Τρεις σεστίνες εν Αθήναις

*

Ι.

Αγιάτρευτη Αθήνα,
λιώνει ο πάγος και σαν να πέφτω
θύμα της αβύσσου, διασχίζω
τόσες υπάρξεις κι είναι όμορφο
θέαμα τα φώτα μες στη σκόνη,
οι ωχρές εκλάμψεις του αύριο.

Φυλλοβόλο αύριο,
τον Άνεμο φέρε στην Αθήνα
και πρόσφερε σε μένα τη σκόνη,
συνήθισα στην άμμο να πέφτω
μήπως και χτίσω κάτι όμορφο.
Μόνος την έρημο διασχίζω.

Στα κρυφά διασχίζω
τις ανύποπτες λέξεις, αύριο
ίσως τις πάω σ’ ένα όμορφο
διαμέρισμα κάπου στην Αθήνα,
ίσως μάθουν γιατί όλο πέφτω,
ίσως εθιστούν κι αυτές στη σκόνη.

Η μάνα μου η σκόνη,
όταν τα μπαράκια διασχίζω,
πάντα δίνει αφορμές να πέφτω
στο ναρκοπέδιο του αύριο.
Δυνατό κοκτέιλ η Αθήνα,
γεμάτο αντιφάσεις κι όμορφο.

Αχανές μα όμορφο,
Το σύμπαν ένας ύμνος στη σκόνη.
Τα βράδια τραγουδά η Αθήνα
κι ενόσω τ’ αστέρια διασχίζω,
με τα μάτια μου γυρτά στο αύριο,
στο πηγάδι της λήθης μου πέφτω.

Ριζικό μου, να πέφτω
μέσα στη φωτιά για το όμορφο
ψέμα που φωλιάζει στο αύριο.
Αναπνέω κάθε μέρα σκόνη
κι όλοι οι δρόμοι που διασχίζω,
ποιητές στην άχρονη Αθήνα.

Στην αγκαλιά σου πέφτω Αθήνα,
τ’ όμορφο σώμα σου διασχίζω
και μεθώ στου αύριο τη σκόνη.

~.~

ΙΙ.

Η πόλη βράζει νόημα, είναι βιβλίο
που ανοιγοκλείνεται στην άσφαλτο
για άλλο ένα κουρασμένο καλοκαίρι,
τ’ οποίο ψάχνει αδιάκριτα αυτό που ψάχνω
όσο αφουγκράζομαι την άπνοια
τις ώρες που δηλώνω παρατημένος.

Τι μετοχή κι αυτή, παρατημένος,
σίγουρα δε χωρά μόνο σ’ ένα βιβλίο,
όπως δε χωρά και η άπνοια.
Αυτή πάντως αναδύεται απ’ την άσφαλτο
αναζωπυρώνοντας αυτό που ψάχνω,
κάτι σαν καλοκαίρι.

Συνέχισε να μαστιγώνεις λατρευτό καλοκαίρι
με τις οάσεις σου κι ενώ είμαι παρατημένος
στον ιδρώτα, σαν αδέσποτο ψάχνω
την ελάχιστη άρθρωση ενός ορίζοντα. Ίσως ένα βιβλίο
να με διδάξει αν η ζωή αποτυπώνεται στην άσφαλτο,
αν ο έρωτας ξεσπά στην άπνοια.

Μεθυστικά θανατηφόρα η φετινή άπνοια,
μα ανύπαρκτο το καλοκαίρι,
τριγύρω αντικρίζεις μόνο λιωμένη άσφαλτο
και δεν παύω να νιώθω παρατημένος
σαν της Ασκληπιού κάποιο σκονισμένο βιβλίο.
Με τίποτα δε βρίσκω το τίποτα που ψάχνω.

Παρατηρώ, ταλαιπωρούμαι, ψάχνω
καθώς ανέμελα απλώνεται η άπνοια.
Αγόρασα την Οκτάνα, φανταστικό βιβλίο,
ο Ποιητής οραματίζεται το Καλοκαίρι
μα καταλήγει σ’ ένα νησί παρατημένος.
Κάποιος πάντως γράφει πως τον είδε να τιμωρεί την άσφαλτο.

Δε σφάλλει ο δρόμος με τόση άσφαλτο,
κάποτε ίσως βρω αυτό που ψάχνω
μέσα σ’ αυτό το χάος παρατημένος
και εμπνευσμένος απ’ την άπνοια.
Ίσως να υπάρχει το Καλοκαίρι
γραμμένο σ’ ένα βλέμμα βιβλίο.

Ας διαγράψω λοιπόν το βιβλίο μου στην άσφαλτο,
εφόσον το νήμα ψάχνω κι αυτό το καλοκαίρι
παρατημένος στου καύσωνα την άπνοια.

~.~

ΙΙΙ.

Προστάζει το Εγώ μου να τραφεί
με φρέσκες ενοχές, σκιαγραφεί
η πένα μου ολόλευκη ταφή
τη νύχτα που μου λείπει επαφή
με κάτι ξαφνικό και η γραφή
αρχίζει σιωπηλά τη συρραφή.

Σπασμένων νοημάτων συρραφή,
τι κόπος, μοναχά για να τραφεί
αυτό το καρναβάλι η γραφή.
Του δρόμου η ηχώ σκιαγραφεί
μια πόλη που ξεχνά την επαφή.
Το κλίμα προμοτάρει την ταφή.

Είν’ άδικη της νιότης η ταφή
χωρίς έστω και μία συρραφή
δυο χτύπων στη στιγμή, η επαφή
τοξότη φτερωτού. Ίσως τραφεί
η σκέψη που ξανά σκιαγραφεί
την ταλαιπωρημένη μου γραφή.

Μα είναι μια νεφέλη η γραφή
που πάντοτε προσκρούει στην ταφή,
τα σώματα πικρά σκιαγραφεί
και στήνει τη ζωή ως συρραφή
μιας μοίρας που πασχίζει να τραφεί
με μάταιων βλεμμάτων επαφή.

Γι’ αυτό δε νιώθω πλέον επαφή
κι εγκλωβισμένος μέσα στη γραφή
τον εαυτό μου σφάζω, να τραφεί
το ποίημα, μια έμφυτη ταφή
παρόντων παρελθόντων συρραφή,
που μέλλοντα γλυφά σκιαγραφεί.

Ερείπια λοιπόν σκιαγραφεί
η σύντομη των όντων επαφή,
η άχραντη του Λόγου συρραφή,
και μέσα στις ρωγμές του η γραφή
αφήνει ίχνη πάνω στην ταφή
για να ‘χει κάποιο άνθος να τραφεί.

Για να τραφεί το φως σκιαγραφεί
ταφή, κι αναζητά την επαφή,
να γίνει η Γραφή μια Συρραφή.

Γ. Δ. ΛΕΟΝΤΑΣ

*

*

*