Σχέδιο της Παγώνας Ξενάκη (λεπτομέρεια).
της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ
Λίλα Τρουλινού,
Μύρων η αράχνη, Μεταμορφώσεις ΙΙ,
Περισπωμένη, 2024
Η φωνή ενός παντογνώστη αφηγητή αναλαμβάνει να μας μυήσει στον θαυμαστό κόσμο των ηρώων μιας ιστορίας που ο κύριος κορμός της διαδραματίζεται από το 2016 περίπου μέχρι τις Αλκυονίδες μέρες του Φεβρουαρίου του 2020, όταν ο Μύρων είναι 15 χρόνων και γίνεται κοντά 19, ενώ την ίδια στιγμή με ανάδρομες αφηγήσεις ενημερωνόμαστε για τη ζωή του από τα πρώτα του χρόνια. Ένα εξαιρετικό σχήμα κύκλου στην αφήγηση προδιαθέτει τον αναγνώστη για μια ιστορία που διαρκώς θα επαναλαμβάνεται, μια ιστορία χωρίς τέλος αφού η έννοια της μεταμόρφωσης περιλαμβάνει κάθε αλλαγή, μέχρι την έσχατη που είναι ο θάνατος. Η μεταμόρφωση καταργεί την ιστορικότητα του ανθρώπινου σώματος και τα όρια που αυτή επιβάλλει, καθώς ο άνθρωπος ενδύεται ένα άλλο σώμα μπαίνοντας σε μιαν άλλη ιστορικότητα ή αποκτά την αιωνιότητα του πλάσματος στο οποίο μεταμορφώθηκε. Ο Μύρων οδυνηρά θα μεταμορφωθεί στο πλάσμα των πόθων και των λογισμών του, στην υφάντρα Αράχνη, για να βρει επιτέλους τον αληθινό εαυτό του, αυτόν που ο περίγυρος του αρνήθηκε, τον απαξίωσε, τον ταπείνωσε με περισσή σκληρότητα και ανελεήμονα στάση.
Στην περίκλειστη κοινωνία ενός τόπου που λατρεύει το «πρέπει» και εκδιώκει ανηλεώς το «θέλω», ένα μικρό παιδί με επιλεκτική αλαλία, ελλιπή βλεμματική επαφή και αντιδράσεις που εκδηλώνονται από την απάθεια μέχρι τη μανία, τιμωρείται επαναληπτικά από τον ιερέα πατέρα – αφέντη με εγκλεισμό στο σκοτεινό υπόγειο, αφού, ακόμα μέχρι σήμερα, πολλοί από μας θεωρούμε την ψυχική νόσο οργή των θεών και πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί είναι η βαναυσότητα και η τιμωρία, ενώ στο βάθος του μυαλού μας εδράζεται ίσως η εξαφάνιση του ανθρώπου που νοσεί «για να μην μας συζητάει ο κόσμος», για να μην χαλάσουμε το λούστρο της «αγίας οικογένειας». Και μπορεί ο ομώνυμος Άγιος Μύρων, ονομαστό ραφτόπουλο του Ηρακλείου, να λατρεύεται σαν άγιος γιατί άδικα κατηγορήθηκε και θανατώθηκε, όμως ο δικός μας Μύρων, που γεννήθηκε την ημέρα της γιορτής του Αγίου, βιώνει μαρτύρια από την πιο τρυφερή του ηλικία, όμως όλοι μένουν ασυγκίνητοι. Για να ζήσει πρέπει να μεταμορφωθεί σε κάτι που θα του επιτρέψει να εκδικηθεί: δοκιμάζει να γίνει ένα λυσσασμένο σκυλί που καταβροχθίζει τους αρουραίους του υπογείου, όμως δεν του ταιριάζει γιατί απέναντι στην κτηνωδία του πατέρα υπάρχει η μαμά του που πάντα μυρίζει βανίλια και κυρίως η μικροσκοπική θεία Βγενιώ που με το ροδόνερο μάταια πασχίζει να του απαλύνει τις πληγές και που κυρίως ράβει ρούχα γι αυτήν και την μεγάλη κούκλα της και που τον μυεί στη ραπτική, τη ζωγραφική και στον φωτεινό κόσμο των χρωμάτων. Το παιδί μέρα με τη μέρα καταλαβαίνει τον κόσμο μέσα από μεταμορφώσεις: η μητέρα του θα μεταμορφωθεί στο θλιβερό πλάσμα που ο ανελεήμων πατέρας επιβάλλει, απαρνούμενη έτσι το παιδί της, η μεγάλη αδελφή που γίνεται σαν τα κορίτσια της διαφήμισης για να αρέσει στον συνομήλικο Ματέο ο οποίος αποκτά υπόσταση μόνο όταν καβαλάει την αξιοζήλευτη σε όλους αστραφτερή μηχανή, ο μαφιόζος γονιός που την ημέρα γίνεται αγαθός μελισσοκόμος, το παρακμιακό μπαρ που όμως παίζει τζαζ και που μεταμορφώνεται σε τόπο φιλοσοφικών στοχασμών και η φοιτήτρια που μεταμορφώνεται σε Αράχνη – Πασχαλίτσα, σε φωτεινό πλάσμα των ονείρων του. Και όταν ό θάνατος γίνεται η έσχατη μεταμόρφωση της αδελφής, ο Μύρων θα πάρει τη θέση της, θα βάλει τα ρούχα της. Θα διωχθεί από τους γονείς και θα ψάξει μια μητέρα στοργική που θα τον αποδέχεται όπως είναι, θα της δώσει μέσα του διαστάσεις της μητέρας αράχνης για να μας πει σε πρώτο πρόσωπο «είμαι δεκαπέντε χρονών και δεν έχω μητέρα, δεν ξέρω αν είμαι σώμα ή αν είμαι πνεύμα, δεν ξέρω αν είμαι ο εαυτός μου ή έχω γίνει κάποιος άλλος, ξέρω όμως κάποια που βλέπει τα πάντα χωρίς να μισεί, κρεμασμένη ανάποδα από μια κλωστή». Στα χρόνια που ακολουθούν πασχίζει να μεταμορφωθεί σε αυτό που πραγματικά είναι, μάταια όμως, γιατί πλανάται: ούτε η ματαιοδοξία του κόσμου της εξωτερικής ομορφιάς και του μόντελιγκ, ούτε η απάρνηση του πραγματικού του εαυτού θα του δώσουν γαλήνη. Θα τη βρει μόνο όταν μεταμορφωθεί στη φωτεινή αράχνη που η θεά Αθηνά της χάρισε τη ζωή, αλλά καταδικάστηκε να ζει πάντα κρεμασμένη, η ίδια και οι απόγονοί της και με την κοιλιά, όχι με τα χέρια να υφαίνουν τον ιστό τους.
Όλη αυτή η θαυμάσια ιστορία που απεικονίζει την αγωνιώδη προσπάθεια κάθε ξεχωριστού εφήβου να βρει τον εαυτό του, δίνεται από τη συγγραφέα με λόγο ώριμο, ποιητικό και δουλεμένο τόσο προσεκτικά που πράγματι εντυπωσιάζει. Είναι αυτός ο λόγος που δίνει στον αναγνώστη με ακρίβεια τον εύθραυστο, πλούσιο αλλά και αντιφατικό εσωτερικό κόσμο του Μύρωνα. Είναι ένας ποιητικός λόγος με πρωτογενές του υλικό τη γνησιότητα, χωρίς ούτε μια στιγμή να διολισθήσει επικίνδυνα στην πόζα, στην επιτήδευση, στο «δήθεν», που τόσο πολύ αγαπά η εποχή μας. Είναι ο λόγος που δεν εκβιάζει κανένα συναίσθημα, που δεν αγαπά καθόλου τον διδακτισμό και την ηθικολογία, αλλά που αβίαστα αναδεικνύει τα πάθη των ηρώων που, σε τελική ανάλυση, είμαστε όλοι εμείς: τέρατα, κάποτε πολύ καλοί ή πολύ κακοί, αδιάφοροι ή συμπονετικοί, σκληροί ή συμφεροντολόγοι, μνησίκακοι ή μεγαλόκαρδοι. Είναι ο ώριμος λεπτοδουλεμένος λόγος του γνήσιου λυρισμού που δεν κραυγάζει ακόμα και στις πιο τραγικές στιγμές της ιστορίας που αφηγείται, με έναν νατουραλισμό που δεν επιδιώκει την εκζήτηση και τον εντυπωσιασμό αλλά την γνήσια έκφραση μιας αποτρόπαιης πραγματικότητας. Η Λίλα Τρουλινού γνωρίζει να μιλάει για δύσκολα κοινωνικά θέματα όπως είναι η διαφορετικότητα, η πατριαρχία και η βία της, η υποτίμηση της γυναίκας, ο εκφοβισμός, η υποκρισία, η διαφθορά, το ξεπούλημα των αξιών μας μπροστά στην επιτυχία, παίρνοντας ξεκάθαρη θέση, χωρίς ποτέ να μας κουνάει το δάχτυλο, ποτέ ως τιμητής ή κατηχητής, μόνο με απέραντη αγάπη και κατανόηση για τα πλάσματά της. Πλάθει τους ήρωες με περισσή ευαισθησία και τους δίνει αληθινή ζωή μέσω ενός γνήσιου και ώριμου ποιητικού λόγου.
Απεχθάνεται τις τελείες. Κανένα κεφάλαιο του βιβλίου δεν χωρίζει από το επόμενο με τελεία, μόνο με ένα κόμμα συνεχίζει την ιστορία της. Ίσως γιατί ξέρει ότι στη ζωή τελεία βάζει μόνο το αναπόδραστο τέλος. Και η γνήσια λογοτεχνία, η αληθινή Τέχνη ποτέ δεν ολοκληρώνεται, πάντα με κόμμα θα προχωρεί. Ίσως και να αποτυπώνεται η αξία της στη φράση που βροντοφώναξε ο γιγαντόσωμος Ινδιάνος στο εναλλακτικό μπαρ: «Ε, εσείς που μπαίνετε, αφήστε έξω κάθε απελπισία».
*
*
*
