*
Προδημοσίευση από το βιβλίο του Δημήτριου Μουζάκη Συστηματική βιομυθολογία που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΑΩ αυτόν τον Απρίλιο.
~.~
Sciadopitys verticillata
Ο γενναίος σαμουράι έκαμε να ξαποστάσει κάτω από τη σκιά ενός δένδρου μετά τη φοβερή μάχη με τους εισβολείς. Τα χέρια του έτρεμαν από την αδρεναλίνη που αναμεμιγμένη με τον κίνδυνο έρεε στο σώμα του προσδίδοντάς του υπεράνθρωπες ιδιότητες. Μολονότι, όμως, ο ιερός αγώνας ήταν νικηφόρος, ο νεαρός πολεμιστής δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος. Το πρόσωπό του ήταν συννεφιασμένο από μικρές συσπάσεις αγωνίας για το μέλλον. «Τι έχεις;», του ψιθύρισε το δένδρο. Ο Ιάπωνας δεν αιφνιδιάστηκε από την ερώτηση του δένδρου, παρότι δεν είχε ακούσει ποτέ ξανά δένδρο στη ζωή του να μιλάει. Γνώριζε, όμως, από τις αρχαίες αφηγήσεις για την ιερότητα του ξύλου, των φύλλων και της σκιάς, κι αγαπούσε τα δένδρα σαν αδέλφια του που περιποιούνταν τα πνευμόνια και τις ψυχές όλων των ανθρώπων με τιμή. «Φοβάμαι», αποκρίθηκε στο δένδρο με παρρησία, «η οικογένεια έχει κανονίσει να πάρω για γυναίκα μου μια υπέροχη κοπέλα, την οποία και ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, κι αναρωτιέμαι αν πάντοτε θα την αγαπώ όπως τώρα κι αν πάντοτε θα με αγαπάει κι εκείνη». «Γιατί να πάψει η αγάπη σας;», ρώτησε το δένδρο. «Δεν ξέρω, οι άνθρωποι αλλάζουν, οι επιθυμίες αλλάζουν και οι αρχαίες αφηγήσεις λένε πως μόνον όποιος προσαρμόζεται επιβιώνει. Εγώ, όμως, δεν τις θέλω τις αλλαγές, θέλω τα πράγματα να μένουν όπως είναι». «Δεν είναι πρόβλημα αυτό, γενναίε πολεμιστή», αποκρίθηκε το δένδρο καθώς ένα δροσερό αεράκι χάιδεψε το πλούσιο φύλλωμά του. «Εγώ βρίσκομαι σε αυτή τη γη διακόσια πενήντα εκατομμύρια χρόνια και δεν έχω αλλάξει». Εντυπωσιάσθηκε ο τολμηρός σαμουράι με την ηλικία του δένδρου και ρώτησε με ζωηρό ενδιαφέρον «πες μου το μυστικό σου, δένδρο των μεγααιώνων». «Δεν υπάρχει συνταγή για να ανταποκριθείς στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, γενναίε πολεμιστή. Μπορείς στο βωμό της αλλαγής να προσφέρεις την αλλαγή ή τη σταθερότητα, είναι η τύχη που θα κρίνει αν η προσφορά σου θα γενεί αειφορική. Ο γάμος είναι ούτως ή άλλως μια παράξενη συμφωνία μεταξύ δυο ανθρώπων, πως θα θέλουν πάντοτε να βαδίζουνε μαζί. Αν θέλεις να προσφέρεις σε αυτόν τη σταθερότητα, κοίταξε στα μάτια το υπέροχο κορίτσι σου ακριβώς πριν το παντρευτείς και πες του ότι υπόσχεσαι να στέκεσαι δίπλα του πάντα, ως αυτός που γνωρίζει κι όχι άλλος». Τα λόγια του δένδρου χαράχτηκαν στην ψυχή του έντιμου σαμουράι που απεχθανόταν τις αλλαγές κι ήθελε με τους ίδιους τρόπους και τις ίδιες αρχές να αντέχει σε όλες τις θεομηνίες, τις βροχές, τους κεραυνούς, τους ανεμοστρόβιλους, τους σεισμούς, τις πλημμύρες και τις πυρηνικές εκρήξεις. Κρατώντας το κορίτσι του πριν από το μυστήριο και κοιτάζοντάς το βαθιά μέσα στα μάτια, είπε: «υπόσχομαι να είμαι πάντοτε αυτός που παντρεύεσαι αυτή τη στιγμή και όχι άλλος, ακόμη κι όταν ο καιρός θα μας έχει προσπεράσει». Δύσκολος πολύ ήταν ο αρχαίος πολεμιστής, μα το κορίτσι δεν έφυγε από το πλάι του, όπως πρέπει σε όλους τους ανθρώπους που το λόγο τους προσφέρουν με τιμή στο βωμό της τύχης.
Halobates zephyrus
O Ζέφυρος ζούσε με την οικογένειά του, τους σεβάσμιους υδροβάτες που διαβιούν στην επιφάνεια της ανοιχτής θάλασσας, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τον ήλιο και το νερό και προσπαθώντας να αποφύγει τις χελώνες και τα πουλιά που τον κυνηγούσαν. Ήταν χαρούμενος και ριψοκίνδυνος και η μαμά του πάντοτε φοβόταν μήπως μέσα στον ενθουσιασμό του κάνει κάποια ανοησία που θα του στοιχίσει ακριβά. «Όποιος δε φοβάται το Θεό, το πληρώνει ακριβά!» του έλεγε συχνά κουνώντας δηκτικά το μεγάλο της πόδι μπροστά στο κεφάλι του. Ο Ζέφυρος στιγμιαία ένιωθε άσχημα, όχι τόσο γιατί πίστευε ότι κινδύνευε, μα κυρίως γιατί προκαλούσε σύγχυση στη μαμά του, την οποία και υπεραγαπούσε. Ένα χάραμα γλυκό που ξεκίνησε κόκκινο όπως έλαμψε αποβραδίς και η πανσέληνος, ο Ζέφυρος έπαιζε το γνωστό παιχνίδι με τους θηρευτές του, φωνάζοντάς τους «εδώ είμαι, ελάτε να με πιάσετε!» και αποφεύγοντας τις επιθέσεις τους με εντυπωσιακά άλματα πάνω στο νερό. Μέσα σε λίγες στιγμές, όμως, τα πουλιά και οι χελώνες χάθηκαν και, λίγο μετά, λάμψεις συγκλόνισαν το τοπίο. Οι λάμψεις ακολουθήθηκαν από βροντές, οι βροντές από ισχυρή βροχή και η βροχή από ανέμους που έμοιαζαν να πνέουν από πνευμόνια οργισμένου Θεού. Ο Ζέφυρος παρασύρθηκε από τον αέρα, χτύπησε δυνατά σε κάποιον ύφαλο και στη συνέχεια έχασε τις αισθήσεις του. Όταν ξύπνησε, δε βρισκόταν πια ανοιχτά στη θάλασσα, μα πάνω στο σακίδιο ενός μπόμπιρα που μάζευε κοχύλια στην παραλία. Μετά τη συλλογή, ο μπόμπιρας πήγε στην εκκλησία κι ο Ζέφυρος, που ήταν ακόμη ζαλισμένος από την περιπέτειά του, άκουσε τον ιερέα να λέει ότι μόνον ο Υιός του Θεού μπορεί να περπατήσει στο νερό. Ανήκουστο! Αν, πράγματι, τούτος εδώ ο ιερέας είχε δίκιο, τότε ο Ζέφυρος ήταν ο Υιός του Θεού, κι όχι μόνον αυτός, αλλά και όλη του η οικογένεια που ζούσε ανοιχτά στη θάλασσα, βαδίζοντας κάθε μέρα πάνω στο νερό. Η σκέψη αυτή τον συντάραξε τόσο πολύ ώστε ο πανικός που είχε στο μεταξύ αρχίσει να κυριεύει το ταλαιπωρημένο σώμα του αντικαταστάθηκε από μια βαθιά παρηγορία. Ο Ζέφυρος έπρεπε να επιστρέψει πάση θυσία στον ωκεανό και να πει τα νέα σε όλη του την οικογένεια, πως σύμφωνα, δηλαδή, με τους ιερείς των ανθρώπων, όλοι οι θαλάσσιοι υδροβάτες είναι του Θεού Υιοί αφού μπορούν και βαδίζουν στο νερό. Με την ελπίδα του αυτή τινάχτηκε πάνω από το σακίδιο του μπόμπιρα στο πάτωμα, κι από κει με χάρη και αυτοπεποίθηση κατάφερε να φθάσει στην όμορφη παραλία. Δεν πήδησε, όμως, αμέσως πάνω στο νερό, ανέβηκε νωχελικά και αυτάρεσκα επάνω του, παρακολουθώντας τις απολήξεις των ποδιών του να το βαθουλώνουν, δημιουργώντας από κάτω σα μικρά μαγνητικά μαξιλάρια που το δίχως άλλο χαρακτηρίζουν το βάδισμα των θείων πλασμάτων. Και ξεχύθηκε στο νερό να προφτάσει να πει τα νέα στους δικούς του.
Mantis religiosa
Εκείνο το καλοκαίρι στο Καλαμάκι της Κρήτης ο Δημήτρης μελετούσε τις μύγες. Mολονότι δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτές, η διαφορά που αυτές οι μύγες παρουσίαζαν από τις μύγες της πόλεως τον είχε εντυπωσιάσει. Δεν είχαν το σύνηθες νεύρο, δεν αντιδράσουν ωσάν οτιδήποτε να συνιστά απειλή. Ο μικρός τρομοκράτης, όπως τον έλεγε ο πατέρας, έπιανε εύκολα μύγες και τις έκλεινε μέσα στο αναδευτήρι του καφέ, κι ύστερα τις ζάλιζε με την ίδια δόνηση που έκανε το φραπέ στη θεία του, όταν καμιά φορά εκείνη ερχόταν για επίσκεψη. Όταν έβγαζε το καπάκι από το αναδευτήρι, οι μύγες δεν πετούσαν μακριά. Άλλοτε τις άφηνε πάνω στο τραπέζι και τις παρατηρούσε, άλλοτε τους έβγαζε με ένα τσιμπιδάκι τα φτερά και τις άφηνε άφτερες να περιφέρονται, άλλοτε τις πετούσε μέσα στο βραστό νερό για να τις δει να σφαδάζουν. Δεν κράτησε πολύ, όμως, αυτό το παιχνίδι. Ένα μεσημέρι, μετά το φαγητό, ο Δημήτρης βγήκε στον κήπο και είδε για πρώτη του φορά ένα παράξενο, πράσινο έντομο που έμοιαζε να προσεύχεται. Το μυαλό του πήγε αμέσως στο συνεργό του. Μπήκε ξανά μέσα στο σπίτι, ξύπνησε την αδερφή του που στο μεταξύ είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ και της είπε: «βρήκα ένα τεράστιο έντομο στον κήπο! Θέλεις να το πιάσουμε και να το ρίξουμε στο βραστό νερό;». «Πάμε», του είπε η Χρυσούλα, που θαύμαζε τον αδερφούλη της και δεν του χαλούσε χατίρι, ακόμη κι όταν οι ιδέες του δεν της άρεσαν καθόλου. Όταν βγήκαν στον κήπο και ο Δημήτρης της έδειξε το παράξενο έντομο, η Χρυσούλα, κάπως ταραγμένη, του είπε: «μην τολμήσεις και το πειράξεις, είναι αλογάκι της Παναγίας!». Ο Δημήτρης εντυπωσιάστηκε από το όνομα κι άρχισε να παρατηρεί το εύρημά του. Τα δύο μεγάλα, λυγισμένα πόδια του του θύμισαν έναν επιβλητικό άγαλμα που είχε δει στην Τήνο, τον «ικέτη». Πράγματι, το έντομο αυτό έμοιαζε να προσεύχεται και ίσως δεν ήταν σοφό να το πειράξει. Ευτυχώς που ρώτησε την αδερφή του, γιατί αν προχωρούσε μόνος του το πλάνο, μπορούσε, χωρίς να το θέλει, να προκαλέσει την οργή της Παναγίας. Έκαμε, λοιπόν, μεταβολή, εγκαταλείποντας το φιλόδοξο σχέδιό του, και επέστρεψε στο γνωστό παιχνίδι του με τις μύγες. Όταν η Μάντη, το εύρωστο, πράσινο έντομο της αυλής επέστρεψε στην παρέα του, ήταν πολύ ευδιάθετο. Μάζεψε γύρω της όλους της τους φίλους και τους αφηγήθηκε πώς ο Δημήτρης φοβήθηκε να την πειράξει και επέστρεψε στις νωθρές αυγουστιάτικες μύγες, επηρεασμένος από τα λόγια της αδερφής του. Ένας φίλος της, διακόπτοντας τα γέλια, ρώτησε την παρέα αν ξέρει τι είναι η προσευχή. «Δεν ξέρω τι είναι», αποκρίθηκε η Μάντη, «αλλά ξέρω ότι μου έσωσε τη ζωή, κι ίσως κάποτε σώσει και τη δική σας».
Canis lupus
Η φωτιά στο δάσος είχε ελαττώσει πολύ την τροφή, αφήνοντας την αγέλη πεινασμένη. Ο Καίσαρ, ο πιο γενναίος των λύκων, ανέβηκε σε ένα ύψωμα και φώναξε στους συντρόφους του: «Αδελφοί μου, η φωτιά ρήμαξε τα πάντα, το κυνήγι μας έχει πλέον γίνει μαρτυρικό. Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί, θα πεθάνουμε από πείνα. Πρέπει να επιτεθούμε στους διπλανούς για να επεκτείνουμε την περιοχή που διαφεντεύουμε, αν θέλουμε να επιβιώσουμε!». «Αίσχος!», φώναξε ο Μάρκος, «έχουμε που έχουμε την πείνα να μας θερίζει, αυτό που μας έλειπε τώρα είναι ένας πόλεμος, έτσι καθώς είμαστε εξαντλημένοι. Προτείνω να μείνουμε στην περιοχή μας και να περιμένουμε ώσπου το οικοσύστημα να ανακάμψει μόνο του, οπότε και τα πράγματα θα καλυτερεύσουν!». «Μιλιταρισμός!». φώναξε ο Αυρήλιος, «η βία δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα, εμείς θα θέλαμε οι διπλανοί να μας επιτεθούν επειδή έχουν προβλήματα στο δικό τους οικόπεδο; Δε θα τους κατηγορούσαμε τότε για τη φιλαυτία τους; Οφείλουμε να μείνουμε εδώ και να παλέψουμε μόνοι μας». «Οι διπλανοί», έλαβε το λόγο ο Καίσαρ, «δε θα έκαναν καν τη συζήτηση που κάνουμε τώρα εμείς. Τα τελευταία τρία χρόνια αυγάτισαν τη γη τους προς ανατολάς, καλόφαγαν και πλήθυναν, μήτε που υπολόγισαν γείτονες, μιλιταρισμούς και ανόητες ευαισθησίες, οι οποίες μόνο καταστροφές μπορουν να γεννήσουν στον ορίζοντα!». «Είσαι παρανοϊκός!», πετάχτηκε κάποιος από το βάθος, «δεν ξέρω τι έκαναν οι διπλανοί προς ανατολάς και δε με ενδιαφέρει, πάντως προς δυσμάς υπήρξαν φιλειρηνικότατοι και ουδέποτε ενόχλησαν. Ο πόλεμος δεν είναι κανενός προβλήματος η λύση, το λάκκο μας σκάβουμε και μόνο που τον συζητάμε». Η άποψη του Καίσαρα δε φαινόταν να έχει καθόλου απήχηση. Άλλοι από οκνηρία, άλλοι από φόβο, άλλοι προτάσσοντας την ηθική, καταφέρονταν εναντίον της ιδέας να πολεμήσουν. Ο Καίσαρας από ένα σημείο κι έπειτα σταμάτησε να μιλά κι άφησε τους υπόλοιπους να επιχειρηματολογούν εκνευρισμένοι˙ φαινόταν, μάλιστα, ότι μερικοί δεν ήθελαν καν να τοποθετηθούν πάνω στο ζήτημα, ήθελαν, απλώς, να διασκεδάσουν την πείνα τους, καννιβαλίζοντάς τον. Τη ζωηρή επιχειρηματολογία, όμως, διέκοψε ένα ποδοβολητό, αναμεμιγμένο με γαβγίσματα, γρυλλίσματα και πολεμικά ουρλιαχτά, το οποίο ερχόνταν από την Ανατολή. Ο Καίσαρ ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι η φωτιά δεν είχε επηρεάσει μόνο τη δική τους περιοχή, αλλά και την περιοχή των διπλανών. Κι ενόσω οι δικοί του σύντροφοι απέρριπταν την πρότασή του για μια πολεμική επιχείρηση που θα τους εξασφάλιζε την επιβίωση, οι εχθροί τους είχαν ήδη αποφασίσει κι έρχονταν σε άψογο πολεμικό σχηματισμό, πανέτοιμοι να τους περικυκλώσουν και να τους παραδώσουν στη λήθη. «Κανείς να μην απλώσει χέρι απάνω τους!», είπε ο Μάρκος, «δε θα γίνουμε εμείς σαν αυτούς, δε θα γίνουμε κτήνη που πάνω από όλα βάζουν το στομάχι τους!». Κι όπως εξέφερε πύρινες τις λέξεις, ένας ολόμαυρος λύκος του δάγκωσε το λαιμό.
~.~
*
*
*
*

