσάιλντ κάνει και μια γενικότερη διεισδυτική παρατήρηση για την πολιτική. Η πολιτική δεν αφορά μόνο τις πολιτικές προτάσεις ή τις θέσεις, αλλά και την ικανότητα να προκαλούν και να χειρίζονται τα συναισθήματα των πιθανών υποστηρικτών τους. Δεν αρκεί να έχουν οι πολιτικοί ηγέτες τις σωστές πολιτικές θέσεις. Πρέπει να ξέρουν πώς να αγγίξουν και την λαϊκή ψυχή, ιδιαίτερα σε εποχές κοινωνικής και οικονομικής κρίσης.

Η Χοστσάιλντ θεωρεί ότι συνθήκες αυτές μπορεί να επιδεινωθούν στο μέλλον. Η αύξηση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών ανισοτήτων ενδέχεται να ενισχύσουν περαιτέρω την πόλωση μεταξύ των πολιτικών στρατοπέδων. Η αποξένωση και η συναισθηματική εξάντληση που νιώθουν πολλοί κάτοικοι της επαρχίας μπορεί να οδηγήσουν σε πιο ακραίες μορφές δεξιού εξτρεμισμού, εάν συνεχιστεί η αγνόηση των ανησυχιών αυτών των κοινοτήτων. Αυτό είναι ένα μήνυμα που πάει πέρα από τον Ατλαντικό και αγκαλιάζει την ευρωπαϊκή ήπειρο και ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο.

Παρά τις αδυναμίες του, ιδιαίτερα ως προς τις προτάσεις του για την επίλυση της πολιτικής πόλωσης, το βιβλίο Stolen Pride είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα κοινωνιολογικής ερευνητικής ανάλυσης που συνδυάζει τη μακρόχρονη —από το 2017 έως το 2023— συστηματική ποιοτική έρευνα με μια διεισδυτική αναλυτική προσέγγιση πάνω στις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που βιώνουν μια κοινωνική κρίση με αντίχτυπο στην πολιτική. Η Χοστσάιλντ συμπεριέλαβε πολλές αντιπροσωπευτικές προσωπικές μαρτυρίες από τους ανθρώπους που γνώρισε κατά τη διάρκεια της παραμονής της στo ανατολικό Κεντάκυ. Πρόκειται για ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, για πρώην ανθρακωρύχους, εργαζόμενους στην οδοποιία, ανέργους, αυτοαπασχολούμενους και καταστηματάρχες, δημάρχους και ηγέτες κοινοτήτων, εξαρτημένους από ναρκωτικά και άλλους με προβλήματα με τον νόμο, οργανωτές διαδηλώσεων υπέρ του Τραμπ, νεοναζί και εκπροσώπους του «δεξιού σύμπαντος». Μάλιστα παρακολουθεί την πορεία τους καθ΄όλη τη διάρκεια μιας επταετίας, από τις αρχές του 2017 μέχρι και το 2023, με μικρές διακοπές λόγω covid. Αποφεύγει προσεκτικά να διατυπώσει επικρίσεις, επιτρέποντας στις ιστορίες των υποκειμένων της να μιλήσουν από μόνες τους.

Αν και στο βιβλίο αναγνωρίζει επιτυχώς τις συναισθηματικές και κοινωνιολογικές ρίζες των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν αυτές οι κοινότητες, η Χοστσάιλντ δεν προτείνει πρακτικές ή συστημικές λύσεις. Ενώ θίγει πιθανές παρεμβάσεις, όπως η εργασιακή κατάρτιση και επανακατάρτιση, οι προτεινόμενες λύσεις δεν είναι πλήρως ανεπτυγμένες, και οι αναγνώστες ίσως να αισθανθούν την ανάγκη για πιο συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις. Σε παλιότερες και πρόσφατες συνεντεύξεις της, η Χοστσάιλντ μιλάει πιο ανοιχτά για μια ριζικότερη συστημική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η Χοστσάιλντ υποστηρίζει επίσης ότι η δημιουργία τοπικών προγραμμάτων οικονομικής ανάκαμψης στο πνεύμα ενός νέου New Deal μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της υπερηφάνειας και της οικονομικής ανεξαρτησίας των ανθρώπων και στην αντιμετώπιση του δεξιού λαϊκισμού.

Κρίνοντας συνολικά, η Κλεμμένη υπερηφάνεια είναι ένα εξαιρετικό και καλογραμμένο βιβλίο, καρπός μιας υποδειγματικής έρευνας απευθυνόμενης στο πλατύ κοινό. Είναι όμως και μια πολύ ισχυρή υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν αφορά μόνο θέσεις και προγράμματα, αλλά τους ίδιους τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους.

*

*

*