Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [1/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Την εισήγηση του Κ. Ανδρουλιδάκη που δημοσιεύουμε παρακάτω, θα ακολουθήσουν προσεχώς οι ομιλίες των άλλων δύο συνεισηγητών.   —  ΝΠ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ 

Υπάρχει ένα είδος πολυάσχολων στη Ρώμη, που τρέχουν
εδώ κι εκεί καταϊδρωμένοι, έχουν σαν ασχολία τους
την απραξία, ασθμαίνουν χωρίς λόγο, κι ενώ κάνουν
πολλά δεν κάνουν τίποτα.
ΦΑΙΔΡΟΣ, Ανέκδοτα κατά τον τρόπο του Αισώπου  [1]
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε
— ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»

Τα ερωτήματα που τέθηκαν ως αφετηρία για τη συζήτησή μας είναι: Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών επιστημών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Το θέμα μας ταυτίζεται ουσιαστικά με το θέμα της πνευματικής κατάστασης της χώρας μας στην εποχή μας – ένα πραγματικά τεράστιο πλέγμα θεμάτων, το οποίο έχει απασχολήσει κατά καιρούς τους πνευματικούς ανθρώπους και που εδώ μόλις μπορούμε να θίξουμε.[2] Επειδή τα θέματα τούτα είναι βέβαια μεγάλα και σύνθετα, θεώρησα σκόπιμο να τα ξεχωρίσω στα ακόλουθα ειδικότερα ερωτήματα.

1) Υπάρχει στοχασμός στη σημερινή Ελλάδα;   

Ο Κώστας Αξελός, στο νεανικό βιβλίο του Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας (1954), θεωρεί ότι: «Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη· κι ακόμη περισσότερο της λείπει μια πολύ αρθρωμένη γλώσσα».[3] Με τη λέξη «σκέψη», ο Αξελός εννοεί κυρίως: φιλοσοφία πρωτογενή και συστηματική, και δεν έχει άδικο. Εδώ πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στη συστηματική φιλοσοφία και στον στοχασμό ή τη σκέψη με μιαν ευρύτερη (ουσιαστική) έννοια, όπως εκφράζεται λ.χ. στο δοκίμιο, στη λογοτεχνία, στο θέατρο και αλλού. Αλλά τι εννοούμε με τις λέξεις «σκέψη» και «στοχασμός»; Με επίγνωση ότι το θέμα είναι σύνθετο, θα πρότεινα: η έλλογη θέση ερωτημάτων και η προσπάθεια αναζήτησης απαντήσεων σε ζητήματα και προβλήματα που υπερβαίνουν την ικανοποίηση των αμέσων βιοτικών και πρακτικών αναγκών του ανθρώπου· που υπερβαίνουν τα φυσικά ένστικτα και τις αισθήσεις. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση του Καντ:

«Ο Λόγος μέσα σ’ ένα πλάσμα είναι η ικανότητα να επεκτείνει τους κανόνες και τις προθέσεις της χρήσης όλων των δυνάμεών του πολύ πέρα από [το σημείο που φτάνει] το φυσικό ένστικτο, και δεν γνωρίζει όρια στις απόπειρές του. Αλλά ο ίδιος δεν ενεργεί ενστιγματικά· χρειάζεται δοκιμές, άσκηση και διδαχή, για να προχωρεί σιγά-σιγά από τη μια βαθμίδα της νόησης στην άλλη».[4]

Ως προς τη συστηματική φιλοσοφία, δεν έχει αναπτυχθεί πράγματι στη σημερινή Ελλάδα ιδιαίτερα σημαντική πρωτογενής φιλοσοφία, μολονότι τα τελευταία χρόνια έχει βελτιωθεί πολύ το επίπεδό της. Αλλά εκτός της συστηματικής φιλοσοφίας ο στοχασμός είναι συχνά αξιόλογος (και μάλιστα περισσότερο από ό,τι στη συστηματική φιλοσοφία). Ας θυμηθούμε λ.χ. τους δοκιμιογράφους της γενιάς του ’30 (Γ. Σεφέρης, Ε. Π. Παπανούτσος, Κ. Θ. Δημαράς, Γ. Θεοτοκάς, Ά. Τερζάκης, Π. Πρεβελάκης κ.α.), ή από τους μεταγενέστερους τους (πάντοτε ενδεικτικά): Ζ. Λορεντζάτο, Ν. Καρούζο, Κ. Ε. Τσιρόπουλο· από τους σύγχρονους λ.χ. τους Θ. Π. Τάσιο, Χ. Γιανναρά, Ν. Δήμου, Σ. Ράμφο, Κ. Γεωργουσόπουλο, Γ. Κιουρτσάκη, Θ. Ν. Λιανό, Β. Καραποστόλη, Σ. Ζουμπουλάκη· από τους νεότερους λ.χ. τους Δ. Αγγελή, Κ. Βραχνό, Ν. Σεβαστάκη, Κ. Χατζηαντωνίου κ.ά. Όργανα του δοκιμίου, του στοχασμού και των ιδεών είναι αρκετά περιοδικά, ορισμένα από τα οποία είναι πολύ αξιόλογα και σημαντικά (λ.χ. Νέα Εστία, Το Δέντρο, Χάρτης, Athens Review of Books, The BooksJournal, Νέα Ευθύνη, Παλίμψηστον, Νέο Πλανόδιον, Φρέαρ, Άνθρωπος κ.ά.). Από την άποψη τούτη, αλλά και γενικότερα ως προς το ανθρώπινο δυναμικό σε όλους τους τομείς, η σημερινή Ελλάδα –και μάλιστα αν λάβουμε υπόψη τα μεγέθη, τις αναλογίες και ιδίως την περιορισμένη εμβέλεια της ελληνικής γλώσσας– διόλου δεν υστερεί.

2) Ποια είναι η πρόσληψη του στοχασμού –αλλά και η ανταπόκριση και η αντίδραση του κοινού– και άρα η επίδραση του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα;

Η πρόσληψη και απήχηση του στοχασμού είναι, νομίζω, περιορισμένη. Πώς φαίνεται αυτό; Η κριτική συζήτηση και η ανταπόκριση γενικά είναι περιορισμένες, και συνήθως εξαντλούνται σε εσωτερικές συζητήσεις κύκλων των ειδικών (ή «ειδικών») που χαρακτηρίζονται από αυτοαναφορικότητα. Τούτα είναι αναμενόμενα· επειδή δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις, αλλά ούτε και η βούληση, και ιδίως το ενδιαφέρον για να υπάρξει η ανταπόκριση και συμμετοχή ευρύτερων κύκλων στην αντίστοιχη συζήτηση. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει έστω περιορισμένη πρόσληψη και επιρροή του στοχασμού. Π.χ. υπάρχει απήχηση ορισμένων φιλοσοφικών ρευμάτων (στη λογοτεχνία αλλά και ευρύτερα), όπως λ.χ.: του Μαρξ, του Νίτσε, του Φρόυντ, του υπαρξισμού, του δομισμού, της κριτικής θεωρίας (της «Σχολής της Φραγκφούρτης»), της λεγόμενης «μετανεωτερικής» σκέψης, της «αποδόμησης» κ.α.

Δείκτες ή γνωρίσματα της απήχησης του στοχασμού είναι ιδίως:

α) Το διάβασμα, η φιλαναγνωσία. Μετά από χρόνια ενασχόλησης με τα ερωτήματα: «Τι είναι μόρφωση; Ποιος είναι μορφωμένος άνθρωπος;», καταλήγω στο συμπέρασμα: το βασικό, το κυριότερο χαρακτηριστικό της μόρφωσης και της παιδείας είναι το διάβασμα! Όχι βέβαια το υποχρεωτικό ή καταναγκαστικό διάβασμα, λ.χ. για τις εξετάσεις του σχολείου ή του Πανεπιστημίου, αλλά το ελεύθερο και αβίαστο, εκείνο στο οποίο καταφεύγομε με χαρά και απόλαυση.

β) Τα πνευματικά ενδιαφέροντα, η κριτική συζήτηση και ο διάλογος. Αλλά το πραγματικό ενδιαφέρον για το διάβασμα είναι περιορισμένο. Ούτε ευνοείται η νηφάλια, κριτική συζήτηση, ο διάλογος και η αντιπαράθεση με αντικείμενο τον ευμενή έλεγχο των απόψεων και έπειτα, ει δυνατόν, τη συνεννόηση και τη σύγκλιση.

Το κυριότερο χαρακτηριστικό της πνευματικής κατάστασης στη σημερινή Ελλάδα, αλλά και παγκόσμια, είναι, νομίζω, ο πρακτικός, βιοτικός και πολιτισμικός υλισμός με το νόημα της αυτονόητης και σχεδόν απόλυτης κυριαρχίας των υλικών αξιών (της επιδίωξης υλικών στόχων, της απόκτησης ολοένα και περισσότερων υλικών αγαθών)· γενικός και οικουμενικός στόχος και αξία θεωρείται η ευμάρεια, η ευζωία με τη σημασία της επιδίωξης του χρήματος και των υλικών αγαθών· κυρίαρχη μορφή ζωής είναι ο ευδαιμονισμός και ο ηδονισμός. Όπως επισημαίνει σωστά ο Gilbert Highet:

«Ζούμε σ’ έναν υλιστικό κόσμο. Σκεφτόμαστε διαρκώς πώς να κερδίσουμε χρήματα, πώς να αποκτήσουμε δύναμη –πάντα υλικά μεταφρασμένη– για μια ομάδα ή ένα έθνος, ή πώς να ξαναμοιράσουμε τον πλούτο στις κοινωνικές τάξεις, τις χώρες ή τις ηπείρους. Ο πολιτισμός, όμως, δεν ενδιαφέρεται πρωταρχικά για το χρήμα, ούτε για τη δύναμη και τα υλικά αγαθά. Ενδιαφέρεται για το ανθρώπινο πνεύμα. ‘Πολιτισμένο’ δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ούτε το πλουσιότερο κράτος του κόσμου, ούτε καν μια οικουμενική κοινωνία με απεριόριστα πλούτη και ανέσεις, έστω κι αν παρείχαν σε κάθε μέλος τους την απαιτούμενη τροφή, ρούχα, μηχανές και υλικά αγαθά. Θα ήταν απλώς μια ‘υών πόλις’, όπως λέει ο Πλάτων (Πολιτεία, 372 d): μια πολιτεία χοίρων που τρώνε, πίνουν, ζευγαρώνουν και κοιμούνται ώσπου να πεθάνουν».[5]

Ειδικότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής μας και στην Ελλάδα είναι: η σχεδόν ολοσχερής εξάρτηση των ανθρώπων από τις αισθήσεις, η κυριαρχία των αισθήσεων (η αισθησιαρχία). Ορισμένες μονάχα εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού (εξ όνυχος) είναι η συνεχής εξάρτηση από το κινητό τηλέφωνο και τις άλλες ηλεκτρονικές συσκευές· η ανάγκη και η επιθυμία που αισθάνονται πολλοί άνθρωποι να ακούνε συνεχώς πανάθλια «μουσική» και τραγούδια (λ.χ. «trap») που δεν είναι τίποτε άλλο από χυδαιολογία, θόρυβος και ηχορρύπανση. Ιδιαίτερο θέμα αποτελούν τα ΜΜΕ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η εξέλιξή τους. Χαρακτηριστικά τους (ενδεικτικά): η επιβολή των τάσεων της μόδας, η διάδοση και η κυριαρχία των προκαταλήψεων, της κοινοτοπίας, της μικρολογίας, της άκριτης παραδοχής και επιβολής αντιλήψεων προβληματικών ή και επικίνδυνων.

Εμπόδια της ενασχόλησης με τον στοχασμό (εκτός από τα προφανή, τις ανάγκες του βιοπορισμού κ.α.) είναι:

α) Τα ελλείμματα στην παιδεία, τη μόρφωση, την καλλιέργεια.

β) Η έλλειψη πνευματικών ενδιαφερόντων, η διάσπαση της προσοχής, η οποία επιδεινώνεται λόγω της κατάχρησης της ψηφιακής τεχνολογίας και της επακόλουθης εξάρτησης από αυτήν.

γ) Από τα κυριότερα εμπόδια είναι η λεγόμενη «διασκέδαση», η κυριαρχία της πολιτισμικής βιομηχανίας και των (συχνά ή συνήθως) υποπροϊόντων της (λ.χ. η προκλητική εμπορευματοποίηση του παγκόσμιου πρωταθλητισμού, το συνήθως χαμηλό επίπεδο της ιδιωτικής ραδιοφωνίας και ιδίως το σκανδαλωδώς χαμηλό επίπεδο της ιδιωτικής τηλεόρασης), η διαφήμιση κ.α. Αρκεί να θυμηθούμε ότι ο Π. Π. Παζολίνι στα τελευταία χρόνια της ζωής του ζητούσε, προφητικά νομίζω, την κατάργηση της τηλεόρασης![6]

δ) Η έλλειψη ιστορικής συνείδησης, δηλ. επίγνωσης της ιστορικότητας των κοινωνικών φαινομένων και του ανθρώπινου πολιτισμού γενικά. Πολλοί άνθρωποι, ειδικά οι νεότεροι, νομίζουν ότι ζούμε αποκλειστικά στο παρόν (όπως λέει ο Ρ. Μούζιλ (Robert Musil): «Το παρόν κοιτάζει υπερήφανο και αφ’ υψηλού το παρελθόν»).[7] Αγνοούν δηλαδή ότι ο άνθρωπος –σε αντίθεση με τα ζώα– είναι ον και δημιούργημα ιστορικό, επειδή καθορίζεται και διαμορφώνεται καταστατικά από την ιστορία και τον πολιτισμό, ιδίως μέσω της γλώσσας αλλά και της όλης παράδοσης.[8]

ε) Το χαμηλό επίπεδο μάθησης και χρήσης της γλώσσας – θέμα τεράστιο και κρίσιμο! Η σκέψη είναι αξεχώριστα αλληλένδετη με την έκφρασή της, με τη γλώσσα, τον λόγο, προφορικό και γραπτό.[9] Δεν είναι βέβαια διόλου τυχαίο ότι η ελληνική γλώσσα έχει το μοναδικό προνόμιο να εκφράζει τις δύο αυτές έννοιες με την ίδια λέξη: Λόγος! Αλλά ο αναπόσπαστος δεσμός σκέψης και γλώσσας συνεπάγεται απαιτήσεις: πρωτίστως σαφήνεια, ακρίβεια και ακριβολογία. Τα προβλήματα τα σχετικά με τη μάθηση της γλώσσας είναι πολλά, εδώ θα θίξω ένα μονάχα: το γλωσσικό επίπεδο πολλών (των περισσότερων) φοιτητών και φοιτητριών των Φιλοσοφικών Σχολών των Πανεπιστημίων μας (δηλ. των μελλοντικών φιλολόγων!). Η κατάσταση του γλωσσικού επιπέδου τους είναι αδιανόητα προβληματική: αμέτρητα, συνεχή και απίστευτα σφάλματα στη γραμματική, τη σύνταξη, την ορθογραφία, τον τονισμό, τη στίξη, το λεξιλόγιο, την έκφραση – αφήνω στην εκφορά του λόγου και στην άρθρωση. (Συχνά –εννοείται, όχι πάντα– τα προβλήματα τούτα του λόγου εμφανίζονται και θεωρούνται εσφαλμένα ως δυσλεξία). Αλλά ποιον στοχασμό να εκφράσει κάποιος που αδυνατεί να συντάξει ένα απλό κείμενο με σαφήνεια και δίχως βαριά λάθη;

στ) Το χαμηλό επίπεδο των ΜΜΕ. Χαρακτηριστικά τους (και πολλών δημοσιογράφων) είναι συχνά: άγνοια των θεμάτων με τα οποία ασχολούνται, κοινοτοπία, μικρολογία, παραπολιτική, ασημαντολογία, φλυαρία, ακρισία, ιδίως η έλλειψη κρίσης και διάκρισης ανάμεσα στα σημαντικά και τα ασήμαντα.

Αντίπαλοι του κριτικού στοχασμού είναι ο δογματισμός, οι προκαταλήψεις, τα στερεότυπα, οι παρωπίδες, η εμμονή στις αντιλήψεις μας, ο εγκλεισμός στον στενόμυαλο εγωισμό μας, η έλλειψη ενσυναίσθησης, η τυφλότητα για τη θέση και τη σκοπιά του άλλου.[10]

3) Ποια μπορεί και πρέπει να είναι η λειτουργία του στοχασμού στην κοινωνία;

Δίχως καμία πρόθεση να θέσω δογματικά κάποιον περιορισμό, νομίζω ότι ο στόχος θα έπρεπε να είναι γενικά η ανάπτυξη και καλλιέργεια του πνεύματος, η άνοδος του πνευματικού επιπέδου. Φυσικά, δεν εννοώ την υπέρμετρη αλλά την, όσο γίνεται, ισόρροπη ανάπτυξη των πνευματικών δυνάμεων και ικανοτήτων.[11] Κεντρικός στόχος θα έπρεπε να είναι η αναγνώριση του ορθού Λόγου ως θεμελίου και γνώμονα της σκέψης, της κρίσης και της πράξης για όλα τα ζητήματα. Γενικότερα, στόχος θα έπρεπε να είναι η αναγνώριση της σημασίας και της αξίας του φιλοσοφικού στοχασμού, της έλλογης κριτικής σκέψης, της φρόνησης, της ευθυκρισίας και του προβληματισμού για τα σημαντικά, τα ουσιώδη, τα αληθινά, τα κύρια και τα πρωτεύοντα σε αντίθεση προς τα δευτερεύοντα, τα μικρά, τα ασήμαντα και τα επουσιώδη.

Προϋποθέσεις του στοχασμού (ή της πνευματικότητας) και της γόνιμης πρόσληψής του είναι:

α) Η παιδεία, η μόρφωση, η καλλιέργεια, εννοείται: η ουσιαστική, όχι απλώς η τυπική (πτυχία, μεταπτυχιακές σπουδές κ.ο.κ.)[12], ιδίως η ανθρωπιστική παιδεία, προπαντός η μάθηση και η καλλιέργεια της γλώσσας.[13] Όπως επισημαίνει ο μεγάλος συγγραφέας Γκόττφρηντ Μπεν (Gottfried Benn): «Στις παλαιές οικογένειες λογίων και παστόρων, η επιλογή των προικισμένων πραγματοποιούνταν επί αιώνες αποκλειστικά υπό το ανθρωπιστικό (ουμανιστικό) πρίσμα με την αξιοποίηση των γλωσσικών και λογικών-αφαιρετικών ικανοτήτων».[14] Εδώ πρέπει να τονιστεί η ευνόητη αλλά συχνά υποτιμημένη σημασία της μόρφωσης με τη σημασία των πραγματολογικών γνώσεων στο μεγαλύτερο δυνατό πλάτος και βάθος. Η κριτική ικανότητα και η σωστή κρίση προϋποθέτουν και απαιτούν γνώση του θέματος για το οποίο πρόκειται να κρίνουμε. Απολύτως συστατικό και καθοριστικό στοιχείο της όλης πνευματικής συγκρότησης είναι η γλώσσα με ζητούμενα τη σαφήνεια, την ακρίβεια, την κυριολεξία.

β) Το πνευματικό ενδιαφέρον – γνήσιο, αληθινό, όχι φαινομενικό, επιφανειακό και χρησιμοθηρικό· η πραγματική και ισχυρή βούληση για την πνευματική εργασία και τον στοχασμό, για την ανάληψη του πνευματικού κόπου. Σύμφωνα με την καίρια παρατήρηση του Χέγκελ: «Εκείνο που έχει σημασία στη σπουδή της επιστήμης είναι η ανάληψη του μόχθου της έννοιας».[15] Επιπλέον, η τόλμη να μάθεις, να αναγνωρίσεις και να κατανοήσεις («τόλμησε να γνωρίσεις!»).[16] Φυσικά, δεν μπορούμε ούτε πρέπει να παραβλέπουμε τη ριζική διάκριση των ανθρώπων ανάμεσα στους πνευματικούς ανθρώπους (ή εκείνους που έχουν κατ’ αρχήν πνευματικά ενδιαφέροντα και μελήματα) και στους πεζούς ή απλώς «πρακτικούς», χρησιμοθηρικούς και συμφεροντολόγους. Και επειδή τα πάντα στη ζωή έχουν επιπτώσεις, το τίμημα για τους δεύτερους είναι συχνά η ανία, την οποία επιχειρούν να αποφύγουν με τη λεγόμενη διασκέδαση. Όπως γράφει εύστοχα ο Σοπενχάουερ: «Ένας πνευματικός άνθρωπος, ακόμα κι όταν είναι εντελώς μόνος, βρίσκει στις δικές του σκέψεις και φαντασίες υπέροχη ψυχαγωγία, ενώ στον ακαλλιέργητο και αναίσθητο άνθρωπο ακόμα και η συνεχής εναλλαγή από παρέες, θεάματα, εκδρομές και διασκεδάσεις δεν καταφέρνει να αποτρέψει τη βασανιστική πλήξη».[17]

γ) Η συγκέντρωση της προσοχής και του πνεύματος γενικά, η αποφυγή της διάσπασης και απόσπασης της προσοχής, η δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, η σιγή, η απαλλαγή, όσο είναι δυνατόν, ή έστω η απομόνωση από τους θορύβους. Ο Σοπενχάουερ έχει γράψει μια εκπληκτική μελέτη κατά του θορύβου και της ηχορρύπανσης.[18] Ο σπουδαίος σύγχρονος Έλληνας μουσουργός Φίλιππος Τσαλαχούρης έχει συνθέσει μια υποβλητική καντάτα με τίτλο: «Laudate silentium» («Αινείτε τη σιωπή»).[19] Η δημιουργική πνευματική εργασία απαιτεί και προϋποθέτει μόνωση και άσκηση! Πώς να υπάρξει πνευματική εργασία, όταν βρίσκεσαι μέσα στην τύρβη, όταν εξαρτάται κάποιος συνεχώς από το κινητό και τις άλλες ηλεκτρονικές συσκευές; Ο Παντελής Πρεβελάκης, απαντώντας στο ερώτημα: Ποια θα ήταν η υποθήκη που θα κληροδοτούσε στους νεωτέρους του, είπε καίρια: «Το χάρισμά μου θα είναι φτωχικό. Ας διατηρήσουν ζωντανό το χρόνο τους!».[20] Ήθελε να πει: Μην σπαταλάτε τον χρόνο σας, μην αφήνετε τον χρόνο σας να περνά χωρίς να τον αξιοποιείτε δημιουργικά! Μην αφήνετε να σας καταβάλλει η αεργία, η πλήξη, η ανία! Αντί να είμαστε όλη μέρα στο κινητό ή να «σερφάρουμε» σε ανούσιες ιστοσελίδες και ανοησίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν είναι καλύτερο για τη ζωή μας να διαβάσουμε ένα ωραίο βιβλίο;

Χαρακτηριστικά, στόχοι και απαιτήσεις του στοχασμού είναι, νομίζω: Η κριτική, ο έλεγχος, η αμφισβήτηση, η αναθεώρηση των κυρίαρχων αντιλήψεων και προκαταλήψεων (των μύθων και των μυθολογιών, κατά τον Ρολάν Μπαρτ).[21] Ένας τέτοιος μύθος είναι λ.χ. η υποτιθέμενη ανάγκη της διαρκούς οικονομικής ανάπτυξης, η σύγχυση της ποιότητας ζωής (ακόμα και της ευτυχίας) με την οικονομική ευμάρεια. Η συνεχής αύξηση του αριθμού των Ι.Χ. αυτοκινήτων διατυμπανίζεται από τα ΜΜΕ ως «θετική» εξέλιξη (για ποιους άραγε;), ενώ συγχρόνως διαμαρτύρονται διαρκώς για το μπλοκάρισμα της κυκλοφορίας στις μεγάλες πόλεις.

Ειδικότερα, προϋποθέσεις ουσιαστικές του στοχασμού, ως προς το περιεχόμενό του, αποτελούν: ο ορθός Λόγος, η φρόνηση, και επιπλέον ο ρεαλισμός, η αίσθηση της πραγματικότητας. Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Δεν εννοώ διόλου τον περιορισμό στην ψυχρή λογική, την «εργαλειακή (υπολογιστική) ορθολογικότητα», την υποταγή στη σκοπιμότητα, την απόρριψη ή απεμπόληση των αισθημάτων, του συναισθήματος, της φαντασίας, του πάθους, της ενόρασης, της διαίσθησης, εκείνου που λέμε: εσωτερική ζωή. Η σχετική σύγχυση αποτελεί μια από τις πιο συνηθισμένες πλάνες. Ως προς το ερώτημα: Ποια είναι η αξία και ποιο το νόημα της χρησιμοθηρίας και της υπολογιστικής λογικής; θέτει εύστοχα το θέμα ο Μαξ Βέμπερ (Max Weber): «Την απλούστερη απάντηση την έδωσε ο Τολστόι με τα ακόλουθα λόγια: ‘Είναι άνευ νοήματος, διότι δεν μας δίδει απάντηση στο μοναδικό σπουδαίο για μας ερώτημα: Τι πρέπει να κάνομε; Πώς πρέπει να ζήσομε;’».[22]

Μια ακόμα διευκρίνιση: Ο στοχασμός δεν αποτελεί δυστυχώς εγγύηση ορθοφροσύνης ούτε ήθους και καλού χαρακτήρα. Για το πρώτο απαιτείται επιπλέον κριτική ικανότητα και ευθυκρισία. Όπως διέγνωσε και διατύπωσε με το αμίμητο ύφος του ο Καντ: «Η έλλειψη κριτικής δύναμης είναι κυρίως εκείνο που αποκαλούμε βλακεία και μια τέτοια ατέλεια δεν θεραπεύεται καθόλου».[23] Όσο για τον χαρακτήρα και το ήθος, αυτό είναι ένα τόσο «ευρύ πεδίο», όπως θα έλεγε ο Τέοντορ Φοντάνε (Theodor Fontane), που δεν μπορούμε να το θίξουμε τώρα.

Ως προς το ερώτημα: Ποια ζητήματα και προβλήματα αξίζει να γίνονται θέμα και αντικείμενο του στοχασμού, και μάλιστα στον δημόσιο χώρο, η απάντηση είναι νομίζω προφανής: τα σημαντικά, τα αξιόλογα, τα ενδιαφέροντα, τα ζωτικά, όχι τα τετριμμένα και τα ασήμαντα. Πάντως, εκείνο που προξενεί εντύπωση είναι ότι απουσιάζουν από τον δημόσιο λόγο σχεδόν εντελώς τα μεταφυσικά ζητήματα και προβλήματα –πόσο μάλλον τα θεολογικά– ενώ απεναντίας κυριαρχεί η ενασχόληση με θέματα κοινωνικά και οικονομικά. Εξ ίσου απουσιάζουν από το προσκήνιο τα κεντρικά και ζωτικά ερωτήματα: Τι πρέπει να κάνουμε; Πώς πρέπει να ζήσουμε;. Ποιες είναι οι αληθινές αξίες της ζωής; Αλλά βέβαια το πρώτιστο που θα χρειαζόταν εδώ θα ήταν να αποσαφηνιστεί: τι σημαίνει μεταφυσική; Ποια είναι μεταφυσικά ερωτήματα; Ως προς τα θεολογικά ζητήματα, ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι σε καμία άλλη χώρα δεν υφίσταται η θεολογία αυτόν τον συνδυασμό άδικης υποτίμησης και περιφρόνησης, όπως στην Ελλάδα. [24]

Αν θέσουμε τα κρίσιμα ερωτήματα: Τι χρειάζεται εντέλει ο στοχασμός; Σε τι (πρέπει να) αποβλέπει και ποιο το όφελός του; Θα πρότεινα τα ακόλουθα: Πρώτα –πρώτα, είναι μια δραστηριότητα κατ’ εξοχήν ανθρώπινη, με αξία εσωτερική, που δεν χρειάζεται κάποιον άλλον σκοπό, ώστε να τον υπηρετεί η ίδια ως μέσον. Έπειτα όμως, και παρ’ όλα αυτά, αποτελεί από τα κυριότερα στοιχεία και όργανα της καλλιέργειας και της μόρφωσης του ανθρώπου, αρκεί να πατά γερά στο έδαφος της πραγματικότητας και να είναι αναπόσπαστα συνδεμένη με την πράξη.

* Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση να μετάσχω στη συζήτηση τον Μιχάλη Βιρβιδάκη και τον Κώστα Κουτσουρέλη, καθώς και όλους τους συνομιλητές για τη γόνιμη ανταλλαγή σκέψεων.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Μτφρ. Κώστας Αποστολάκης.
[2] Πρβλ. Karl Jaspers, Die geistige Situation der Zeit, W. de Gruyter, Βερολίνο 1931· Πέτρος Χάρης (επιμ.), Η πνευματική ελευθερία και οι μεταπολεμικοί άνθρωποι. Το χρονικό μιας εποχής, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1973.
[3] Κώστας Αξελός, Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας (1954), μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, Νεφέλη, Αθήνα 2010, σ. 40.
[4] Ιμμάνουελ Καντ, «Ιδέα μιας γενικής ιστορίας με πρίσμα κοσμοπολιτικό», Δοκίμια, εισαγωγή, μτφρ., σχόλια Ε. Π. Παπανούτσος, Δωδώνη, Αθήνα 1971, σ. 26.
[5] Gilbert Highet, Η κλασική παράδοση, μτφρ. Τζένη Μαστοράκη, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988, σ. 718-719.
[6] Για το τεράστιο και καταθλιπτικό αυτό πρόβλημα πρβλ. Neil Postman, Διασκέδαση μέχρι θανάτου. Ο δημόσιος λόγος στην εποχή του θεάματος, μτφρ. Φ. Ρουγκούνη, Α. Τζαμουράνη, Παπαζήσης, Αθήνα, 3η έκδ. 2023.
[7] Robert Musil, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, μτφρ. Τούλα Σιετή, Οδυσσέας, Αθήνα 1992, τ. 1, σ. 539.
[8] Πρβλ. την εξαιρετική ανάλυση του Ε. Π. Παπανούτσου, Ηθική, Νόηση, Αθήνα 2010, σ. 288-296 (κεφάλαιο «Το ζώο ύπαρξη ανιστορική»).
[9] Πρβλ. Wilhelm von Humboldt, Schriften zur Sprache, επιμ. M. Böhler, Reclam, Στουτγάρδη 1995· Bruno Snell, Η ανακάλυψη του πνεύματος, μτφρ. Δανιήλ Ι. Ιακώβ, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1981.
[10] Βλ. την εξαιρετική μελέτη του William James, “On a certain blindness in human beings”, Essays on Faith and Morals, Longmans, Green & Co., Νέα Υόρκη 1949, σ. 259-284.
[11] Πρβλ. την κλασική και θεμελιακή ανάλυση του Φρήντριχ Σίλλερ, Περί της αισθητικής παιδείας του ανθρώπου σε μια σειρά επιστολών, μτφρ., σημ., επιλεγόμενα Κ. Ανδρουλιδάκης, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2006 (2η έκδ., Σμίλη, Αθήνα υπό έκδοση)· Φρήντριχ Σίλλερ, Επιλογή από το έργο του, επιλογή, εισαγωγή, μτφρ. Κ. Ανδρουλιδάκης, Στιγμή, Αθήνα 2015.
[12] Ας μου επιτραπεί να επισημάνω ότι, εδώ και αρκετά χρόνια, οι μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα έχουν εξελιχθεί, σε κάποιον βαθμό, σε βιοτεχνία παραγωγής τίτλων σπουδών συχνά χαμηλού επιπέδου και δίχως επαγγελματική προοπτική.
[13] Πρβλ. Martha C. Nussbaum, Cultivating Humanity. A Classical Defense of Reform in Liberal Education, Harvard University Press, Καίμπριτζ 1997· της ίδιας, Not for Profit: Why Democracy Needs the Humanities, Princeton University Press, Πρίνστον 2010 (ελλην. έκδ.: Όχι για το κέρδος. Οι ανθρωπιστικές σπουδές προάγουν τη δημοκρατία, πρόλογος & επιμ. Χ. Ν. Τσιρώνης, μτφρ. Γ. Χρηστίδης, Κριτική, Αθήνα 2013)· Νατάσα Πολονύ, Τα χαμένα παιδιά μας, πρόλογος Σταύρος Ζουμπουλάκης, μτφρ. Ξένια Σκούρα, Πόλις, Αθήνα 2006. Βλ. το εξαιρετικό αφιέρωμα του περιοδικού Φρέαρ, τχ. 11: https://mag.frear.gr/teychi/teychos-11/ (τελευταία επίσκεψη: 7/8/2024).
[14] Gottfried Benn, «Das Genieproblem» («Το πρόβλημα της ιδιοφυΐας»), Essays und Reden, επιμ. B. Hillebrand, Fischer, Φραγκφούρτη 1989, σ. 133.
[15] G. W. F. Hegel, Φαινομενολογία του πνεύματος, στο Πρόλογοι και Εισαγωγές, μτφρ., ερμηνευτικά σχόλια Παναγιώτης Θανασάς, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2021, σ. 55.
[16] Βλ. Οράτιος, Επιστολές, Ι,2,40· πρβλ. Ι. Καντ, «Απόκριση στο ερώτημα: Τι είναι Διαφωτισμός», στο Δοκίμια, ο.π., (υποσ. 4), σ. 42· Φ. Σίλλερ, Περί της αισθητικής παιδείας, ο.π. (υποσ. 11), σ. 46.
[17] Arthur Schopenhauer, „Aphorismen zur Lebensweisheit“ («Αφορισμοί για τη σοφία της ζωής»), στο Parerga und Paralipomena, Μέρος Α΄, Sämtliche Werke, επιμ. A. Hübscher, Brockhaus, Wiesbaden, 2η έκδ. 1947, τ. 5, σ. 339 (ελλην. έκδ.: Αφορισμοί για την πρακτική σοφία της ζωής, μτφρ. Δ. Υφαντής, Ροές, Αθήνα 2010).
[18] Arthur Schopenhauer, „Über Lärm und Geräusch“ («Για τον θόρυβο και τη φασαρία»), στο Parerga und Paralipomena, ο.π., Μέρος Β΄, κεφ. 30, τ. 6, σ. 679-683.
[19] Βλ. https://digital.mmb.org.gr/xmlui/handle/123456789/61049 (τελευταία επίσκεψη: 7/8/2024).
[20] Παντελής Πρεβελάκης, Δείχτες πορείας. Δώδεκα κείμενα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1985, σ. 27.
[21] Βλ. Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες-Μάθημα, μτφρ. Κ. Χατζηδήμου, Ράππας, Αθήνα 1979.
[22] Βλ. τη θεμελιακή μελέτη του «Η επιστήμη ως επάγγελμα (και ως κλήση)» («Wissenschaft als Beruf»), Max Weber, Gesammelte Aufsätze zur Wissenschaftslehre, επιμ. J. Winckelmann, Mohr (Siebeck), Τυβίγγη, 7η έκδ., 1988, σ. 582-613: 598.
[23] Ι. Καντ, Κριτική του καθαρού Λόγου, Α 133/Β 172, μτφρ. Αναστάσιος Γιανναράς, Παπαζήσης, Αθήνα, τ. Β’, 1979, σ. 153 υποσημ.
[24] Εντούτοις, τις τελευταίες δεκαετίες σημειώνεται εμφανής και απαραγνώριστη πρόοδος στη θεολογία στην Ελλάδα, όπως φανερώνεται από την επιστημονική και εκδοτική δραστηριότητα Ιδρυμάτων όπως λ.χ. το Ίδρυμα Βιβλικών Μελετών «Άρτος Ζωής», η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου ή το περιοδικό Σύναξη. Πρβλ. το εξαιρετικό αφιέρωμα του περιοδικού Νέα Ευθύνη, τχ. 15 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2013) «Προκλήσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία στον 21ο αιώνα».

*

*

*