~.~
Με την ευκαιρία της αποψινής εκδήλωσης στο Θέατρο Κυδωνία, μια πρόγευση, μια μικρή ανθολογία των ανθολογιών κατά κάποιον τρόπο: ποιήματα των Βαλαωρίτη, Καρούζου και Σινόπουλου από τους τόμους που επιμελήθηκαν οι ομιλητές.
~.~
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Σ’ ΕΙΔΑ ΜΙΑΝ ΑΥΓΗ …
Ένας τυφλός επαιτεί στα σκαλιά μιας εκκλησιάς. Μιλάει στο παιδί του που αμέριμνο κοιμάται. Από το εκτενές ποίημα «Ο τυφλός Χορμοβίτης» που δεν μας σώζεται ολόκληρο παρότι ο Βαλαωρίτης το είχε ολοκληρώσει, επειδή έχασε τα χειρόγραφα στο λιμάνι της Σύρου. Πιθανόν να ανήκε και αυτό στον κύκλο των συνθέσεών του γύρω από τον Αλή, αφού το Χόρμοβο, χωριό της επαρχίας του Τελεπενίου στη σημερινη Αλβανία, καταστράφηκε από τον πασά το 1779 και οι επιζήσαντες Χριστιανοί κάτοικοί του εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους.
Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.
Σβησμένο φως στον Άδη μου σ’ επήρα λυχνοστάτη
και κρεμασμένος σέρνομαι στον άχαρο λαιμό σου,
μελανιασμένο σύγνεφο στην έρμη σου την πλάτη,
μέρα και νύχτα ζωντανό σκοτάδι στο πλευρό σου!
Ούτε που βρέθηκε για μας, σ’ όλην αυτήν την πλάση,
ένα παλιό καταχυτό και δυο ρονιές κατώγι,
μια καταρήχωση τυφλή, να κρύψει, να σκεπάσει
τη φτώχεια που μας τρώγει!…
Άλλα κοιμώνται σ’ αγκαλιές, σε δροσερά στρωσίδια,
τα παραστέκουν όνειρα, μοσχοβολιές, παιδί μου,
κι εσύ, το μαύρο, σέπεσαι γυμνό μες στα ξεσκλίδια
και μόνη σου έχεις συντροφιά τη στείρα την ευχή μου.
Είν’ αύριο Πρωτομαγιά, θα σηκωθούν πριν φέξει,
σα χιλιδόνια απ’ τη φωλιά θ’ αφήσουν το κρεβάτι
και με τραγούδια, με χαρές, καθένα τους θα τρέξει
να στολιστεί με λούλουδα, να πιει στο νεροκράτη.
Για σε δεν έρχετ’ άνοιξη! Φτωχά, τυραγνισμένα
θα τρως τα νιότα σου μ’ εμέ γειρμένο στα πεζούλια
κι ονείρατα στον ύπνο σου μελανοφορεμένα
θα βλέπεις νυχτοπούλια.
*****
ΜΕΣΑ ΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗ ΓΛΥΚΙΑ…
Μέσα στου κόσμου τη γλυκιά, την άφθαρτη αρμονία,
ποιά θέληση και ποιά καρδιά, ποιά παντοδυναμία
εσύμπλεξ’, εζευγάρωσε το σφύριγμα τ’ αστρίτη,
του καταρράχτη τη βοή, του λύκου, του πετρίτη,
και τ’ αϊτού το ρυάσιμο, με το γλυκό τραγούδι,
που χύνει απ’ τα στήθια του το μαύρο στεφανούδι;
Και ποιός, και ποιός επρόσταξε, μέσα σ’ αυτήν την πλάση
να συναντιέται αδελφικά, χωρίς να τη χαλάσει,
το περιστέρι κι ο σκορπιός, ο χαμαιλιός κι ο κρίνος,
φιλί και ψυχομάχημα, χαμόγελο και θρήνος;…
Η Φανερωμένη, 1871, απόσπασμα
*****
ΜΑΣ ΕΠΙΑΣΕ ΛΙΓΟΨΥΧΙΑ…
Μας έπιασε λιγοψυχιά, πουλί ξενιτεμένο,
και νύκτα κι αποκάρωμα… Κανείς μας δεν ακούει
του γείτονα τ’ απόφωνα… το αίμα πετρωμένο
στην κλειδωμένη μας καρδιά, πουλάκι μου, δεν κρούει…
Πόθος κανείς, ούτ’ όνειρα… Δε νείρεται η ψυχή μας
παρά καθάριους ουρανούς, αστροφεγγιές και κύματα
χωρίς αφρούς να ξεψυχούν σε περιγιάλια μνήματα!
Καθώς η νεκροθάλασσα κι η άκαρπ’ η ζωή μας
έχει βουβό παραδαρμό… Για μια στιγμή φουσκώνει,
ξερνά τα φύκη τα νεκρά κι ύστερα μαρμαρώνει.
Η πρωτομαρτιά ή Το χελιδόνι, 1876, απόσπασμα
Ὁ ποιητὴς Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης (1822-1879)
Εἰσαγωγὴ – ἀνθολόγηση: Κώστας Κουτσουρέλης
Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος – Δύο Αἰῶνες Ἑλληνικῆς Ποίησης
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΚΟΥΛΗΚΙΟΥ
Ἄκου Κύριε τὸν καλό σου φίλο
ποὺ ἀγαπᾶ τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς τάφους.
Ἐσὺ εἶσαι ὅ,τι μὲ συνδέει μ’ ἕναν καρπὸ καὶ μ’ ἕναν τάφο.
Καὶ τὸν καρπὸ ἀσχημίζω καὶ τὸν τάφο.
Ἀλλ’ ὅμως εἶμαι θέλημά σου
γέννημα στὴν ἀπέραντη καρδιά σου…
Δὲν ἔχω ἐρωτήματα
καὶ ταξιδεύω μὲ κίνηση ἀργὴ πρὸς τὸν Πατέρα.
Μάταιος ὁ κόσμος ἀλλὰ πέρασμα.
Καὶ μάταια τὰ μάτια τῆς σαρκός μου
γλυκὰ ποὺ ἀγγίζονται μὲ λουλούδια.
«Δὲν ἔχεις ἐρωτήματα;» — μοῦ λέει τὸ φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα ἐσὺ τάχα ρωτᾶς αὐτὴ τὴ νύχτα;
Ἢ μὲ ρωτοῦν τὰ νέφη ποὺ σὲ ἀκολουθοῦν;
Χαίρομαι τὴν εὐφορία τοῦ ἀργύρου σου
καὶ τὴ διαπερνῶ μὲ τὴν πίστη.
Αὐτή ‘ναι ἡ ἀξία ἐμᾶς τῶν σκουληκιῶν
ποὺ δὲν ἔχουμε παρὰ μονάχα ἕνα δρόμο…
Τὸ χῶμα εἶν’ ἡ μοίρα μου ἀντίκρυ τῶν ἄστρων.
Ἀγάπη ὄνειρο θαλασσὶ τύλιξέ με.
Ποιά εὐφροσύνη δὲν σοῦ παραστέκει;
Ἀγάπη, πράξη καὶ οὐσία τοῦ θεοῦ μου
σερνάμενο κι ἂν εἶμαι πλέω στὴ χαρά.
*****
ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ
Δοσμένος ἀπόλυτα στὴν ἔκπαγλη καταιγίδα
γιομάτος ἤχους ὁδοιποροῦσα κι ἀνάπνεα σύμβολα
δίχως νὰ βλέπω πιὰ τοῦ κόσμου μας τὴν ὑδατογραφία
βιώματα εὐδιάλυτα κι ὁ ἄνθρωπος
πλήρης ἀπὸ ἔρεβος
ἀνάμεσα στὰ τόσα φῶτα καὶ τὴν ἡλιοσύνη.
Χαιρόμουνα λάμποντας ἀπὸ θαυμάσιο σκοτάδι
στὸν Ἄθωνα πυραχτωμένον ἀπ’ τὴν καταιγίδα.
Βροτὸς ὁ θάνατος πετσὶ καὶ κόκαλο
βαθύτερος ἀντίκρυ στὴν ἀγάπη
κι ὁ χρόνος ἤτανε χαρμόσυνη διάρκεια
βαθύτερος ὁ κόσμος μέσ’ στὰ μοναστήρια.
Κι ἐγὼ ὁδοιποροῦσα ὁλομόναχος
ἀγγίζοντας τὸ εὔοσμο κενὸ γιὰ νὰ στηρίζομαι
δίχως οὔτε τὰ βήματα στὴν ἀνυφάντρα νύχτα
στοχάζοντας ἐδῶ στὸν Ἄθωνα
πὼς ὅταν βλέπω στὴ θανάσιμη Ἀθήνα
τοὺς σκουπιδιάρηδες νὰ πετοῦν ἔρημα
τὰ σκουπίδια στ’ ἀβυσσαλέα τους αὐτοκίνητα
μοῦ ‘ρχεται γοερὰ νὰ φωνάξω:
Πετάχτε με καὶ μένα μέσα.
*****
ΘΕΛΩ ΝΑ ΥΠΑΡΧΩ
Μισῶ τὸ λάκκο μου φθονῶ τὴν ἀκαμψία
τὴν ὄμορφη νεκρώσιμη
ἀκολουθία
μισῶ τὴν ὁρατὴ μυθολογία· τοὺς παπάδες
τὴ λεχτική τους ἀθανασία
τοὺς χλοεροὺς τόπους ψαλτικῆς ἀναψύξεως
τρομαχτικὰ ψέματα
δὲν ἐννοῶ νὰ πεθάνω δὲν ταιριάζει σὲ μένα
θὰ σκίσω τὰ ἐπιθανάτια σεντόνια
θὰν τὴ δαγκώσω ἄγρια τὴν ἄγνωστη νοσοκόμα
τοὺς ἀμέριμνους γιατροὺς
θὰ οὐρλιάξω ἀπόγνωση ποὺ δὲν ἐρωτεύτηκε ποτέ της
ἀπόκριση
θ’ ἀναστατώσω τὸ νοσοκομεῖο
πλὴν ἂν πεθάνω ξαφνικὰ μονάχος μου στὸ σπίτι
θὲς ἡ καρδιὰ θὲς ἄχραντο ἐπεισόδιο.
Νὰ μὴν ξεχάσω ὅμως κι ἂς τὴν εὔχομαι ὁ ἔρμος
τὴν ἄμυνα τῆς ἀφασίας
ὅταν τὸ σῶμα μένει μόνο του φευγατίζοντας
τὴν ἐπικατάρατη συνείδηση.
Θρίαμβος ἀνωριμότητας ποὺ μὲ κατατρύχει!
Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, Ὁ ποιητὴς Νίκος Καροῦζος (1926-1990)
Εἰσαγωγὴ – ἀνθολόγηση: Γιάννης Πατίλης
Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος – Δύο Αἰῶνες Ἑλληνικῆς Ποίησης
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
EΛΠΗΝΩΡ
Ἐλπῆνορ, πὼς ἦλθες…
ΟΜΗΡΟΣ
Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα τὰ μαῦρα κυπαρίσσια
τὸ χαμηλὸ ἀκρογιάλι ρημαγμένο ἀπὸ τ’ ἁλάτι καὶ τὸ φῶς
τὰ κούφια βράχια ὁ ἀδυσώπητος ἥλιος ἀπάνω
καὶ μήτε κύλισμα νεροῦ μήτε πουλιοῦ φτερούγα
μονάχα ἀπέραντη ἀρυτίδωτη πηχτὴ σιγή.
Ἦταν κάποιος ἀπὸ τὴ συνοδεία ποὺ τὸν ἀντίκρισε
ὄχι ὁ πιὸ γέροντας: Κοιτάχτε ὁ Ἐλπήνωρ πρέπει νἆναι ἐκεῖνος.
Ἐστρίψαμε τὰ μάτια γρήγορα. Παράξενο πῶς θυμηθήκαμε
ἀφοῦ εἶχε ἡ μνήμη ξεραθεῖ σὰν ποταμιὰ τὸ καλοκαίρι.
Ἦταν αὐτὸς ὁ Ἐλπήνωρ πράγματι στὰ μαῦρα κυπαρίσσια
τυφλὸς ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τοὺς στοχασμοὺς
σκαλίζοντας τὴν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα.
Καὶ τότε τὸν ἐφώναξα μὲ μιὰ χαρούμενη φωνή: Ἐλπήνορα
Ἐλπήνορα πῶς βρέθηκες ξάφνου σ’ αὐτὴ τὴ χώρα;
εἶχες τελειώσει μὲ τὸ μαῦρο σίδερο μπηγμένο στὰ πλευρὰ
τὸν περσινὸ χειμώνα κι εἴδαμε στὰ χείλη σου τὸ αἷμα πηχτὸ
καθὼς ἐστέγνωνε ἡ καρδιά σου δίπλα στοῦ σκαρμοῦ τὸ ξύλο.
Μ’ ἕνα κουπὶ σπασμένο σὲ φυτέψαμε στὴν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ
ν’ ἀκοῦς τ’ ἀνέμου τὸ μουρμούρισμα τὸ ρόχθο τῆς θαλάσσης.
Τώρα πῶς εἶσαι τόσο ζωντανός; Πῶς βρέθηκες σ’ αὐτὴ τὴ χώρα
τυφλὸς ἀπὸ τὴν πίκρα καὶ τοὺς στοχασμούς;
Δὲ γύρισε νὰ ἰδεῖ. Δὲν ἄκουσε. Καὶ τότε πάλι ἐφώναξα
βαθιὰ τρομάζοντας: Ἐλπήνορα ποὖχες λαγοῦ μαλλὶ
γιὰ φυλαχτάρι κρεμασμένο στὸ λαιμό σου Ἐλπήνορα
χαμένε στὶς ἀπέραντες παράγραφους τῆς ἱστορίας
ἐγὼ σὲ κράζω καὶ σὰ σπήλαιο ἀντιλαλοῦν τὰ στήθια μου
πῶς ἦρθες φίλε ἀλλοτινὲ πὼς μπόρεσες
νὰ φτάσεις τὸ κατάμαυρο καράβι πού μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκροὺς κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιον ἀποκρίσου
ἂν ἡ καρδιά σου ἐπιθυμεῖ μαζί μας νἄρθεις ἀποκρίσου.
Δὲ γύρισε νὰ ἰδεῖ. Δὲν ἄκουσε. Ξανάδεσε ἡ σιωπὴ τριγύρω.
Τὸ φῶς σκάβοντας ἀκατάπαυστα βαθούλωνε τὴ γῆ.
Ἡ θάλασσα τὰ κυπαρίσσια τ’ ἀκρογιάλι πετρωμένα
σ’ ἀκινησία θανατερή. Καὶ μόνο αὐτὸς ὁ Ἐλπήνωρ
ποὺ τὸν γυρεύαμε μὲ τόση ἐπιμονὴ μὲς στὰ παλιὰ χειρόγραφα
τυραννισμένος ἀπ’ τὴν πίκρα τῆς παντοτινῆς του μοναξιᾶς
μὲ τὸν ἥλιο νὰ πέφτει στὰ κενὰ τῶν στοχασμῶν του
σκαλίζοντας τυφλὸς τὴν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα
σὰν ὅραμα ἔφευγε καὶ χάνονταν ἀργὰ
στὸν ἀδειανὸ χωρὶς φτερὰ χωρὶς ἠχὼ γαλάζιο αἰθέρα
*****
ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ
(απόσπασμα)
Κι ἕνα πρωί,
τὸ δέντρο τὸ πρωὶ ποὺ ξύπνησα ἦταν ὅλο πράσινο,
τόσο πολὺ τ’ ἀγάπησα ποὺ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό.
Κι ἐκεῖ ἤρθανε πουλιά, τῆς εὐφροσύνης, τοῦ ἥλιου,
γιόμισαν τὸν τόπο μὲ φτερὰ καὶ χρώματα, περλεκαμοὶ
κι ἄλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμήθρες, σκόρτσοι
καὶ νυφοῦλες καί,
δῶρα τοῦ Θεοῦ, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας συνέ-
χεια τὸ γλαυκό. Κι ἀνάμεσά τους ἦρθαν
ὁ Γιάννης ὁ Μακρῆς, ὁ Πέτρος ὁ Καλλίνικος, ὁ Γιάν-
νης ὁ κουτσαίνοντας.
Καθίσαμε στὸ ἀνάχωμα, ἔβγαλε τὸ σουγιὰ του ὁ Ρού-
σκας, ἔκοβε τὸ χόρτο, μόλις φύτρωνε.
Κι ὁ κάμπος καταχνιά. Κι ἐρχόταν ἄνοιξη, τὴν ἄκου-
γες. Μιὰ πόρτα καὶ τὸ ξύλο της ἐμύριζε οὐρανός.
Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα
κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτώ.
Κι ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο ὡς τὴν Λάρισα
βαθύτερα ὣς τὴν Καστοριά,
πάνω στὸ χάρτη μαῦρο μόλεμα,
ἡ Ἑλλάδα σύντομη ἀνασαίνοντας –
Πάσχα στὴν ἔρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι ἔμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
τὸ σκοτεινὸ ποτάμι.
Βαστόντας τὸ ντουφέκι του σπασμένο ἦρθε ὁ Προ-
σόρας, ὁ Μακρυσιώρης, ὁ Ἀλαφοῦζος, ὁ Ζερβός,
στὴ σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, ἐφώναξα, κοιτάξαμε.
Τὸ φῶς πλημμύρα, ὁ καρποφόρος ἥλιος
μνήμη τῶν ἀφανῶν. Τὰ χρόνια πέρασαν, ἀσπρίσαμε,
τοὺς ἔλεγα.
Ἦρθε ὁ Τζεπέτης, ὁ Ζαφόγλου, ὁ Μαρκουτσᾶς,
στρωθήκαμε στὸ μπάγκο καὶ
στὴν ἄκρη ὁ Κωνσταντῖνος ἔτσι νοσηλεύοντας τὸ
πόδι του.
Σιγὰ σιγὰ οἱ φωνὲς γαλήνεψαν.
Σιγὰ σιγά, ὅπως ἤρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε τὸ λαγκάδι, ἀέρας, χάθηκαν.
Στερνὴ φορά τοὺς κοίταξα, τοὺς φώναξα.
Στὸ χῶμα ἐχώνευε ἡ φωτιὰ κι ἀπ’ τὰ παράθυρα
ἔμπαινε –
Πῶς μ’ ἕνα ἀστέρι ἡ νύχτα γίνεται πλωτή.
Πῶς μὲς στὴν ἔρημη ἐκκλησιά, μ’ ἄνθη πολλὰ
στολίζεται ὁ ἀνώνυμος, μυρώνεται ὁ νεκρός.
*****
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ
(απόσπασμα)
ΚΑΤΑΓΩΓΗ
Ἐρχόταν ἕνα φῶς.
Κι ἀπὸ τὸ Μάρτη μήνα ἐρχόταν ἡ ἄνοιξη
στὴν κάμαρα ποὺ μίλαγε μὲ πεῖσμα ὁ Φίλιππος.
Τὸ πάτωμα παλιὸ σανίδι σὲ παλιὸ σανίδι. Ἀπάνου στὸ
τραπέζι ἕνα κερί. Καὶ τὰ χαρτιά του σα
φτερὰ πουλιῶν.
Κοίτα νὰ καταλάβεις φώναξε. Τίποτα δὲν εἴχαμε.
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα. Τὸ σπίτι ἕνα παλιὸ
σαράβαλο. Παντοῦ ὁ ἀέρας φύσαγε σὲ θέριζε.
Ἡ μάνα μου στὰ κάρβουνα. Κακὸ χειμώνα θάχουμε
εἶπε ὁ πατέρας, μιὰ μαύρη συλλογὴ τὸ μοῦτρο του.
Ἀπὸ τὴν τρύπα αὐτὴ κοιτάζαμε τὸν οὐρανό. Καὶ τὸ
πρωὶ πηγαίναμε στὰ δέντρα. Ἐδῶ γεννήθηκα.
Ἐδῶ μεγάλωσα. Λοιπὸν αὐτά μοῦ χρειάζονται
γιὰ τὴν ὀργή μου καὶ τὴν περηφάνειά μου.
Γιὰ νὰ κρατήσω καὶ νὰ κρατηθῶ.
Δὲν ἔχω θεούς. Καὶ δὲ φοβᾶμαι.
Ὁ ποιητὴς Τάκης Σινόπουλος (1926-1990)
Εἰσαγωγὴ – ἀνθολόγηση: Ξάνθος Μαΐντᾶς
Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος – Δύο Αἰῶνες Ἑλληνικῆς Ποίησης
*
*
*
