Αίθουσα αναμονής

*

ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Μήτε που ξέρω πόσον χρόνο έχω περάσει εδώ περιμένοντας. Κάθε λίγο βγαίνει από τις πόρτες κάποιος και φωνάζει ονόματα. «Όλα πήγαν καλά». «Ήταν δύσκολα, αλλά μην ανησυχείτε!».

Ενδιάμεσα βγαίνουν τα φορεία. Τα οδηγούν στη λεωφόρο του διαδρόμου και ύστερα παίρνουν τις εξόδους για τους θαλάμους όπου βεβαιώνεται πάνω σε χαρτιά με σφραγίδες το αμετάκλητο του θεραπευτικού τεμαχισμού. Ο χειρουργημένος δε θυμάται. Μόνο πονά. «Αλλά για λίγο», του λένε.

Ακόμα να με φωνάξουν.

Ξάφνου ανοίγουν οι πόρτες και βγαίνει άλλο ένα φορείο. Μα αυτό δε λοξοδρομεί. Έρχεται κατά πάνω μου δίχως κανένας να το σπρώχνει. Πάνω είμαι εγώ με μάτια ορθάνοιχτα και με φωνάζω με το όνομά μου.

—Πώς πήγε η εγχείριση;

—Πήγε καλά. Δες εδώ! Πήρα μαζί μου αυτή τη σάρκα την κομμένη. Δε μου έκανε καρδιά να την πετάξω σαν άρρωστη και περιττή.

Στα χειρουργεία μέσα, κομμάτια σάρκες σπαρταρούν. Ένας καυγάς για ένα πλαστικό φορτηγό δώρο γενεθλίων. Ένα φιλί φοβισμένο αριστερά και κάπως λοξά στα χείλη. Μια απόλυση στα 56 από εκεί που νόμιζες πως ήσουν απαραίτητος. Όλες καταλήγουν σε αποστειρωμένους κουβάδες υποχρεωτικής λησμονιάς.

Σπρώχνω με φόρα το φορείο έξω στο φως. Η σάρκα που κρατώ σφιχτά πάλλεται ρυθμικά. Μετράω τον σφυγμό της. Ήρεμος. Και θυμάμαι. Και πονάω. Πολύ. Για πάντα.

~.~

ΔΡΟΜΟΣ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΩΝ

Περπατούσε γύρω στα 30 λεπτά. Στην αρχή γρήγορα. Μετά επιβράδυνε. Ξεκίνησε από το 3ο Δημοτικό, πέρασε μπροστά από το Γυμνάσιο. Μέσα από τα κάγκελα παιδιά μαζεμένα. Μια παρέα αγοριών στην άκρη, γελούσε. Ανάμεσά τους είδε τον Στέφανο με τη φράντζα να του πέφτει στα μάτια και να την παραμερίζει μηχανικά, καθώς γελούσε.

Μετά πέρασε από το Λύκειο. Οι πόρτες των αιθουσών κλειστές. Στα παράθυρα κάτι κουρτίνες σε ξεβαμμένο γκρι. Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο άκουσε μια φράση:» και τότε ο Αίμονας αυτοκτόνησε». «Έφταιγε ο πατέρας του», είπε μια νεανική φωνή.

«Έφταιγε ο πατέρας του», επανέλαβε. «Έφταιγε και ο Στέφανος που δεν αυτοκτόνησε», σκέφτηκε. «Και έμεινε να αργοπεθαίνει δίπλα στον Κρέοντα».

Ακούστηκε ο ήχος της ειδοποίησης του χρονόμετρου. Ο Στέφανος κατέβηκε από τον διάδρομο του γυμναστηρίου. Είχαν συμπληρωθεί 40 λεπτά.

~.~

ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΩΝ ΠΛΥΜΕΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ

Στο φως της μέρας χωρίς άγχος ή δισταγμό μα αντίθετα με προσμονή και λαχτάρα, οι κλέφτες μπαίνουν στα μπαλκόνια και στις αυλές και κλέβουν τις ιστορίες των ανθρώπων που είναι κρεμασμένες στα σύρματα.

Άλλες από αυτές είναι απλωμένες με τάξη και άλλες ανάκατες και τσαλακωμένες. Όλες φαντάζουν καθαρές και εξαγνισμένες από λάθη και ενοχές.

Οι κλέφτες δεν έχουν προτιμήσεις. Άλλωστε, όλες τις ιστορίες αγαπούν να τις ανακατεύουν. Αργότερα, κλείνονται στα κρησφύγετα των δωματίων τους και με την λεπίδα της γραφίδας τους ξύνουν τα στρώματα της ευπρεπούς καθαριότητας και ξαναφέρνουν στην επιφάνεια τα σκοτάδια και τα δαιμόνια που με τόση επιμέλεια σκέπασε το λευκαντικό της αυταπάτης και της προσαρμογής.

Ύστερα, νέες ιστορίες με τους λεκέδες της αλήθειας απλώνονται στα βιβλία που γράφουν οι κλέφτες συγγραφείς.

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΛΤΣΑ

*

*

*