Από το Άουσβιτς στην AfD, μια εκδρομή δρόμος

* 

Πλησίαζαν τα γενέθλιά μου. Στρογγυλά γενέθλια για τους Γερμανούς, nel mezzo del cammin[1] για τους Ιταλούς, μια φορά, πράγμα σπουδαίο, εξού και άξιο ανάλογου εορτασμού. Συνομιλώντας με Γερμανό τέως συνάδερφο για το γεγονός και σκεπτόμενη φωναχτά, του απαρριθμούσα εναλλακτικές. Ένα ταξίδι σε μέρος ώς τώρα άγνωστο θα ήταν ίσως το καλύτερο, αλλά δύσκολη η άδεια προς το παρόν για περισσότερες μέρες. Ίσως ένα Σαββατοκύριακο; Κάπου εκτός Γερμανίας, αλλά κοντά παρ’ όλα αυτά; Καλή ιδέα! Να, Πολωνία, για παράδειγμα, δεν έχω πάει ποτέ. Α, ούτε εκείνος. Και με το αυτοκίνητο γίνεται. Βαρσοβία καθότι πρωτεύουσα ή Κρακοβία ως μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο; Χμ!

Διαθέτοντας ισχυρό πλεονέκτημα ως Geburtagskind[2], επέλεξα το μνημείο της Ουνέσκο, θέτοντας τον όρο μου: την επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς. Μπορεί να το εξέθεσα στο συνομιλητή μου υπό όρους του ‘τραβάτε με κι ας κλαίω’ προκειμένου να τον πείσω, ωστόσο είναι γεγονός ότι πάντοτε αυτή η επίσκεψη βρισκόταν στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ήξερα ότι αργά ή γρηγορά θα συμβεί, και ας φοβόμουν ταυτόχρονα, και ας γνώριζα εκ των προτέρων τον αντίκτυπο. Τώρα, όμως, είμαι αρκούντως ενήλικη και δυνατή κι επιπλέον δεν θα ήμασταν μόνοι, επιχειρηματολογούσα. Done! Σκέφτηκα πολύ κόσμο να με σαρκάζει για τη συγκεκριμένη επιλογή τού δώρου γενεθλίων στον εαυτό μου και γέλασα μαζί τους, μπαίνοντας ευχαρίστως στο χορό του αυτοσαρκασμού. Typisch Elena, κλασικά!

Η μέρα έφτασε και το οδοιπορικό ξεκίνησε. Μία ώρα απόσταση από το κέντρο της Κρακοβίας. Στο δρόμο, τα βαριά στρατιωτικά οχήματα από και προς Ουκρανία, κάποτε σε φάλαγγες, αλλά και η θλιμμένη όψη πεζών στρατιωτών με το σακίδιο και την κουβέρτα στον ώμο, υπενθύμιζαν ότι βρισκόμασταν στον προθάλαμο εμπόλεμης ζώνης, λούζοντάς μας με άλλου είδους ρίγος. Η διαδρομή, προσκύνημα διπλό. Δεξιά κι αριστερά, στο χείλος του δρόμου, περιποιημένες αυλές και κήποι με δενδρύλλια, λουλούδια, ακόμη και νάνους, αλλά και ιδιωτικά παρεκκλήσια. Μαντόνες, σε πυκνή διαδοχή, θαρρείς παρήλαυναν στο δρόμο, λες και οι γείτονες συναγωνίζονταν αναμετάξυ τους για το καλύτερο φραγκόκλησο. Μα αυτοί είναι päpstlicher als der Papst![3], σκέφτομαι, και ξάφνου συνειδητοποιώ γιατί η πόλη της Κρακοβίας είναι γεμάτη με αγάλματα του Πάπα Ιωάννη Παύλου του ΙΙ. Το προσκύνημα, όμως, ήταν και άλλο. Στο δικό μας όχημα προστίθενται και άλλα, προπορευόμενα ή εν κινήσει στο δρόμο, επίσης με γερμανικές πινακίδες. Όσο πλησιάζουμε το σημείο άφιξης, μάλιστα, πληθαίνουν. Θα ανήκουν στο ίδιο γκρουπ ξενάγησης, το δεύτερο γερμανόφωνο των τριαπέντε ατόμων για το πρωί του Σαββάτου, 1ης Ιουνίου 2024, στις 10:45 το πρωί. Η ατμόσφαιρα ολοένα και βαραίνει, μολυβίζει, οι κουβέντες ελάχιστες.

Πρώτη φορά χαιρόμουν για την πρόγνωση της συννεφιάς και της βροχής, έτοιμη να λυτρωθώ σε μια εξιλεωτική καταιγίδα. Αν υπάρχει προπατορικό αμάρτημα, το είχα εμπρός μου. Ο ανέλπιστος ήλιος, με τη διαύγεια και τη θέρμη του, νιώθω να με χλευάζει. Αφήνω το ανήλεο φως του να πληγώνει τα μάτια μου και η σκέψη μου είναι με εκείνους για τους οποίους χειμώνας και θέρος, μέρα και νύχτα, ήταν βάσανο.

Σπάζω από την πρώτη στιγμή, όπου σα φοβισμένο γατί με γουρλωμένα μάτια περνάω από το υπόγειο επίπεδο στο επίπεδο του στρατοπέδου, ακούγοντας τα ονόματα των θυμάτων του, Εβραίων και μη. Σπάζω ολοκληρωτικά όταν, με μία εντελώς ουδέτερη αφήγηση, βλέπω κι ακούω όσα ήδη είχα δει κι ακούσει πάμπολλες φορές, όντως Ελληνίδα, με παιδεία ελληνική και γερμανική και δη στις ανθρωπιστικές σπουδές. Και αυτό δεν ήταν καν η αρχή, βγαίνοντας και πάλι στο φως για τη συνάντηση με την επιγραφή τη μία:

Arbeit macht frei[4], η δουλειά απελευθερώνει, η δουλεία απελευθερώνει και μπαίνω στον πειρασμό να σκεφτώ πως από αυτό, δηλαδή τη συστηματική, μεθοδική και μεθοδευμένη απανθρωποποίηση, θα προτιμούσα κατευθείαν το φούρνο και θα ζήλευα όσους περνούσαν κατευθείαν εκεί από τα βαγόνια των τραίνων. Και ανατριχιάζω, γεμίζω φρίκη και απορώ για το αδυσώπητο της ελπίδας, την παράλογη κι ανηλεή δύναμή της που σε κάνει να υπομένεις και να αντέχεις τα πάντα. Ποιος ευθύνεται τελικά περισσότερο; Ο θύτης και υπαίτιος των εγκλημάτων ή ένας ξεροκέφαλος κι αφελής οπτιμισμός, η αγαθοδοξία;

Πώς μπορεί η Leokadia, υπό αυτές τις συνθήκες, κουρεμένη με την ψιλή, υποσιτισμένη, βασανισμένη στην ορθοστασία των πολύωρων πλύσεων εγκεφάλου και των υβρεολογίων υπό βροχή και ήλιο, χτυπημένη, στοιβαγμένη μαζί με άλλους πάνω σε σακιά στο πάτωμα, άπλυτη, ντυμένη τα κουρέλια των κρατουμένων, –που να πάρει!–, πώς μπορεί και χαμογελά; Θα είναι που την είπαν Leokardia, Λεοντόκαρδη, σκέφτομαι, επινοώντας με ανάλογη επιμονή το “r” στο όνομά της, ώσπου καταφέρω να το διαβάσω σωστά, δύο εβδομάδες αργότερα…

Ένιωσα να καίγομαι, να καίω σαν κερί. Μία ταπεινή συγγνώμη. Μία προσευχή για τις ψυχές τους. Κι ένα ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ. Τίποτε άλλο. Στην επιστροφή, ζήτησα να περάσουμε από το ξενοδοχείο. Ένιωθα βρώμικη, χρειαζόμουν επειγόντως ένα μπάνιο. Και μία κατάφαση ζωής.

Μετά από μία ανώδυνη, αυτή τη φορά, μέρα στο κέντρο της Κρακοβίας, φτάνει η ώρα τής επιστροφής στο Βερολίνο. Έξι και κάτι ώρες διαδρομής που θα κυλούσαν σαν το νερό με τις τόσες και τόσο έντονες εντυπώσεις, την ευχάριστη έκπληξη που επεφύλασσε η Πολωνία και η πόλη τής Κρακοβίας, αλλά και τα εδέσματα που –typisch Elena, κλασικά!– μετέφερα και θα έφταναν για όλη την επόμενη εβδομάδα. Νερό, βενζίνη, αντίο!

Κυριακή βράδυ, και κοντά στα σύνορα η κίνηση πυκνώνει. Πολύς κόσμος ζει μεταξύ των συνόρων, Πολωνοί εργαζόμενοι στη Γερμανία, Γερμανοί που βάζουν φθηνότερη βενζίνη και κάνουν τα ψώνια τής εβδομάδας στην Πολωνία. Ο συνταξιδιώτης και οδηγός τσεκάρει γι’ άλλη μια φορά το σύστημα πλοήγησης, ώσπου εμφανίζεται στην οθόνη η ειδοποίηση. Νεκρός ο εικοσιεννιάχρονος αστυνομικός στο Μάνχαιμ από τη μαχαιριά τού μουσουλμάνου φανατικού, διαβάζει.

Ορίστε, αυτά συμβαίνουν όταν η χώρα γίνεται ξέφραγο αμπέλι. Εμ τους δεχόμαστε, εμ αρνούνται να ενσωματωθούν κι ύστερα βιαιοπραγούν κι από πάνω. Ε, καλά, μη γενικεύουμε, αντιπροτείνω. Να, προχθές ήμουν σε εκδήλωση που έδειχναν μια μάνα με δυο κόρες, πρόσφυγες από τη Συρία, που, περνώντας με τις περίφημες βάρκες από την Τουρκία στην Ελλάδα, έφτασαν στη Γερμανία, όπου μέσα σε δυο χρόνια έμαθαν τη γλώσσα, η μία κόρη μάλιστα σπουδάζει ιατρική, η δεύτερη τελειώνει το λύκειο με τον ίδιο στόχο, ώς και η μάνα τώρα θα πάρει απολυτήριο.

Καλά, αυτές είναι εξαιρέσεις, δηλώνει απτόητος κι εμφανώς συγχισμένος. Δε λέω, κι εσύ έχεις την πορεία σου, με τόσα πράγματα που ούτε Γερμανοί κατορθώνουν. Επαναλαμβάνω, μακάρι να μιλούσα εγώ μία γλώσσα τόσο καλά, όσο εσύ μιλάς τέσσερις. Δεν είναι όμως όλοι έτσι. Η ένταση της φωνής του ολοένα κι αυξάνει. Βερολίνο μένεις. Για πήγαινε μια βόλτα από Κρόιτσμπεργκ και Μαρτσάν να δεις τι γίνεται! Μόνο Γερμανία δεν νομίζεις πως βρίσκεσαι! Σιωπή.

Να μου πείραζε την κόρη, θα τον σκότωνα τον πούστη! Σαστίζω. Τι σχέση έχει η κόρη του με τη δολοφονία του αστυνομικού και τους μετανάστες στη Γερμανία; Προσπαθώ να τον ηρεμήσω. Έχει νυχτώσει και βρέχει καταρρακτωδώς στον αυτοκινητόδρομο. Δε χρειάζεται φόβος, προσπαθώ να τον καλμάρω, το θέμα είναι να μη γίνει. Διαφορετικά, κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί οπουδήποτε, από οποιονδήποτε. Και για μένα η ζωή δεν είναι πάντα ρόδινη στη Γερμανία, τα ξέρεις και τα δικά μου.

Σαν να του έβαλες φιτίλι. Και ναι, κάτι τέτοιο σαφώς και δεν ήταν σωστό και δεν άρμοζε, αλλά για δες την πλειοψηφία τους! Απλά θέλουν να ζουν από το επίδομα και να κάθονται! Γιατί να τους πληρώνω;! Μα τι είναι αυτά που λες, βγαίνω κι εγώ εν τέλει απ’ τα ρούχα μου. Αυτές είναι παρόλες ακροδεξιές, προσπαθώ να τον συνεφέρω. Όπου νά ’ναι θα μας πεις ότι ψηφίζεις και AfD[5], τολμώ και το τελευταίο χαρτί, ελπίζοντας να ξορκίσω το κακό και τους φόβους μου. Ακολουθεί ένα σιωπηλό βλέμμα που τα λέει όλα και νιώθω να πέφτω.

Και γιατί όχι; Η AfD δεν είναι το κόμμα που όλοι αρέσκονται να διαβάλουν. Αντιθέτως, είναι μία εναλλακτική στην ανικανότητα των έως τώρα κρατούντων κομμάτων των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών. Και τι έκαναν αυτοί τόσα χρόνια; Κοίτα τα χάλια μας, και στην οικονομία, και στα διεθνή και παντού! Μα ποια χάλια;!, εξανίσταμαι. Η Γερμανία είναι η Νο 1 δύναμη στην Ευρώπη! Και οικονομικά, και πολιτικά. Τϊποτε δε γίνεται χωρίς αυτήν. Θες χάλια; Να σου πω εγώ πού να τα βρεις! Έτσι σκεφτόμασταν κι εμείς στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης και του ΔΝΤ. Κι εμείς ψάχναμε εναλλακτική στα δύο μεγάλα κόμματα και είχαμε για πρώτη φορά ακροδεξιά στο κοινοβούλιο. Και αφού το ένα άκρο ήταν συνταγματικά παράνομο, στραφήκαμε στο ακριβώς αντίθετο, εκλέγοντας κυβέρνηση ‘πρώτη φορά αριστερά’ για να χάσουμε και τα αυγά και τα καλάθια. Τα άκρα δεν είναι ποτέ η λύση στα προβλήματα!

Ο καυγάς συνέχισε για κάμποσο, υπό καταρρακτώδη βροχή που, δεδομένης της ταχύτητας του οχήματος, με έκανε να σκεφτώ πως, αν πεθάνω, θα είναι τουλάχιστον μαχόμενη την ακροδεξιά, μετά από επίσκεψη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ευγενής τρόπος. Το άλλο, όμως, πού το πας! Να επισκέπτεσαι στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί με ακροδεξιό! Μόνο σε μένα μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο! Typisch Elena, κλασικά!

Δεν είχε νόημα. Ο φανατισμός απέρριπτε κάθε λογικό επιχείρημα άμα τη εμφανίσει, δίχως το παραμικρό περιθώριο περίσκεψης. Ο φανατισμός; Ή ο φόβος; Ο φόβος! Και ξάφνου συνειδητοποιούσα το μηχανισμό που μετατρέπει τους ανθρώπους σε υποχείρια και εν δυνάμει κτήνη. Ο τέως συνάδερφος φοβόταν μη συμβεί κάτι στην κόρη του και δαιμονοποιούσε τους μετανάστες στη Γερμανία. Οι ναζί φοβούνταν την απώλεια ισχύος και δαιμονοποιούσαν Εβραίους, ρομά (δεν αναφέρεται συχνά, αλλά ήταν η δεύτερη κοινωνική ομάδα σε αριθμό θυμάτων των Ναζί!), κομμουνιστές, ομοφυλόφιλους, ανθρώπους με νοητική ή σωματική ‘υστέρηση’. Πάντα δαιμονοποιείται το Άλλο. Πάντα θα υπάρχει μια αρβύλα[6], όπως γράφει και η Βιλαρίνιο.

Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι ο φόβος δεν είναι καλός σύμβουλος. Εντάξει, είναι πανανθρώπινο συναίσθημα, όλοι μας το έχουμε, αλλά δεν πρέπει να του επιτρέπουμε να παίρνει το πάνω χέρι, διαφορετικά μας παραλύει και μας εμποδίζει να ζήσουμε και να χαρούμε τη ζωή. Είναι απλό, μην πας μακριά: κι εσύ φοβάσαι το αεροπλάνο και πηγαίνεις παντού με το αυτοκίνητο, έτσι όμως περιορίζεις τον εαυτό σου, στερώντας του τη δυνατότητα να γνωρίσει τόσα πράγματα. Ο φόβος δεν οδηγεί πουθενά!, ήταν το τελευταίο που του είπα, ελπίζοντας να μείνει ως σπόρος σκέψης για το μέλλον. Εκ μέρους του ακολούθησε ένα λογύδριο ολοένα αυξανόμενης έντασης, προφανώς διότι διέβλεπε την ήττα του, με την αναπόφευκτη κατακλείδα τής ευθείας προσωπικής επίθεσης: έβλεπα το όλον και όχι την ατομική, προσωπική υπόθεση. Οι αντιλήψεις μου ήταν λάθος και, επιπλέον, πολύ αυστηρές!

Το υπόλοιπο της διαδρομής ήταν βουβό. Τριάντα από τα εξακόσια χιλιόμετρα και όμως έμοιαζαν ατέλειωτα. Τη βαριά σιωπή που μπορούσες να κόψεις με μαχαίρι διέκοπτε μονάχα, για κάμποσο ακόμη, το ρουθούνισμα του εκτός εαυτού οδηγού –και πλέον, τέως φίλου–, τον οποίο επί τέσσερα χρόνια είχα γνωρίσει ως ήσυχο, φιλικό, πρόθυμο και –φευ!– αντικειμενικό συνάδερφο[7].

Πάντα αναρωτιόμουν πώς μπορεί κανείς να ασπάζεται την ακροδεξιά, πώς μπορεί να σκέφτεται και να ‘επιχειρηματολογεί’, ώστε, δεδομένων των εκάστοτε (α)κατάλληλων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, να οδηγείται στον αυταρχισμό και το φασισμό, υιοθετώντας τον μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να το παραδέχεται ευθαρσώς, δίχως ντροπή. Για πρώτη φορά, παραμονές των γενεθλίων μου, στρογγυλών για τους Γερμανούς, nel mezzo del cammin για τους Ιταλούς, μου χαριζόταν η απάντηση. Το δώρο των γενεθλίων μου δεν ήταν μία ιστορική επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς. Ήταν η αντίστασή μου στον υποσκελισμό και τη δαιμονοποίηση του Άλλου, ήταν ο αντίλογός μου στο φασισμό, ήταν η έκφραση της ουμανιστικής στάσης μου και της συνειδητής και συνειδητοποιημένης υπόστασής μου ως υποκείμενο.

Και με το βλέμμα, αυτή τη φορά, στραμμένο στην Παλαιστίνη: ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!

Κείμενο και φωτογραφίες: Έλενα Σταγκουράκη
Βερολίνο, 15 Ιουνίου 2024

*

*

[1] Από τον περίφημο στίχο της Θείας Κωμωδίας του Δάντη.
[2] Αυτολεξεί: «γενέθλιο παιδί». Έτσι ονομάζεται στη Γερμανία ανήμερα των γενεθλίων του όποιος έχει γενέθλια, ανεξαρτήτως ηλικίας.
[3] Αυτολεξεί: «Πιο παπικοί και από τον Πάπα». Ιδιωματική φράση στα γερμανικά που σημαίνει «βασιλικότεροι του βασιλέως».
[4] Η διαβόητη επιγραφή στην πύλη εισόδου του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Άουσβιτς.
[5] AfD, „Alternative für Deutschland“, αυτολεξεί «Εναλλακτική για τη Γερμανία»: ακροδεξιό κόμμα, απαγορευμένο ήδη σε κάποια ομόσπονδα κρατίδια. Νωρίτερα φέτος κατατέθηκε αίτημα ολικής απαγόρευσής του στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat). Δυστυχώς, στις πρόσφατες Ευρωεκλογές, η AfD –ύστερα από πτώση των Σοσιαλδημοκρατών και γκρέμισμα των Πρασίνων– ήρθε δεύτερο κόμμα (από τέταρτο που ήταν), μετά τους Χριστιανοδημοκράτες. Sounds familiar?
[6] Στο ποίημα «Παραλία Χιρόν», από τη συλλογή Καημένε κόσμε, σε μετάφραση της γράφουσας (Το άνθος της στάχτης, εκδ. Gutenberg, 2015).
[7] Το γεγονός ότι δεν έλαβε ανώτερη μόρφωση πέρα από το απολυτήριο λυκείου και το ότι πάσχει από χρόνια ψυχική νόσο παρουσιάζουν ενδεχομένως στατιστικό ενδιαφέρον, δεν αποτελούν ωστόσο κατά την άποψη της γράφουσας δικαιολογία και πανάκεια.
*

*

*