Χωρίς καμιά παραχώρηση

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα. Στο γραφείο κανείς, η γραμματέας με άδεια. Επιστρέφοντας από την αίθουσα των αρχείων στην  άλλη άκρη του διαδρόμου ίσα που πρόλαβε και σήκωσε το ακουστικό. «Είσθε η διευθύντρια;», ρώτησε μια άγνωστη φωνή.

Όσα άκουγε από την άλλη άκρη της γραμμής στα πέρατα της χώρας ήταν δύσκολο να τα πιστέψει. Εκείνος ο κακομούτσουνος ο Μάριος των φοιτητικών της χρόνων εμφανιζόταν απρόσμενα μετά από σαράντα χρόνια. «Δεν σε ξέχασα ποτέ. Φροντίζω να μαθαίνω πού βρίσκεσαι… Νομίζω πως κάποτε είχες ανταποκριθεί στο ενδιαφέρον μου…». Τα λεγόμενά του αυτόματα τη γύρισαν χρόνια πίσω…

Μόλις είχε ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ και είδε να καταφτάνει πίσω της ο φοιτητής που διάβαζε στο ίδιο σπουδαστήριο με κείνη. Την περίοδο των εξετάσεων του Ιουνίου ήταν το τελευταίο κορίτσι που εγκατέλειπε αργά το βράδυ το σπουδαστήριο του τέταρτου ορόφου. Ήθελε να περνάει όλα τα μαθήματα, για να χαρίζει το καλοκαίρι της στη θάλασσα και στην ηλιοθεραπεία πάνω στην καυτή άμμο. Τρομοκρατήθηκε, όταν έμεινε μόνη μαζί του μέσα στο καλοσφραγισμένο κινούμενο κουτί. Πάτησε γρήγορα το κουμπί για το ισόγειο. Της φάνηκε ότι κατέβαινε πολύ αργά. Σκέφτηκε την περίπτωση του εγκλωβισμού τους μέσα στον θάλαμο, αν τύχαινε κάποια βλάβη ή αν κοβόταν το ρεύμα. Κόλλησε το βλέμμα στο ρολόι της. Από τον τέταρτο ώς το ισόγειο ατέλειωτα και μαρτυρικά κύλησαν τα ελάχιστα δευτερόλεπτα της καθόδου.

Τις τελευταίες μέρες φεύγοντας από το αναγνωστήριο τον έβλεπε να την ακολουθεί σιωπηλός ώς τη στάση του λεωφορείου, μα δεν έδινε σημασία. Εκείνο το βράδυ όμως βρέθηκαν μαζί πρώτη φορά τόσο κοντά και μόνοι. Ένιωσε το βλέμμα του άγριο, λαίμαργο κι επιθετικό. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο που κρατούσε κάπως αδέξια στο δεξί χέρι του τόνιζε  την πρωτόγονη ερωτική λαιμαργία του. Η καρδιά της κτυπούσε δυνατά. Της προκαλούσε αηδία εκείνος ο τύπος («Μάριο» είχε ακούσει πως τον φώναζαν). Κοντός, μικροκαμωμένος, λίγο καμπούρης, έμοιαζε  επικίνδυνος.

«Ίνα, θέλεις να γνωριστούμε, να πάμε μια βόλτα;» ψέλλισε μόλις βγήκαν, προτείνοντάς της το μαραμένο ρόδο δειλά, σαν να είχε κι ο ίδιος επίγνωση για την αποκοτιά του. «Πήγαινε να κοιταχτείς στον καθρέφτη!», του είπε θυμωμένη και με φανερή περιφρόνηση, για να του κόψει τον αέρα και δεν άπλωσε το χέρι να πάρει το ταλαιπωρημένο άνθος. Οπισθοχώρησε ηττημένος και ποτέ δεν την ξανακοίταξε κατάματα, μόνο  γυρόφερνε γύρω της να νιώθει την ανάσα της.

Εκείνη δεν πίστευε πως ήταν η ευκαιρία που άφησε να χαθεί, αλλά ο ενοχλητικός που είχε ξεφορτωθεί με επιτυχία. Ήταν μόνο εικοσιδύο χρόνων. Είχε τη ζωή μπροστά της και προπαντός ένα αξόδευτο κι ανέγγιχτο απόθεμα  αγάπης μέσα της για τον μοναδικό που περίμενε υπομονετικά να του το δωρίσει ολόκληρο και για πάντα, χωρίς τσιγγουνιές και υπολογισμούς. Φαίνεται πως αυτό καθρεφτιζόταν καθαρά στα σπινθηροβόλα μάτια της, γιατί αρκετοί ήταν εκείνοι που με κάποιο τρόπο της το έλεγαν.

Δεν ήταν κάτι για το οποίο καυχιόταν, το θεωρούσε φυσικό να αυτοπροστατεύεται από εφήμερες καταστάσεις. Δεν ήθελε να το σπαταλήσει άσκοπα με τον ένα ή τον άλλο ασήμαντο και αδιάφορο. Ίσως αυτό ήταν που είλκυε ακόμη περισσότερο. Η Ίνα ονειρευόταν τον μεγάλο έρωτα. Δεν πίστευε πως μπορούσε να τον βρει στο πρόσωπο ενός κακομούτσουνου και μάλιστα μέσα σε ασανσέρ.

«Με ακούτε;», ρώτησε ο Μάριος, γιατί η σιωπή της τραβούσε σε μάκρος. «Ναι, φυσικά», απάντησε φιλικά. Τα σαράντα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει άμβλυναν την αηδία και το θυμό των εικοσιδύο χρόνων της και ήταν ευγενική αλλά τυπική.

«Εγώ σε σκέφτομαι ακόμη», της είπε χαμηλόφωνα. Εκείνη κρυφογέλασε από έκπληξη κι ένιωσε κάπως κολακευμένη. «Το έχεις πει στη γυναίκα σου;», τον ρώτησε. «Αυτά τα πράγματα δεν λέγονται, τα ζει κανείς μυστικά και μόνος του. Όχι, δεν της το είχα πει· δεν είναι πολύς καιρός που λειώνει στο χώμα».

Τον συλλυπήθηκε και μετά εκείνος άρχισε να της διηγείται τις περιπέτειες της ζωής του με διάθεση εκμυστήρευσης και με μια απίστευτη ειλικρίνεια. Τον διέκοψε ευγενικά· δεν μπορούσε να είναι άλλο αγκιστρωμένη στο ακουστικό. Είχε μπει ο κλητήρας για θέμα που δεν έπαιρνε αναβολή. Κατέβασε το ακουστικό και αφοσιώθηκε στα καθήκοντά της.

Όταν η πολλή δουλειά κόπασε, η φωνή από το παρελθόν ξαναζωντάνεψε στη σκέψη της. Πώς όμως μπόρεσε αυτός ο άνθρωπος να ωραιοποιήσει το παρελθόν; Πώς ήταν δυνατό να έχει ξεχάσει εκείνη την περιφρονητική συμπεριφορά της για την οποία η ίδια ένιωθε τύψεις, όποτε αναδυόταν από τη μνήμη της; Πώς τόλμησε να της πει ότι θυμόταν τη συμπάθεια που ένιωθε για κείνον και πως είχε τάχα ανταποκριθεί; Τι γελοία επινόηση ήταν αυτή; Δεν είχε πάρει λοιπόν καθόλου είδηση τον θυμό και την απέχθεια που της προξενούσε;

Περίεργο όμως, η χροιά της φωνής του δεν επρόδιδε την ασχήμια τού σώματος, αντίθετα έδινε κάποιες ελπίδες. Να είχε προς στιγμήν η Ίνα ξεχάσει τὴν παλιά αποστροφή ή υποσυνείδητα είχε παραμερίσει; Υπήρχε λοιπόν κάποιος που τη σκεφτόταν τόσα χρόνια; Που είχε λησμονήσει, διαγράψει ή και είχε συγχωρήσει την περιφρόνησή της; Ήταν τόσο ισχυρό ό,τι  ένιωθε τότε ο Μάριος και δεν το εκτίμησε;

Γυρνώντας σπίτι το μεσημέρι ήπιε στα γρήγορα για καταπραϋντικό ένα φλυτζάνι γάλα κι έπιασε να ξεφυλλίζει το καταχωνιασμένο στο βάθος ενός συρταριού φοιτητικό άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Είδε τα νιάτα τα δικά της, των συμφοιτητών και των συμφοιτητριών της. Όλοι τής φάνηκαν ωραίοι, ακόμη κι εκείνοι που θεωρούσε τότε άσχημους, περιέργως και ο Μάριος. Σήκωσε σκεπτική το βλέμμα της από τις φωτογραφίες και κοιτάχτηκε στον απέναντι καθρέφτη.  Πίσω από το είδωλό της ζωντάνεψε μια ακόμη εικόνα από εκείνα τα χρόνια:

Στον προθάλαμο της αίθουσας των εξετάσεων για την υποτροφία μεταπτυχιακών του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, περίμενε κάπως παράμερα και ο Μάριος. Έδειχνε αμήχανος που είχε δει απροσδόκητα την Ίνα, μοναδική γυναίκα ανάμεσα στους υποψήφιους, και φανερά ενοχλημένος που δεν τον είχε χαιρετήσει ούτε με ένα νεύμα. Οι άλλοι καθισμένοι δεξιά κι αριστερά της σ’ ένα παγκάκι, όλη την ώρα της αναμονής, δεν είχαν σταματήσει τους χαριεντισμούς και τις φιλοφρονήσεις. «Λάμπει το πρόσωπό σου…», πέταξε τη φράση ένας. «Από αγνότητα!» φώναξε δυνατά από τη γωνιά του ο μέχρι τότε σιωπηλός Μάριος, χωρίς ίχνος ενδοιασμού ή ειρωνείας. Αυτομάτως εκείνη έκανε ένα μορφασμό και το πρόσωπο της άναψε κόκκινο. Άθελά της. Από αιδημοσύνη κι από θυμό για την παρέμβαση του ανεπιθύμητου. Δεν πρόλαβε να αρθρώσει λέξη, τους καλούσε ο αρμόδιος να εισέλθουν αμέσως στην αίθουσα.

Σε λίγο θα θεωρούσε φυσικό που τη φλέρταραν εκείνοι ‒ συνομίληκοι σχεδόν ήταν, στο ίδιο καζάνι έβραζαν ‒ αλλά τολμηρό και ανεπίτρεπτο που επιχείρησε να την πολιορκήσει, την ώρα της εξέτασης, ο αυστηρός επιτηρητής τους.

Όση ώρα έγραφαν την κοιτούσε επίμονα. Το βλέμμα του, ενοχλητικά πονηρό, δεν ήταν ανθρώπου που ήθελε να ελέγξει πιθανή αντιγραφή. Κάτω από το εξουσιαστικό αρσενικό βλέμμα η Ίνα ένιωθε άβολα, αλλά, παρά τις ποικίλες σκέψεις που της προκαλούσαν οι αντιδράσεις των μεν και του δε, δεν είχε χάσει την ψυχραιμία της, έγραφε με προσοχή και αυτοσυγκέντρωση.

Κάποια στιγμή ζήτησε δεύτερη κόλλα κι εκείνος πρόθυμα της έδωσε. Μόλις την άνοιξε, είδε μέσα ένα χαρτάκι με σημειωμένο ένα νούμερο τηλεφώνου. Κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε ο κύριος επιτηρητής. Το έπιασε θυμωμένη και το έσχισε επιδεικτικά μπροστά του.

Πήρε λοξά το μάτι της τον Μάριο, που καθισμένος στα δεξιά της, σχεδόν σε απόσταση αναπνοής, είχε αντιληφθεί το συμβάν και ψιλοχαμογελούσε με ικανοποίηση, ενώ η Ίνα διέκρινε τη στιγμιαία σπασμωδική έκφραση απογοήτευσης στο πρόσωπο του επιτηρητή και άστραψαν τα μάτια της.

Όμως τώρα ο καθρέφτης μαρτυράει πως εκείνα τα σπινθηροβόλα μάτια, παρόλο που κάποιοι λένε πως ακόμη σπιθίζουν, είναι περικυκλωμένα από ρυτίδες, το πρόσωπό της δεν είναι πια ούτε φωτεινό ούτε λαμπερό. Η ηλικία, οι έννοιες. Και το γέλιο της ξέρει πως δεν είναι πάντα ούτε πηγαίο ούτε κρυστάλλινο. Ο χρόνος έχει φθείρει κι εκείνη. Όμως εντός της νιώθει ακόμη νέα. «Ο μέσα κόσμος δεν γερνάει μαζί με τον έξω και τα χελιδόνια ζουν, ακόμη κι όταν είναι μακριά κι αθέατα από εκείνους που περνούν το καταχείμωνο» σκέφτεται συχνά.

Κάπως γερασμένη εξωτερικά, νέα εσωτερικά η Ίνα αναρωτιέται μήπως έχει έρθει η ώρα να κάνει την πρώτη παραχώρηση στη ζωή της. Χρόνια ζούσε μόνη, περιμένοντας τον μοναδικό κι εξαίρετο, που δεν συνάντησε ποτέ. Ίσως τώρα, μετά τα εξήντα, μπορεῖ να βρει κάποια κοινά σημεία με τον Μάριο.

Στην τελευταία σελίδα του σημειωματάριού της υπήρχε ο αριθμός του τηλεφώνου του, που σχεδόν την είχε υποχρεώσει το πρωί να καταγράψει. Σθεναρή η αντίστασή της στην έμμεση πίεση, στη φρούδα ελπίδα.

***

Η νύχτα πέφτει απειλητικά μοναχική. Σηκώνει το ακουστικό. Ταχυπαλμία, ιδρώτας, σφιγμένα χείλη, αγωνία. Σχηματίζει γρήγορα ένα ένα τα ψηφία.  Η απάντηση άμεση. Κατεβάζει το ακουστικό, πριν προλάβει ν’ ακούσει τη φωνή.

Απόλυτη ησυχία γύρω της. Ηρεμία στο πρόσωπό της. Εσωτερική γαλήνη αδιαπραγμάτευτη. Θα απογεράσει μόνη, απόλυτα  μόνη, χωρίς καμιά παραχώρηση.

1966, 2005, 2012, 2017
Από το ανέκδοτο βιβλίο Στην οδό Πηλέως και άλλα αφηγήματα.

~.~

*

*

*